17 Ιουνίου, 2021
από Anarchy Press
318 προβολές


Είναι τόσο σκληρός ο αγώνας
μα τόσο γλυκός,
είναι τόσο μεγάλη η ζωή
όταν ζεις διαρκώς,
κι έτσι φτάνεις στο τέρμα
χωρίς να ’χεις νιώσει μικρός
και παλεύεις, πεθαίνεις, περνάς
μα δεν είσαι νεκρός.
Άκης Πάνου

ακης-πανουΥπάρχουν άνθρωποι που δεν μπορούν να καταταχθούν σε κατηγορίες. Που δύσκολα ορίζονται με λέξεις. Άνθρωποι, που όταν κάποιος προσπαθήσει να μιλήσει γι’ αυτούς, άθελά του, τους στρεβλώνει. Είναι αυτό που κάποιοι θα έλεγαν, ότι είναι μια κατηγορία από μόνοι τους. Συνήθως πρόκειται για κάποιους που η κοινωνία τούς θεωρεί στρεβλούς, παράξενους και καμμιά φορά επικίνδυνους. Για ανθρώπους που σπούδασαν μέσα στον ίδιο τους τον εαυτό και κατά επέκταση «ξεζούμισαν» τον κόσμο που έζησαν. Ανεβοκατέβηκαν εσωτερικές σκάλες, ψάχνοντας να ανακαλύψουν την θέση τους στην κοινωνία που έτυχε να γεννηθούν και επέλεξαν να μην της έχουν εμπιστοσύνη.

Ένας τέτοιος άνθρωπος ήταν ο λαϊκός καλλιτέχνης Άκης Πάνου. Πίστευε ότι το λαϊκό τραγούδι είναι το μελοποιημένο χρονογράφημα κάθε εποχής. Άνθρωπος ανυπότακτος, πολύπλευρος, φιλοσοφημένος και σπουδαγμένος στα πανεπιστήμια της λαϊκής ψυχής του. Με ελεύθερη κοινωνική θεώρηση και συγχρόνως με ισχυρό και σφιχτό προσωπικό αξιακό κώδικα. Μια άναρχη προσωπικότητα, που πολλά διαφορετικά στοιχεία συνυπήρχαν με αρμονία στο ίδιο πρόσωπο.

Εθελοντής αλήτης

μπουζούκι-Ακη-πάνουΓεννήθηκε στις 15 Δεκέμβρη του 1933 στην Αθήνα. Ήταν το τρίτο παιδί από τα συνολικά έξι που είχε η οικογένεια. Ο πατέρας του ήταν υπεύθυνος για τον επισιτισμό της βασιλικής φρουράς. Στην κατοχή η οικογένεια του Πάνου μετακομίζει στην Καλλιθέα, στου Χαροκόπου, όπου προσπαθεί να τα βγάλει πέρα. Λόγω των δύσκολων συνθηκών διαβίωσης, ο Άκης Πάνου σταματάει το δημοτικό σχολείο. Το γεγονός αυτό δεν τον περιορίζει να μορφωθεί και να συνεχίζει να θεωρεί τον εαυτό του μαθητή: «Δεν θεωρώ τον εαυτό μου μορφωμένο, γιατί έχω πει ότι θα είμαι μαθητής μέχρι να πεθάνω».

Ασχολείται με διάφορες δουλειές. Εργάζεται σε εργοστάσιο βερνικιών, σε τυπογραφείο, πουλάει τσιγάρα και συγχρόνως παίζει μπουζούκι σε ταβέρνες.

