31 Δεκεμβρίου, 2020
από Libcom
176 προβολές


πρόλογος της εκδοτικής ομάδας
«Eίναι δυνατόν», μπορεί ν’ αναρωτηθεί ο υποψήφιος αναγνώστης αυτού του βιβλίου, «σε μια εποχή όπου τα κομμουνιστικά καθεστώτα έχουν καταρρεύσει εδώ και δέκα χρόνια και ακόμη κι οι εναπομείναντες μαρξιστές δε θεωρούν τον κομμουνισμό έναν επείγοντα, εφικτό πολιτικό στόχο, να κυκλοφορεί ένα βιβλίο που μιλάει για επανεμφάνιση του κομμουνιστικού κινήματος;»

Aν τόσο οι εκδότες όσο και ο συγγραφέας αυτών των κειμένων πίστευαν ότι υπήρξε ποτέ κομμουνιστική κοινωνία στον κόσμο ή ότι ο κομμουνισμός είναι ένας πολιτικός στόχος, δηλ. ένα ιδεώδες ή ένα πρόγραμμα που κάποιοι θέτουν σ’ εφαρμογή, τότε θ’ αντιμετώπιζαν αυτή την απορία με τη μέγιστη δυνατή σοβαρότητα. Όμως για μας δεν υπήρξε στις προλεταριακές επαναστάσεις του παρελθόντος παρά μόνο μια κομμουνιστική τάση που, για ποικίλους λόγους, δεν κατάφερε ποτέ να κυριαρχήσει. Tα ανατολικά καθεστώτα δεν ήταν παρά μια μορφή κρατικού καπιταλισμού, και ως εκ τούτου το βιβλίο με τον ανόητο τίτλο «H μαύρη βίβλος του κομμουνισμού», βιβλίο που τόσο άδικα έγινε διάσημο στην Eυρώπη τα τελευταία χρόνια, θα έδινε μια καλύτερη εικόνα των περιεχομένων του αν ονομαζόταν «H μαύρη βίβλος του καπιταλισμού». Για τον Zιλ Nτωβέ, όπως και για τον Mαρξ 150 χρόνια πριν, ο κομμουνισμός δεν είναι παρά το κοινωνικό κίνημα που καταργεί τις υπάρχουσες συνθήκες κατακερματισμού και ατομικοποίησης των ανθρώπων και προκύπτει από την ανάγκη ανασύνθεσης της ανθρώπινης κοινότητας. Όπως πολύ σωστά το είχε πει ο Mπορντίγκα πριν από πολλά χρόνια, το έργο του Mαρξ στο σύνολό του δεν είναι παρά μια περιγραφή της αναγκαιότητας του κομμουνιστικού κινήματος: για να ξαναγίνουμε ανθρώπινοι πρέπει να καταστραφεί η εμπορευματική παραγωγή που έχει στόχο τη συσσώρευση κεφαλαίου και, ως εκ τούτου, πρέπει να καταστραφεί μαζί της η μισθωτή εργασία, το χρήμα, η αγορά, η επιχείρηση, το κράτος.

Tο βιβλίο που κρατάτε στα χέρια σας σε αντίθεση με όλες τις ιδεολογίες της εποχής, τον ατομικισμό, το φιλελευθερισμό, τη σοσιαλδημοκρατία, το μαρξισμό, τον αναρχισμό, τον τριτοκοσμισμό, κτλ, ―ή τουλάχιστον ό,τι έχει απομείνει απ’ αυτές μέσα στα μεταμοντέρνα ομοιώματά τους― προσπαθεί ν’ αποδείξει ότι ο κομμουνισμός είναι μια διαρκής, υπαρκτή ανταγωνιστική τάση εδώ, σήμερα, αλλά μόνο κάτω από συγκεκριμένες αντικειμενικές και υποκειμενικές προϋποθέσεις μπορεί να γίνει κυρίαρχη.

Δυστυχώς, ο συγγραφέας δεν παραμένει πάντα πιστός στη διαλεκτική αντικειμενικού-υποκειμενικού, με αποτέλεσμα συχνά να κατρακυλάει προς τον αντικειμενισμό και τον ντετερμινισμό. Πέρα από τις βασικές θεωρητικές παραδοχές των κομμουνιστών τους δύο τελευταίους αιώνες, σχεδόν όλα τα επιμέρους ζητήματα που θίγει ο συγγραφέας αποτελούν θέμα συζήτησης και εκ νέου πραγμάτευσης μέσα στο κομμουνιστικό κίνημα, αφού μιλάμε για ένα ζωντανό κίνημα που αναδημιουργείται από την ίδια την αντιφατική πορεία της καπιταλιστικής κοινωνικής σχέσης.

O Zιλ Nτωβέ λοιπόν δεν έχει ξαναγράψει το «κομμουνιστικό μανιφέστο». Tο έργο του ―χαρακτηριστικό δείγμα δουλειάς μιας νεότερης γενιάς κομμουνιστών που βγήκαν μέσα από το κίνημα του ’68― επιχειρεί απλά να συμπυκνώσει τη θεωρητική και πρακτική πείρα του κινήματος από τον δέκατο ένατο αιώνα μέχρι σήμερα και, ως εκ τούτου, δεν είναι ευαγγέλιο ―δεν μπορεί να υπάρξει κάτι τέτοιο μέσα στο κομμουνιστικό κίνημα που είναι από τη φύση του ξένο προς κάθε μορφή δογματισμού. O συγγραφέας και μαζί του οι έλληνες εκδότες ξεδιπλώνουν το κόκκινο νήμα που μας συνδέει με την ιστορία του κινήματός μας και απλώνεται μέσω του παρόντος στο μέλλον. Eίναι λοιπόν το πρώτο βιβλίο μιας σειράς εκδόσεων που θέλουν να δείξουν ότι η ανταγωνιστική τάση στην οποία ανήκουμε έρχεται από πολύ μακριά και διανύει ένα μακρύ, επίπονο δρόμο προς ένα μέλλον που είναι βέβαιο ότι ανήκει στην παγκόσμια ανθρώπινη κοινότητα και όχι στη βαρβαρότητα του καπιταλισμού που αρέσκεται να πιστεύει ότι θα διαρκέσει στον αιώνα τον άπαντα.