Από το 1943, σε ηλικία 10 χρονών, ο Άκης Πάνου βγαίνει στο «πεζοδρόμιο» όπως έλεγε και παίζει μπουζούκι επαγγελματικά σε ταβερνάκια. Παρ’ ότι προέρχεται από μια οικογένεια με υψηλό κοινωνικό κύρος, ο ίδιος επιλέγει να αποστασιοποιηθεί από την κοινωνική ζωή που του προσφέρονταν, ακολουθώντας την ζωή του «εθελοντή αλήτη», όπως συνήθως ανέφερε. Ο πατέρας του συχνά του έλεγε, τί δουλειά έχει αυτός με αυτή την αλητεία. Έτσι, λοιπόν, έχοντας επιλέξει να αποστασιοποιηθεί από το οικογενειακό του περιβάλλον, διαγράφοντας μια ξεχωριστή πορεία, καθοδική, δηλαδή έξω από την βασιλική φρουρά και με κατεύθυνση προς τον κόσμο, ο Πάνου ξεκινάει την πορεία του ως λαϊκός καλλιτέχνης.

Σχηματικά, εξηγούσε στους συναδέλφους του καλλιτέχνες, που ξεκίνησαν από διαφορετικές κοινωνικά αφετηρίες, δηλαδή από φτωχές οικογένειες και οι οποίοι με την δουλειά τους αποκτούσαν χρήματα και διακριτή κοινωνική επιφάνεια, ότι μοιραία οι δρόμοι τους κάπου συναντιόνται, αλλά είναι εκ διαμέτρου αντίθετοι. Έχουν διαφορετικό στόχο.

Μέχρι να βγει στην δισκογραφία το 1958, ο Άκης Πάνου έκανε υδρομετρήσεις στην Κρήτη και ασχολήθηκε επαγγελματικά με την οργανοποιία, με εξειδικευμένη δουλειά στις φιγούρες οργάνων. Μάλιστα, ήταν ο πρώτος που εξέλιξε τις φιγούρες των οργάνων προσθέτοντας τους έντονο καλλιτεχνικό στοιχείο. Οι φιγούρες των λαϊκών οργάνων με τον Πάνου αποκτούν θεματικές παραστάσεις. Επίσης, κατασκευάζει κοσμήματα και δημιουργεί πολλούς πίνακες ζωγραφικής. Στην μουσική τον μύησε ο θείος του που έπαιζε κλασική κιθάρα και ο κατά 5 χρόνια μεγαλύτερός του αδελφός, ο οποίος σε ηλικία 17 χρονών σκοτώθηκε από ένα τραμ. Ο Πάνου δημιουργεί τραγούδια ευαίσθητα, ερωτικά και κοινωνικά. Η άποψη του για το τραγούδι είναι καθαρή. Πιστεύει ότι ένα τραγούδι μπορεί να σταθεί άσχετα με το ποιος θα το ερμηνεύσει. Για το λόγο αυτό, επιλέγει να δίνει τα τραγούδια του κυρίως σε τραγουδιστές που δεν είναι ευρέως γνωστοί. Σε αυτό το πνεύμα, οι τραγουδιστές στις ζωντανές εμφανίσεις του Πάνου τοποθετούνται πίσω από τους μουσικούς και όχι μπροστά όπως συνηθίζεται.

Η άποψη του για την πολιτική και τους πολιτικούς

φιγούρα-μπουζουκιού-του-Ακη-Πάνου

Φιγούρα μπουζουκιού του Άκη Πάνου

Ο Άκης Πάνου απεχθανόταν την πολιτική και τους πολιτικούς. Όταν πολλοί τον ρωτούσαν γι’ αυτό το θέμα, ήταν κατηγορηματικός. Μεταξύ άλλων ανέφερε:

– «Το αισχρότερο επάγγελμα πού υπάρχει. Δεν υπάρχει αισχρότερο επάγγελμα. Είναι ένα επάγγελμα που προϋποθέτει καλή γνώση του χειρισμού του ψέματος, γι’ αυτό και η πλειοψηφία των πολιτικών είναι δικηγόροι. Και είναι και επικίνδυνο και γι’ αυτούς που το ασκούνε και γι’ αυτούς που έχουνε τις συνέπειες στην καμπούρα τους.» 

– «Οι πολιτικοί είναι παράφρονες και εγώ μεταξύ παραφρόνων δεν μπορώ να συμβιώσω».

– «Οι πολιτικοί είναι βρώμικοι και ηλίθιοι. Δεν ξέρω σε πιο ποσοστό ο καθένας τους. Άλλος είναι μόνο ηλίθιος, άλλος είναι μόνο βρώμικος, άλλος είναι και βρώμικος και ηλίθιος».

– «Αυτός ο οργανισμός που εξυπηρετούν όλοι οι πολιτικοί του κόσμου, είναι ο οργανισμός της παγκόσμιας εκμετάλλευσης του ανθρώπου».

Μάλιστα, είχε πλήρη επίγνωση του εύρους της επιρροής της πολιτικής. Χαρακτηριστική είναι η απάντηση που είχε δώσει σε δημοσιογράφο, για το τί του λέει η λέξη πολιτική: «Όταν λέμε πολιτική, είναι πολύ μεγάλο θέμα. Υπάρχει η παγκόσμια πολιτική οργάνωση. Υπάρχει το υποκατάστατο της, που είναι η πολιτική του κάθε κράτους. Υπάρχουν τα υποκατάστατα της πολιτικής του κάθε κράτους που είναι ο κομματισμός. Υπάρχουν τα υποκατάστατα των κομμάτων που είναι κάποιες ομάδες, επομένως σε πιο επίπεδο να συζητήσουμε;».

Τα σύνορα, οι μάζες και το άτομο

κοσμήματα

Κοσμήματα που κατασκεύαζε ο Άκης Πάνου

Το αναρχικό του πνεύμα ένιωθε εγκλωβισμένο μέσα στα σύνορα. Σύνορα εθνικά, αστικά, κοινωνικά και ατομικά. Είχε την πεποίθηση ότι τα σύνορα είναι δημιουργήματα της πολιτικής. Τα σύνορα για τον Πάνου περιορίζουν την ελευθερία, μαντρώνουν τους ανθρώπους και τους κάνουν σκλάβους. «Είμαι από τους ανθρώπους που δεν πι­στεύουν ότι υπάρχουν σύνορα. Δεν πιστεύω στα σύνορα. Θα ήθελα να τα καταλύσω. Το έχω γράψει και σε ένα τραγούδι αυτό. «Ας είχα το κουράγιο να ανέβω στο πιο ψηλό βουνό επάνω, τα σύνορα του κόσμου να τα ρίξω, ξωμάχους να ενώσω κι ευγενείς». Αυτό είναι το πνεύμα το δικό μου. Πιστεύω ότι τα σύνορα εξυπηρετούν την πολιτική· (η πολιτική) μας έχει περιορίσει σε κράτη, έχει περιορίσει τα κράτη σε πόλεις, τις πόλεις σε συνοικίες, τις συνοικίες σε σπίτια, τα σπίτια έχουν αριθμό, είναι το μάντρωμα που λέμε τα σύνορα». 

Πάνω σε αυτό το θέμα των συνόρων, κινείται και το τραγούδι του «Ας μη με δει κανείς». Το συγκεκριμένο τραγούδι ξεχειλίζει από ανιδιοτέλεια και δύναμη: «Ας είχα το κουράγιο ν’ ανεβώ στο πιο ψηλό, ψηλό βουνό απάνω τ’ αστέρια με τα χέρια μου να πιάνω με το Θεό να νιώσω συγγενής κι ας μη με δει, κι ας μη με δει κανείς. Το δέντρο που μας κλείνει το στρατί τη δύναμη ας είχα, να τραβήξω τα σύνορα του κόσμου να τα ρίξω ξωμάχους να ενώσω κι ευγενείς κι ας μη με δει, κι ας μη με δει κανείς. Τα στήθια μου στου χάρου το σπαθί τη δύναμη ας είχα να τ’ απλώσω μονάκριβο παιδί για να γλιτώσω της μάνας της φτωχιάς, της ορφανής κι ας μη με δει, κι ας μη με δει κανείς».