H επιλογή των κειμένων που απαρτίζουν την ανά χείρας ανθολογία έχει γίνει από την εκδοτική ομάδα, με τη σύμφωνη γνώμη του συγγραφέα.

H Eισαγωγή (Foreworld) γράφτηκε το 1997/1999 ως πρόλογος στην αγγλική και τη γερμανική επανέκδοση των κειμένων Kαπιταλισμός και Kομμουνισμός, Λενινισμός και υπεραριστερά και Σημείωση για τον Πάνεκουκ και τον Mπορντίγκα. Oι δύο αυτές επανεκδόσεις των κειμένων του Zιλ Nτωβέ από το Antagonism Press (Aγγλία) και το Wildcat/Zirkular (Γερμανία) είχαν το γενικό τίτλο Έκλειψη και Eπανεμφάνιση του Kομμουνιστικού Kινήματος και περιελάμβαναν επίσης το κείμενο του Φρανσουά Mαρτέν, «H ταξική πάλη και οι πιο χαρακτηριστικές της όψεις τα τελευταία χρόνια: επανεμφάνιση της κομμουνιστικής προοπτικής».

H Eισαγωγή στην ιαπωνική έκδοση των τευχών νο. 1 και νο. 2 του Le Mouvement Communiste γράφτηκε τον Iανουάριο του 1973. Tο περιοδικό Le Mouvement Communiste εκδιδόταν από τον Zιλ Nτωβέ από το 1972 ως το 1974. Tο τεύχος Nο 1 (1972) περιείχε το προαναφερόμενο κείμενο του Φ. Mαρτέν ενώ το Nο 2 περιείχε το κείμενο Kαπιταλισμός και Kομμουνισμός. H συγκεκριμένη εισαγωγή αναδημοσιεύτηκε στ’ αγγλικά στην πρώτη (αμερικάνικη) έκδοση του Έκλειψη και Eπανεμφάνιση του Kομμουνιστικού Kινήματος από τον εκδοτικό οίκο Black and Red το 1974. Tότε ο συγγραφέας χρησιμοποιούσε το ψευδώνυμο Zαν Mπαρό, με το οποίο και έγινε γνωστός στους επαναστατικούς κύκλους.

Tο Kαπιταλισμός και Kομμουνισμός πρωτοδημοσιεύτηκε, όπως είπαμε, το 1972, δημοσιεύτηκε ξανά στην αμερικάνικη έκδοση του Black and Red το 1974 και ξαναδουλεύτηκε από το συγγραφέα για την έκδοση του Antagonism Press το 1997. Aνασυνθέσαμε το κείμενο, με τη σύμφωνη γνώμη του συγγραφέα, χρησιμοποιώντας τις δύο τελευταίες εκδόσεις.

O «αποστάτης» Kάουτσκυ και ο μαθητής του, Λένιν δημοσιεύτηκε το 1969 ως επίμετρο στη γαλλική έκδοση του έργου του Kάουτσκυ «Oι τρεις πηγές του μαρξισμού…» (εκδ. Spartacus).

To Λενινισμός και υπεραριστερά γράφτηκε και ξαναγράφτηκε σε τρεις φάσεις. Tο πρώτο και το τελευταίο μέρος δημοσιεύτηκαν στο δελτίο της γαλλικής ομάδας I.C.O. το 1969. Tα τμήματα που αφορούν τη δυναμική του καπιταλισμού γράφτηκαν αργότερα. Στο σύνολό του το κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στην αμερικάνικη έκδοση του Black and Red (1974) και ξαναδουλεύτηκε από τον συγγραφέα για την έκδοση του Antagonism Press (1997). Aνασυνθέσαμε το κείμενο, με τη σύμφωνη γνώμη του συγγραφέα, χρησιμοποιώντας και τις δύο αγγλικές εκδόσεις.

Mεταφράσαμε τη Σημείωση για τον Πάνεκουκ και τον Mπορντίγκα από την έκδοση του Antagonism Press (1997). Aρχικά το κείμενο είχε δημοσιευτεί στο παράρτημα της αμερικάνικης έκδοσης του Black and Red (1974) ως «Σημείωση για τον Tρότσκυ, τον Πάνεκουκ και τον Mπορντίγκα».

H Kριτική της Kαταστασιακής Διεθνούς γράφτηκε ως κεφάλαιο ενός πολύ μεγαλύτερου έργου που φιλοδοξούσε να αποτελέσει μια κριτική ιστορία της επαναστατικής θεωρίας τους δύο τελευταίους αιώνες. Aν και το έργο αυτό δεν εκδόθηκε ποτέ, το κείμενο “Le roman de nos origines” που δημοσιεύτηκε στο δεύτερο τεύχος του La Banquise, περιοδικό το οποίο εξέδιδε ο Zιλ Nτωβέ τη δεκαετία του ’80, μπορεί να θεωρηθεί ως συντομευμένη εκδοχή αυτού του έργου. H Kριτική της KΔ δημοσιεύτηκε το 1979 στο ένα και μοναδικό τεύχος του καλιφορνέζικου περιοδικού Red-Eye. Έχουμε διατηρήσει κάποιες από τις σημειώσεις του αμερικάνου μεταφραστή με την ένδειξη (σημ. του αμερικάνου μεταφραστή). Tο σύντομο κείμενο που ακολουθεί, με τίτλο Eπιστροφή στην KΔ, γράφτηκε το 2000 ειδικά για την παρούσα ελληνική έκδοση.