Ο Πάνου απεχθανόταν τις μάζες, πίστευε ότι περιορίζουν την ελευθερία της ατομικότητας. Το λαϊκό αναρχικό του πνεύμα αισθανόταν ότι οι μάζες είναι το χρήσιμο όργανο για τις εξουσιαστικές επιδιώξεις κάθε πολιτικού. «Οι μάζες δεν κάναν τίποτα άλλο από το να αιματοκυλήσουν τον κόσμο», έλεγε. Για τον Πάνου το άτομο είναι καλουπωμένο μέσα σε κράτη και πόλεις, που το ξεζουμίζουν και το εκμεταλλεύονται. Νιώθει τον άνθρωπο σχηματικά μέσα σ’ ένα καζάνι που έχει γίνει μάζα και έχει χάσει τον εαυτό του: «τον έχουν πολτοποιήσει τον άνθρωπο, τον έχουν βάλει σ’ ένα καζάνι, τον έχουν κάνει μάζα, τον ονομάζουν οπαδό, του έχουν δώσει χίλιες προσβολές· και του έχουν δώσει και ένα τρόπο τέτοιο, που να καταπίνει τις προσβολές».

Η ελευθερία του ατόμου και η μη παρέμβαση στις ιδέες του, εκφράζεται με ωραίο τρόπο στο τραγούδι του Τρελλού:

 Άσ’ τον τρελό στην τρέλα του, και μη τον συνεφέρεις.
Τι κρύβει μέσα το μυαλό, ενός τρελού δεν ξέρεις.
Μπορεί να βρει στην τρέλα του, αυτά που ’χει ποθήσει
και που δεν αξιώθηκε, να δει και ν’ αποκτήσει.
Βρε άσ’ τον τρελό στην τρέλα του,

άσ’ τονε στο όνειρό του.
Τον κόσμο αυτό σιχάθηκε, κι έφτιαξε ένα δικό του.

Ο Πάνου δεν έβλεπε το άτομο ξεκομμένο από το κοινωνικό περιβάλλον που ζει. Όλα τα τραγούδια του είτε ερωτικά, είτε κοινωνικά είναι έντονα κοινωνικά φορτισμένα. Στα λεγόμενα κοινωνικά θα κάνουμε μια «παρατυπία» να επιλέξουμε τρία. Όχι τόσο από «αισθητική» επιλογή, αλλά λόγω του περιορισμένου χώρου της εφημερίδας.

«Επτά Νομά»:

Eφτά νομά, σ’ ένα δωμά, πού να ξαπλώ, να κλείσεις μά.

Ο ένας πάει σινεμά, ο άλλος πέφτει και κοιμά.
Ύπνος με βάρδια δηλαδή, στην πόρτα σύρμα για κλειδί.

Ύπνος με βάρδια δηλαδή, στην πόρτα σύρμα για κλειδί.

Eφτά νομά, δυστυχισμέ, σ’ ένα δωμά φυλακισμέ,

δικαίως αγανακτισμέ και με τα πάντα αηδιασμέ.
Πώς τα ’χεις έτσι μοιρασμέ, ντουνιά ψευτοπολιτισμέ.

Πώς τα ’χεις έτσι μοιρασμέ, ντουνιά ψευτοπολιτισμέ.

Οι δυο δουλέ, απ’ τους εφτά, από τα χρέ, τι να προφτά,

σαν τα τσουβά, σαν τα σκουπί, εφτά νομά, χωρίς ελπί,

σ’ ένα δωμά, μισό γιαπί, ποιος να φωνά, και τι να πει,

σ’ ένα δωμά, μισό γιαπί, ποιος να φωνά, και τί να πει.

«Τα όνειρα που χτίζονται»:

Τα όνειρα που μένουνε μονάχα μες στη σκέψη, κανείς μην τα πιστέψει, τα σβήνει η ζωή.
Τα όνειρα που χτίζονται κι αντέχουνε στο χρόνο, υφαίνονται με πόνο, χωρίς αναπνοή.
Είναι τόσο σκληρός ο αγώνας μα τόσο γλυκός, είναι τόσο μεγάλη η ζωή, όταν ζεις διαρκώς,
κι έτσι φτάνεις στο τέρμα, χωρίς να ’χεις νιώσει μικρός, και παλεύεις, πεθαίνεις, περνάς,