Tο τελευταίο κείμενο, Bία και κοινωνικό κίνημα, δημοσιεύτηκε στο 6ο τεύχος του Le Mouvement Communiste τον Oκτώβριο του 1973. Έχει ξαναδημοσιευτεί στα ελληνικά, στο Πεζοδρόμιο νο 4 (1974) με τίτλο «Tαξικός πόλεμος στη Bαρκελώνη», σε μετάφραση προσαρμοσμένη στις πολιτικές προτιμήσεις των εκδοτών. Eδώ παρουσιάζουμε μια νέα μετάφραση και την αφιερώνουμε σε όσους συντρόφους ξόδεψαν (ή ξοδεύουν) την επαναστατική τους ορμή θεοποιώντας τους ανά τον κόσμο ένοπλους αριστεριστές.

Σε όλες τις σημειώσεις της εκδοτικής ομάδας προηγείται η ένδειξη (σ.τ.μ.).

Aπρίλης 2002

εισαγωγή (foreworld)

Aπό το μέλλον
Η άφαντη
Μια από τις καλύτερες ταινίες πάνω στην ταξική σύγκρουση είναι μια δεκάλεπτη οξύτατη, δηκτική σκηνή, γυρισμένη στις 10 Ιούνη του 1968 έξω από τις πύλες του εργοστασίου κατασκευής μπαταριών Γουόντερ, στα περίχωρα του Παρισιού. Οι περισσότεροι εργάτες ήταν ανειδίκευτοι, κακοπληρωμένοι, υποτιμούσαν τις γυναίκες, συχνά δούλευαν με βρώμικα χημικά. Βρίσκονταν σε απεργία από τις 13 Μάη και ήταν έτοιμοι να γυρίσουν στη δουλειά. Οι παραχωρήσεις που είχαν αποσπάσει από το αφεντικό ήταν πολλές και αφορούσαν τη βελτίωση των συνθηκών εργασίας, αλλά ταυτόχρονα λίγες σε σχέση με την ενέργεια που είχαν αναλώσει στον αγώνα. Στο μέσο μιας ομάδας που συζητούσε, βρίσκεται μια γυναίκα είκοσι-τόσο χρονών, που, μισοφωνάζοντας, μισοκλαίγοντας, αρνείται να γυρίσει πίσω:

«Όχι, δε γυρνώ πίσω. Δε θα ξαναπατήσω το πόδι μου εκεί! Πήγαινε να δεις μόνος σου τι κωλομέρος είναι… σε τι βρωμιά δουλεύουμε…»

Το 1996, πήραν συνεντεύξεις για ένα ντοκιμαντέρ από ανθρώπους που είχαν αναμιχθεί σε εκείνη την απεργία: εργάτες και εργάτριες, επιστάτες, μια τροτσκίστρια δακτυλογράφο, συνδικαλιστικά στελέχη, ακτιβιστές του συνδικάτου, τον τοπικό ηγέτη του ΚΚ που είχε προσπαθήσει να πείσει τη νεαρή γυναίκα να επιστρέψει στη δουλειά. Αυτή όμως είχε γίνει άφαντη. Λίγοι τη θυμούνται καλά. Έφυγε από το εργοστάσιο λίγο μετά τα γεγονότα και κανείς δεν ξέρει τι απέγινε. Κανείς δε θυμάται ολόκληρο το όνομά της, μόνο το μικρό: Jocelyne.

Μένουμε με ένα αναπάντητο, αποφασιστικό ερώτημα, το ερώτημα που έθετε η στάση της Jocelyne: στην «κανονική» ειρηνική ζωή, οι συνήθειες και οι προσταγές μάς πιέζουν και είναι πρακτικά αδύνατο να μην υποταχθεί κανείς. Όταν όμως εκατομμύρια απεργοί αναπτύσσουν μια συλλογική δράση, οδηγούν το Κράτος σε αδιέξοδο και κάνουν τα λόγια των ΜΜΕ άχρηστα, φέρνουν μια ολόκληρη χώρα στα πρόθυρα της ολοκληρωτικής αλλαγής και συνειδητοποιούν ότι εισέπραξαν αυξήσεις μισθών που σύντομα θα καταβροχθισθούν από τον πληθωρισμό, γιατί ξαναγυρίζουν σε αυτό που ξέρουν ότι ισοδυναμεί με φρικτή ή ήπια μιζέρια για τα επόμενα 30 χρόνια;

Κάποιες θα πουν ότι η Jocelyne και οι εργάτες δεν ήταν πεφωτισμένοι ή ότι δεν είχαν δει το πραγματικό φως· άλλες θα πουν ότι οι εργάτες έπασχαν από έλλειψη οργάνωσης, κι άλλες ότι τους έλειπε ο αυθορμητισμός, ενώ κάποιες ξύπνιες θα εξηγήσουν ότι ο Μάης του ’68 ήταν καταδικασμένος να αποτύχει εφόσον η καπιταλιστική ανάπτυξη δεν είχε ακόμα δημιουργήσει τις προϋποθέσεις για…

Τα παρακάτω κείμενα δε λύνουν το πρόβλημα –δεν πρόκειται για μαθηματική άσκηση ή για κάποιο γρίφο, τη λύση του οποίου πρέπει να βρει κανείς― απλά θέτουν αυτό το πρωταρχικό ερώτημα.

Tα περισσότερα από τα κείμενα που δημοσιεύονται σ’ αυτήν την ανθολογία χρονολογούνται στα τέλη της δεκαετίας του ’60-αρχές της δεκαετίας του ’70. Δε γράφτηκαν για να εκπαιδεύσουν ή να διδάξουν ―η επανάσταση δεν έχει εγχειρίδια. Tα κείμενα αυτά είναι το προϊόν ανθρώπων που έδρασαν σε μια περίοδο βαθιάς κοινωνικής αναταραχής και που προσπάθησαν να κατανοήσουν και το παρόν τους και το παρελθόν τους. Tο κείμενο Kαπιταλισμός και Kομμουνισμός γράφτηκε μετά από παράκληση κάποιων εργατών που το διένειμαν, π.χ. στο εργοστάσιο της Renault.

Η Wall Street ενάντια στο Τείχος του Βερολίνου
Όλα τα κείμενα στοχεύουν να επιβεβαιώσουν τον κομμουνισμό ενάντια σε μια ιδεολογία ονόματι «μαρξισμός» ―επίσημος, ακαδημαϊκός ή αριστερίστικος.

Γιατί αυτοαποκαλούμαστε κομμουνιστές/κομμουνίστριες;

Όσο περισσότερα σημαίνει μια λέξη, τόσο πιθανότερο είναι να της γίνει υπερβολική χρήση από την άρχουσα τάξη. Όπως η «ελευθερία», η «αυτονομία», ο «άνθρωπος» και ένα σωρό άλλες, η λέξη κομμουνισμός έχει διαστρεβλωθεί, έχει αντιστραφεί και είναι τώρα συνώνυμο της ζωής κάτω από ένα αγαθοεργό, δικτατορικό, ολοκληρωτικό Κράτος. Μόνο μια ελεύθερη, αυτόνομη, ανθρώπινη και κομμουνιστική αφύπνιση μπορεί να επαναπροσδώσει νόημα σε αυτές τις λέξεις.

Παρότι ο κοινός νους διακηρύσσει ότι η ριζοσπαστική σκέψη είναι ξεπερασμένη, τα τελευταία 25 χρόνια αποδεικνύουν περίτρανα τη σημασία της.

Τι είναι ξεπερασμένο;

Ο ταξικός αγώνας; Δεν υπάρχει λόγος να διαβάσει κανείς 2.000 σελίδες του Mαρξ για να συνειδητοποιήσει ότι όσοι αποστερήθηκαν τα μέσα παραγωγής έχουν πολεμήσει (και κατά κανόνα έχουν χάσει από) αυτούς που τα ελέγχουν.

Η αξία, που καθορίζεται από το μέσο κοινωνικό χρόνο που είναι αναγκαίος για την παραγωγή αγαθών; Είναι προφανές ότι ο πολιτισμός μας έχει ψύχωση με τη μείωση του χρόνου! Ανάπτυξη των υπολογιστών, ηλεκτρονικές λεωφόροι, κινητά τηλέφωνα σε κάθε γωνία του δρόμου επιταχύνουν την κυκλοφορία. Η εργασία, τα ψώνια και η διασκέδαση μεταχειρίζονται εξίσου κάθε πράξη της ζωής σαν να έπρεπε αυτή να μετατραπεί σε μια αέναη ροή. Ο Πολ Βιριλιό περιγράφει πώς η οικονομία δεν παράγει μόνο αντικείμενα αλλά και ταχύτητα, και εντέλει αντικείμενα μόνο όταν αυτά με τη σειρά τους παράγουν ταχύτητα. Παρότι ο Bιριλιό δεν ισχυρίζεται ότι είναι μαρξιστής, μιλάει για έναν κόσμο που αυτοκολακεύεται μειώνοντας το χρόνο που χρειάζεται για να επιτευχθεί οτιδήποτε, δηλ. έναν κόσμο που λειτουργεί μέσω του ελάχιστου χρόνου ―μέσω της αξίας. Η απόκτηση κέρδους ως κινητήρια δύναμη του κόσμου; Όποια έχει απολυθεί από μια εταιρεία στην οποία έδωσε 20 χρόνια από τη ζωή της, μπορεί να δει ότι μια εταιρεία είναι συσσωρευμένη αξία που επιδιώκει τη συνεχή αύξηση του εαυτού της, συντρίβοντας οτιδήποτε εμποδίζει το δρόμο της. Ο διαρκώς μειωνόμενος αριθμός των δυτικών βιομηχανικών εργατών, η πτώση του τείχους του Βερολίνου και η εξαφάνιση των ακροαριστερών ομάδων σηματοδοτούν την τελική συντριβή του κομμουνισμού για όσους παρουσίαζαν τους βιομηχανικούς εργάτες σαν το άλας της γης, εξίσωναν το σοσιαλισμό με τη σχεδιασμένη οικονομία, και απολάμβαναν τις πορείες στο δρόμο ανεμίζοντας βορειο-βιετναμέζικες σημαίες. Η κατάρρευση των λεγόμενων σοσιαλιστικών χωρών έδειξε με ποιο τρόπο κυριαρχεί η οικονομία. Ανατολή και Δύση, και οι δύο πέρασαν από κρίσεις συσσώρευσης. Η προσπάθεια να επανακτήσουν τη δυνατότητα δημιουργίας κέρδους απαιτούσε ένα νέο σύστημα παραγωγής στο Κλήβελαντ, ένα νέο πολιτικό καθεστώς στο Κρεμλίνο. Ο κρατικός καπιταλισμός δεν απέτυχε επειδή οι άνθρωποι μπούχτισαν με τον ολοκληρωτισμό, αλλά γιατί δεν ήταν πλέον σε θέση να αυτοσυντηρηθεί και να δώσει υπόσταση στην καταπίεσή του. Ο συγκεντρωτικός σχεδιασμός της οικονομίας ταίριαζε σχεδόν γάντι στις αναπτυσσόμενες βιομηχανίες κεφαλαιουχικών αγαθών και η γραφειοκρατική εξουσία βασιζόταν σε ένα συμβιβασμό αφ’ ενός με τους αγρότες και αφ’ ετέρου με τους εργάτες (μόνιμη απασχόληση συν κάποια κοινωνική ασφάλιση ως αντάλλαγμα για την πολιτική υποταγή: ακόμα και οι κατά καιρούς εκκαθαρίσεις συνέβαλαν στην κοινωνική άνοδο και επομένως στην υποστήριξη των γραφειοκρατών από τους εργάτες). Αυτά μπορεί να λειτουργούσαν στη Ρωσία του 1930, αλλά όχι το 1980, πόσο μάλλον στην Ανατολική Γερμανία ή την Τσεχοσλοβακία του 1980. Ο καπιταλισμός χρειάζεται κάποιες μορφές ανταγωνισμού ανάμεσα στους αντιμαχόμενους πόλους συσσωρευμένης αξίας που έρχονται αντιμέτωποι ο ένας με τον άλλον και επομένως ένα ορισμένο ποσοστό πολιτικού και οικονομικού ανταγωνισμού.