μα δεν είσαι νεκρός.
Τα όνειρα που παίρνουνε για λίγο το μυαλό μου, μερώνουν τον καημό μου, μια τόση δα στιγμή.
Στα όνειρα που χτίζονται, το είναι μου κι αν δώσω,

αξίζει να ’ναι τόσο, βαριά η πληρωμή.
Είναι τόσο σκληρός ο αγώνας, μα τόσο γλυκός, είναι τόσο μεγάλη η ζωή, όταν ζεις διαρκώς,
κι έτσι φτάνεις στο τέρμα, χωρίς να ‘χεις νιώσει μικρός και παλεύεις, πεθαίνεις, περνάς
μα δεν είσαι νεκρός

«Κλε»:

Αυτός που κλε, για να ταϊ, κουτσουβελάκια,

απ’ το Θεό κι από εμέ, συγχωρεμέ.
Αυτός που κλε, για αποταμί, σε μασουράκια,

παλιοκοπρί, αηδιαστί και σιχαμέ.

Αυτός που κλε, γιατί δεν βγαι, με το τιμίως, είναι αθώ, σου λέει: κλε γιατί πεθαί.
Αυτός που κλε, για να τα κρυ και υπογείως, όταν ψοφί, κι οι κολασμέ, δεν τόνε θε.

Αυτός που κλε, ένα καρβέ, κι ύστερα τρέχει,

-Κύριε Προ, δεν είναι κλε, σεσημασμέ.
Πεντ’ έξι μη, ένα ψωμί; Δικαίως έχει, φασκελωμέ,

την κοινωνί, τη χαλασμέ.

Ο προσωπικός αξιακός κώδικας

μπουζούκι-Ακη-πάνου-με-κόρη

Το μπουζούκι του με την εικόνα της κόρης του

Λάτρης του εγώ του και συγχρόνως με βαθύ κοινωνικό αίσθημα, ο Πάνου μπέρδευε και συνεχίζει να μπερδεύει τους κάθε λογής λογικούς και ηθικούς που ψάχνουν να τον κατατάξουν κάπου. Ο αξιακός του προσωπικός κώδικας εμπεριείχε και συνυπήρχαν έννοιες όπως η ελευθερία, η αυστηρότητα, ο σεβασμός, η οικογένεια, η ντροπή κ.ά.

Μέσα σε αυτό το πολύπλοκο και πλουραλιστικό μείγμα, ο Πάνου ομολόγησε έναν φόνο. Τον φόνο του συντρόφου της κόρης του την 1 Αυγούστου το 1997 μετά από μια διένεξη. Ο αξιακός προσωπικός κώδικας του Πάνου είχε πληγεί ανεπανόρθωτα. Ο ίδιος δεν μετάνιωσε ποτέ για την πράξη του, γιατί, όπως δήλωσε στο δικαστήριο δεν εννόησε. Έλεγε ότι δεν είχε πρόθεση να σκοτώσει τον σύντροφο της κόρης του. Ο Βασίλης Καπερνάρος (πρώην βουλευτής των ΑΝΕΛ), συνήγορος της οικογένειας του δολοφονημένου, πρότεινε την ανώτερη ποινή, εκφράζοντας στο δικαστήριο τις μουσικές του προτιμήσεις: «Απαλλάξτε την κοινωνία από τον κύριο και τα παρωχημένα τραγούδια του». Οι τετράγωνοι δικαστές, μη γνωρίζοντας τον αξιακό κώδικα του Πάνου, στις 23 Μαρτίου το 1998, του επιβάλουν ισόβια ποινή χωρίς κανένα ελαφρυντικό στοιχείο. Τον Απρίλιο του 1999 διαγνώστηκε με καρκίνο και η ποινή του ανεστάλη. Πέθανε ένα χρόνο αργότερα, στις 7 Απριλίου του 2000. Το παράπονο του Πάνου δεν ήταν η ποινή για το έγκλημα που ομολόγησε, άλλωστε ο ίδιος είχε εκμυστηρευθεί στον δικηγόρο του να μην κουράζεται με την υπεράσπισή του, επειδή ο ίδιος έχει δικάσει τον εαυτό του πριν από αυτούς ισόβια, αλλά η απόρριψη της πολιτισμικής του προσφοράς. Ο Πάνου δεν πρόλαβε να δικαστεί σε δεύτερο βαθμό. Έτσι, με τον θάνατό του, έμειναν στο σκοτάδι πολλές πτυχές της υπόθεσης.

Ο πολύπλευρος Πάνου ακόμα και σήμερα, 18 χρόνια μετά τον θάνατό του, προκαλεί ερωτήματα σε όλους αυτούς που καταλαβαίνουν τα πράγματα γύρω τους μόνο όταν κατηγοριοποιούνται. Τί ήταν τελικά ο Πάνου; Αυταρχικός; Φασίστας; Αναρχικός; Τρελός; Ατομιστής; Τέτοια ερωτήματα υπήρχαν και κατά την διάρκεια της ζωής του. Μάλιστα, σε συνεντεύξεις, όταν τον ρωτούσαν εάν είναι φασίστας, εκείνος απαντούσε προβοκατόρικα: «είμαι φασήστας, με την έννοια ότι βρίσκομαι στην δική μου ιδεολογική φάση». Φασήστας, λοιπόν, ο Πάνου! Αυτό το λογοπαίγνιο με την ιδιαίτερη ορθογραφία του, δεν μπορούν να το καταλάβουν οι όψιμοι ιδεολογικοί απόγονοι του φασισμού και αρέσκονται να τον μαντρώνουν στο φασιστικό ιδεολόγημά τους, που μόνο στο άκουσμα της λέξης φασίστας, ηδονίζονται και ανάβουν λαμπάκια, χωρίς να μπορούν να δουν παραπέρα. Μόνο που ο Πάνου, σε αυτή την λέξη, ήταν συνειδητά ανορθόγραφος. Ο ίδιος έχει απαντήσει επάνω σε αυτό το θέμα όταν, το 1968 εν μέσω δικτατορίας, γράφει το τραγούδι, «Μοίρα μου γιατί μ’ αφήνεις»:

Μοίρα μου γιατί μ’ αφήνεις, μέσα στην καταστροφή

και τα βήματά μου κλείνεις,

στο σοκάκι που δεν έχει προκοπή;
Μοίρα πάρε με μαζί σου, να γλυτώσω απ’ το χαμό.
Μοίρα δώσ’ μου την ευχή σου,

φυλαχτό μου μέσα στον κατακλυσμό.

Αναφέρει ότι με το κομμάτι αυτό σκιαγραφεί την εποχή της δικτατορίας και γίνεται έτσι ασυνείδητα αντιστασιακό στοιχείο επειδή καταγράφει την πραγματικότητα, την ίδια ώρα που πολλοί «συνειδητά» αντιστασιακοί είναι στο Παρίσι και ψωνίζουν γαλόνια.

Ο Άκης Πάνου, με τα τραγούδια του, την ειλικρίνειά του, τις ιδέες του, τις πράξεις του και τις αντιφάσεις του παραμένει ελεύθερος και αδιόρθωτος αναρχικός, Αδιόρθω Αναρχί, όπως θα έλεγε:

Μαθημέ στις κακουχί, άιντε φτου κι απ’ την αρχή,

την κουβέ και πειθαρχί, αδιόρθω αναρχί.

Δεν προσκυ ποτέ κανέ, λένε όχι λέω ναι.

Στην κρεμά έχω ανέ, με κηδέ και ζωντανέ.

Τι με νοιά αν θα με θά, θα πεθά που θα πεθά,

Δεν τρομά ο μελλοθά, με σταυρό και Γολγοθά.

Ελευθερόκοκκος

Σημείωση: Στο κείμενο χρησιμοποιήθηκαν λόγια από συνεντεύξεις του Άκη Πάνου στην Μαλβίνα Κάραλη, τον Νάσο Αθανασίου και τον Άγγελο Κουτσούκη.

Δημοσιεύθηκε στην ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φ. 179, Φεβρουάριος 2018



Πηγή: Anarchypress.wordpress.com