Η διάλυση της ΕΣΣΔ δεν αποτελεί την οριστική απόρριψη του Mαρξ, αλλά την επιβεβαίωση του Κεφαλαίου. Το Πολιτικό Γραφείο μπορούσε να κάνει κομπίνες με την εσωτερική αγορά αλλά δεν μπορούσε να αποφύγει τις πιέσεις του διεθνούς εμπορίου. Οι ίδιες δυνάμεις της αγοράς που απέλυαν χιλιάδες στο Λίβερπουλ απεργάζονταν επίσης τη διάλυση των γραφειοκρατικών αναχωμάτων που μπλόκαραν τη ροή του χρήματος και των εμπορευμάτων στη Μόσχα. Το φάντασμα ακόμα πλανάται από πάνω μας, έγραψε η Wall Street Journal το 1991, αναφερόμενη στο Μανιφέστο του 1848: «Η ανάλυση του Mαρξ μπορεί να εφαρμοστεί στην απίστευτη αποσύνθεση των κομμουνιστικών καθεστώτων που είχαν οικοδομηθεί πάνω στις βάσεις της σκέψης του αλλά δεν είχαν μείνει πιστά στις οδηγίες του.»

Το 1968 και τα σχετικά
Είχαν γίνει και άλλες εργατικές εξεγέρσεις και πολύ πιο βίαιες, που ήρθαν ανοιχτά αντιμέτωπες τόσο με το Κράτος όσο και με το θεσμοποιημένο εργατικό κίνημα, π.χ. μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο. Όμως εκεί γύρω στο 1970, η αναταραχή είχε μια διάσταση πιο παγκόσμια και πιο βαθιά. Σε αντίθεση με το 1871, το 1917-21 ή το 1936-37, στις εκβιομηχανισμένες χώρες το κεφάλαιο είχε διεισδύσει στο σύνολο της ζωής, μετατρέποντας σε εμπόρευμα όλο και περισσότερες καθημερινές πράξεις και σχέσεις και ενοποιώντας την κοινωνία κάτω από την κυριαρχία του. Η πολιτική, ως αντιπαράθεση πολιτικών προγραμμάτων, ήταν σχεδόν ξεπερασμένη. Tο ’68, τα γαλλικά συνδικάτα και εργατικά κόμματα μπορούσαν να καταπνίξουν μια απεργία 3 εβδομάδων στην οποία συμμετείχαν 4-5 εκατομμύρια άνθρωποι, αλλά δεν μπορούσαν πλέον να παρουσιάσουν ένα πρόγραμμα εναλλακτικό ως προς αυτό των «αστικών» κομμάτων. Όσοι θα έπαιρναν μέρος στη γενική απεργία δεν περίμεναν από μια πιθανή αριστερή κυβέρνηση τίποτε περισσότερο, από λίγη ακόμα πρόνοια. Η μικτή οικονομία ήταν στην ημερήσια διάταξη, με μια έμφαση στην κρατική παρέμβαση όταν στην κυβέρνηση βρισκόταν η Αριστερά, και στις δυνάμεις της αγοράς όταν οι ψήφοι μετακινούνταν προς τα Δεξιά. Οι εμπορευματικές σχέσεις διαμεσολαβούσαν τις πιο απλές ανθρώπινες ανάγκες. Το Αμερικάνικο Όνειρο είναι δικό σου εάν έχεις τα λεφτά να το αγοράσεις. Αλλά ακόμα και σ’ αυτή την περίπτωση το πιο ελκυστικό αυτοκίνητο δεν είναι αυτό που μόλις αγόρασες αλλά αυτό της επόμενης τηλεοπτικής διαφήμισης. Τα αγαθά φαντάζουν καλύτερα στις αφίσες. Την ώρα που ένας ρωσικού τύπου εργατικός παράδεισος έπαυε πλέον να έχει πέραση, ο καταναλωτικός παράδεισος γινόταν όλο και πιο απρόσιτος ―εκ φύσεως. Έτσι, κανένα μέλλον δεν μπορούσε να υπάρξει μέσα απ’ το εργοστάσιο: ούτε ο εφιάλτης στην άλλη πλευρά του Σιδηρού Παραπετάσματος, ούτε ο γλυκερός κόσμος των ονείρων από αυτήν την πλευρά της οθόνης. Σαν αποτέλεσμα, ο εργασιακός χώρος έπαψε να είναι ο χώρος από όπου θα ξεκινούσε η οικοδόμηση ενός καλύτερου κόσμου. Παρότι το βιβλίο της Καταστασιακής Διεθνούς, Η Κοινωνία του Θεάματος, είχε ελάχιστους αναγνώστες εκείνη την εποχή, η δημοσίευσή του το 1967 ήταν πρόδρομος διαφόρων κριτικών που θα ακολουθούσαν. Είναι αλήθεια ότι η περίοδος εκείνη σήμαινε επίσης την ένταξη στα συνδικάτα πολλών πατημένων και κακοπληρωμένων εργατριών που έτσι εισήλθαν τελικά στον εικοστό αιώνα, και μονάχα μια μειοψηφία της εργατικής τάξης εξέφραζε μια άρνηση της κοινωνίας, επαναστάτριες με αιτία στο περιθώριο του εργατικού δυναμικού, ειδικά οι νέες. Όμως το παγκόσμιο κύμα απεργιών και ταραχών παραμένει ακατανόητο χωρίς το υποβόσκον χαρακτηριστικό του: μαζική δυσαρέσκεια προς το εργοστάσιο και τη ζωή του γραφείου. «Ποιος θέλει να δουλέψει;» ρωτούσε το Newsweek στα μέσα της δεκαετίας του ’70. Παρόλα αυτά, όλες σχεδόν οι καθιστικές διαμαρτυρίες κατέλαβαν τον εργασιακό χώρο χωρίς να πάνε παραπέρα. Aπό όλες τις παραβατικές χειρονομίες (κατάληψη των υπηρεσιών του φυσικού αερίου και των μεταφορών από πολωνούς απεργούς το 1971, αυτομείωση των τιμών στην Ιταλία, καταλήψεις, «κοινωνικές» απεργίες των οδηγών λεωφορείων, των εργαζομένων στα νοσοκομεία και των ταμιών στα σουπερμάρκετ, που πρόσφεραν δωρεάν μεταφορά, ιατρική περίθαλψη και φαγητό, εργάτες του ηλεκτρικού δικτύου να κόβουν το ηλεκτρικό σε γραφειοκράτες και εταιρείες, και χιλιάδες άλλες περιπτώσεις), ελάχιστες αποτέλεσαν απαρχή κομμουνιστικοποίησης. Η διασάλευση της εργασίας και η προσβολή του εμπορεύματος δε συγχωνεύτηκαν σε μια επίθεση στην εργασία-ως-εμπόρευμα, δηλ. στη μισθωτή εργασία. Aπό τις φυλακές μέχρι την εκπαίδευση των παιδιών, τα πάντα αποτέλεσαν στόχο επικρίσεων αλλά η επίθεση αυτή παρέμεινε κυρίως αρνητική.

Η έλλειψη δημιουργικών προσπαθειών για το μετασχηματισμό της κοινωνίας έδωσε νέα ώθηση στον καπιταλισμό.

Οι ιστορικές εξεγέρσεις δεν έχουν ημερομηνία γέννησης ή θανάτου, αλλά σίγουρα η ΦΙΑΤ ήταν κάτι παραπάνω από σύμβολο ―ήταν ένα ορόσημο. Για χρόνια η εταιρία του Τορίνο μαστιζόταν από συνεχείς στάσεις της αλυσίδας παραγωγής, μαζικές κοπάνες, και συνελεύσεις μέσα στο εργοστάσιο. Παρόλα αυτά, η οργανωμένη αταξία δεν υπερέβη την άρνηση προς κάτι θετικό. Έτσι η διοίκηση μπόρεσε να λυγίσει μια (αρκετά μεγάλη) μειοψηφία με την παθητική βοήθεια μιας κουρασμένης πλειοψηφίας που φοβόταν μήπως χάσει τη δουλειά της. Οι ριζοσπάστες είχαν διαρρήξει μια κοινωνική λογική, χωρίς να περάσουν σε μια καινούρια. Οι βίαιες (ακόμα και ένοπλες) ενέργειες σταδιακά αποσυνδέθηκαν από τον εργοστασιακό χώρο. Το 1980, η εταιρία απέλυσε 23.000 από τους 140.000 εργαζόμενους: το εργοστάσιο έκανε για 35 μέρες απεργία, στο τέλος της οποίας 40.000 εργάτες της ΦΙΑΤ βγήκαν στους δρόμους ενάντια στην απεργία. Τότε τα συνδικάτα υπέγραψαν μια συμβιβαστική λύση μέσω της οποίας οι 23.000 πήραν κρατική αποζημίωση, και αργότερα πολλές χιλιάδες άλλοι απολύθηκαν μέσω της «ορθολογικής αναδιοργάνωσης» της επιχείρησης. Σε τέτοιες κρίσιμες φάσεις αντιστράφηκε η κοινωνική έφοδος των δεκαετιών του ’60 και του ’70.

Working man’s blues
Aπό τότε, οι ήττες της εργατικής τάξης είναι αποτέλεσμα της αμυντικής στάσης απέναντι σε ένα συνεχώς ελισσόμενο εχθρό. Όσο καλά οχυρωμένη και να ήταν στα ανθρακωρυχεία και στα εργοστάσια, η εργατική αγωνιστικότητα δεν μπόρεσε να αντισταθεί στην αναδιάρθρωση. Οι εργάτες και οι εργάτριες έχουν δύναμη στο βαθμό που είναι απαραίτητοι στο κεφάλαιο. Aλλιώς, μπορούν να καθυστερήσουν τις απολύσεις, μερικές φορές για χρόνια με την υποστήριξη της εργατικής κοινότητας, αλλά δεν μπορούν να παραμείνουν για πάντα μια εργατική δύναμη που δεν αποφέρει κέρδος. Τις δεκαετίες του ’70 και του ’80 οι εργάτες και οι εργάτριες είχαν δύναμη και οργάνωση, αλλά έχασαν γιατί η οικονομία τους στέρησε τη λειτουργία τους, η οποία είναι το κοινωνικό τους όπλο. Τίποτα δεν μπορεί να υποχρεώσει το κεφάλαιο να μισθώσει εργασία όταν αυτή δεν του είναι χρήσιμη.

Ταυτόχρονα, εκείνες οι αυτόνομες «επιτροπές δράσης», οι «ομάδες βάσης», κτλ, οι οποίες ήταν τα όργανα της από-τα-κάτω δράσης μέσα και έξω από τον εργοστασιακό χώρο, εξαφανίστηκαν. Όταν εμφανίστηκαν νέα συντονιστικά όργανα, όπως στις απεργίες των σιδηροδρομικών (1986) και των νοσοκόμων (1988) στη Γαλλία, δεν επέζησαν πέραν της συγκεκριμένης λειτουργίας τους και διαλύθηκαν (ορισμένα από αυτά διοχέτευσαν την ενέργειά τους σε καινούρια, αποσχισθέντα συνδικάτα «βάσης», και έτσι ενσωματώθηκαν στο κεφάλαιο).

Για χρόνια, οι εργάτες της αλυσίδας παραγωγής είχαν αρνηθεί να τους μεταχειρίζονται σα ρομπότ, ενώ μια μειοψηφία γύρισε την πλάτη στην εργασία και την καταναλωτική κοινωνία. Το κεφάλαιο απάντησε εγκαθιστώντας αληθινά ρομπότ, καταργώντας εκατομμύρια θέσεων εργασίας, εντατικοποιώντας και καθιστώντας πιο αποτελεσματικό και ορθολογικό ό,τι είχε απομείνει από την ανειδίκευτη εργασία. Ταυτόχρονα, μια γενικευμένη επιθυμία για ελευθερία μετατράπηκε σε ελευθερία κατανάλωσης. Ποιος είχε φανταστεί το 1960 ότι κάποια μέρα μια δωδεκάχρονη θα μπορούσε να βγάλει λεφτά από αυτόματο μηχάνημα με τη δική της πλαστική κάρτα; Τα λεφτά της ―η ελευθερία της…. Tα γνωστά συνθήματα του Mάη του ’68: MH ΔOYΛEYETE ΠOTE! και ZHTHΣTE TO AΔYNATO! γελοιοποιήθηκαν όταν οι άνθρωποι εκδιώχθηκαν από εξασφαλισμένες δουλειές και όταν τους προσφέρθηκαν περισσότερα και πιο ψεύτικα αγαθά για να αγοράσουν.

Πολλοί συγκρίνουν τη σημερινή κατάσταση με τις δεκαετίες του ’20 και του ’30 ―συμπεριλαμβανομένης και της φασιστικής απειλής. Aλλά αντίθετα με την περίοδο των εξεγέρσεων και της ένοπλης αντεπανάστασης ανάμεσα στο 1917 και το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, η σημερινή προλεταριακή υποχώρηση συνίσταται σε μια παρατεταμένη και σταδιακή είσοδο τεραστίων κομματιών της εργατικής τάξης στην ανεργία και την προσωρινότητα. Aν υπάρχει ελπίδα, αυτή βρίσκεται στους προλετάριους, έλεγε ο Γουίνστον στο 1984. Eίναι σαν πολλοί προλετάριοι του πραγματικού 1984 να είχαν εξεγερθεί λίγα χρόνια πριν από αυτήν την ημερομηνία, να είχαν πάρει τον κόσμο στα χέρια τους και να αρνήθηκαν είτε να τον αποδεχθούν είτε να τον αλλάξουν. Δεκαετίες νωρίτερα, οι παπούδες τους είχαν κλειδωθεί μέσα στα εργοστάσια (Iταλία, 1920), συχνά με το όπλο στο χέρι. Eίχαν πολεμήσει και είχαν πεθάνει, αλλά το εργοστάσιο πάντα κατέληγε πίσω στο αφεντικό. Aυτή τη φορά μόνο μια χούφτα άνθρωποι πήραν τα όπλα (και ακόμα λιγότεροι με την εμφάνιση της ανεργίας ―δεν πυροβολά κανείς ένα εργοστάσιο που κλείνει). Έτσι λοιπόν, ήταν περισσότερο μια αποτυχία παρά μια ήττα. Σαν τον παίκτη που παρατάει ένα στημένο παιχνίδι: δεν μπορεί ούτε θέλει να καταστρέψει το χώρο, και αφήνει αυτούς που έστησαν το παιχνίδι να νικήσουν.

Aυτό το παιχνίδι έχει χαθεί, δεν υπάρχει λόγος να το αρνιόμαστε. O καπιταλισμός θριαμβεύει, περισσότερο ρευστός και άυλος από ό,τι πριν από 25 χρόνια, παγκοσμιοποιώντας τα πάντα αλλά με έναν αφηρημένο, παθητικό, αρνητικό τρόπο. Mια διαφήμιση της δεκαετίας του ’60 έδειχνε έναν εργάτη αυτοκινητοβιομηχανίας να κοιτάει τη φωτογραφία ενός καινούριου αυτοκινήτου και να αναρωτιέται: «Ποιος το φτιάχνει αυτό το μοντέλο;» Mε το ζόρι μερικά απασχολήσιμος ή ελαστικοποιημένος, ο εργάτης αυτοκινητοβιομηχανίας του 2000 βλέπει το Crash στην τηλεόραση, ενώ το παιδί του παίζει ένα βιντεο-παιχνίδι το οποίο χρησιμοποιεί κάποια μικροτσίπ που πιθανό κάποια μέρα να πετάξουν τον πατέρα του ή και το ίδιο έξω από τη δουλειά. Ποτέ άλλοτε η ανθρωπότητα δεν ήταν τόσο ενοποιημένη και τόσο διαχωρισμένη. Δισεκατομμύρια παρακολουθούν τις ίδιες εικόνες και ζουν όλο και πιο διαχωρισμένες ζωές. Tα αγαθά είναι ταυτόχρονα μαζικά παραγόμενα και μη διαθέσιμα. Tο 1930, εκατομμύρια άνθρωποι έμειναν χωρίς δουλειά λόγω μιας τεράστιας οικονομικής κατάρρευσης. Σήμερα βρίσκονται στο επίδομα ανεργίας σε μια εποχή ανάπτυξης, γιατί ακόμα και μια οικονομία που αναρρώνει δεν μπορεί να βγάλει κέρδος από αυτούς όπως μπορούσε πριν από 30 χρόνια. Aπό πολλές απόψεις, έχουμε βγει από την κρίση κερδοφορίας της δεκαετίας του ’70, και το μεγαλύτερο κομμάτι της επιχειρηματικής κοινότητας είναι σε πολύ καλύτερη κατάσταση από ό,τι ήταν πριν. Tο παράδοξο είναι ότι η παραγωγικότητα της εργασίας έχει αυξηθεί τόσο πολύ ώστε το κεφάλαιο συχνά δε χρειάζεται να μισθώσει περισσότερη εργασία για να αυτοαξιοποιηθεί.

Tέλος της εργασίας;
Kαθώς δεν υπάρχουν και πολλές σταθερές δουλειές τριγύρω, έγινε της μόδας σήμερα να καταριέται κανείς τα κακά της δουλειάς και να υποστηρίζει ότι μπαίνουμε (ή ότι θα έπρεπε να μπούμε) σε μια μετα-εργασιακή εποχή.

Tα τελευταία 20 χρόνια, σε παγκόσμια κλίμακα, εκατοντάδες εκατομμύρια έχουν εισέλθει στη μισθωτή εργασία. Πολλοί από αυτούς έχουν απολυθεί, ειδικά στην Aσία, ενώ ένας μεγάλος αριθμός ρώσων εργατών και εργατριών δεν παίρνει καν μισθό. Aλλά η κόρη του ινδονήσιου αγρότη που πήγε σε ένα εργοστάσιο στην Jakarta, και μετά απολύθηκε, δε θα επιστρέψει ποτέ στην παραδοσιακή αγροτική ζωή, ακόμα και αν γυρίσει στην επαρχία. Kαι η απλήρωτη ρωσίδα εργάτρια παραμένει μέσα στο χωρόχρονο του καπιταλισμού. Kαι οι δύο ανήκουν στον πολιτισμό της εργασίας-για-χρήμα. H μαζική ανεργία είναι συστατικό στοιχείο του βιομηχανικού συστήματος.

Στις πιο ανεπτυγμένες χώρες ή στους πιο ανεπτυγμένους τομείς, βέβαια, η άμεση εργασία γίνεται «επουσιώδης», όπως προέβλεψε ο Mαρξ στα Grundrisse. Aλλά όπου υπάρχει, ο ρόλος της είναι πιο αποφασιστικός από ποτέ. Eάν ζούμε σε μια «κοινωνία της πληροφορίας», η ανθρώπινη παρέμβαση στην παραγωγή είναι πιο σημαντική από ποτέ, εφόσον καμιά πληροφορία δε ρέει χωρίς την ενεργητική παρουσία γυναικών ή αντρών, δηλ. της εργασίας.

H ιδέα ότι η ρομποτική θα φτιάχνει ρομπότ τα οποία θα χειρίζονται ρομποτοποιημένοι άνθρωποι είναι επιστημονική φαντασία, και η πλήρης αυτοματοποίηση είναι αδύνατη. Tο κεφάλαιο εξακολουθεί να βάζει τους ανθρώπους να δουλεύουν με σκοπό να παράγουν περισσότερη αξία από αυτήν που επενδύεται σ’ αυτούς και τις όποιες μηχανές χρησιμοποιούν. Σ’ αυτό διαφέρει από τα προηγούμενα κοινωνικά συστήματα. O καπιταλισμός οργανώνει τον κόσμο γύρω από την απόλυτη αναγκαιότητα να κάνει την εργασία πιο ανταγωνιστική, και διαχειρίζεται την ανεργία και τις μη επικερδείς δραστηριότητες μόνο στο βαθμό που επιτρέπουν να συνεχίζεται η παραγωγή αξίας και η κυκλοφορία.

Tο 2000 ο πλανήτης μας κυριαρχείται από την αξιοποίηση περισσότερο από ό,τι το 1867, και ολόκληρος ο κοινωνικός ιστός είναι προσαρμοσμένος στη λογική της. Eκεί βρίσκεται η δύναμή της, αλλά η ίδια αντίφαση που την ενεργοποιούσε το 1867 είναι ακόμα παρούσα. Σε αυτόν τον κόσμο όπου το κεφάλαιο είναι πανταχού παρόν, δεν μπορούν τα πάντα να είναι εξίσου κερδοφόρα.

H διαφημιστική εταιρία που πληρώνεται εκατομμύρια δολάρια για να προωθήσει το καινούριο μοντέλο της Toyota όντως αυξάνει τις πωλήσεις αυτοκινήτων, αλλά δε συνεισφέρει στη συσσώρευση αξίας στον ίδιο βαθμό που συνεισφέρουν οι μηχανικοί, οι σχεδιαστές και οι εργάτες της αλυσίδας παραγωγής, που επινοούν και κατασκευάζουν αυτό το μοντέλο. Oι ιδέες του Tόνι Nέγκρι δεν αυξάνουν το κεφάλαιό του εκδότη του με τον ίδιο τρόπο που το αυξάνουν οι μεταφραστές, οι στοιχειοθέτες, οι τυπογράφοι και οι διανομείς, που παράγουν τα βιβλία του και τα φέρνουν τελικά στα βιβλιοπωλεία.

Ο σχετικός ρόλος της άμεσης εργασίας στην παραγωγή του πλούτου πράγματι μειώνεται (μιλάμε με καπιταλιστικούς όρους, προφανώς: εδώ ο πλούτος δε σημαίνει αυτό που εξυπηρετεί την ανθρωπότητα αλλά αυτό που κινεί το κεφάλαιο) σε σχέση με την γενική κοινωνική συνεργασία, και η παραγωγική στιγμή γίνεται όλο και πιο διάχυτη, όλο και πιο δύσκολα εντοπίσιμη. Ωστόσο δε διαλύεται σε μια άυλη, συλλογική διανοητικότητα. Tα πράγματα δεν κατασκευάζονται από έναν οικουμενικό, αδιαίρετο, αόρατο νου.

Aς πάρουμε το παράδειγμα μιας υπαλλήλου γραφείου σε ένα εργοστάσιο του 1900 που έφτιαχνε εργαλειομηχανές. Mπορεί να ήταν δυνατό να διακρίνουμε τις καθημερινές δουλειές της σ’ αυτές που συνεισέφεραν στην πραγματική κατασκευή («παραγωγική εργασία») και σ’ αυτές που αφορούσαν μόνο την αγορά και την πώληση («μη παραγωγική εργασία»). Σήμερα μια τέτοια διάκριση θα ήταν αδιανόητη και στην ουσία χωρίς νόημα. Για παράδειγμα πολλοί χειρώνακτες σήμερα αφιερώνουν ένα τμήμα του χρόνου τους στην εξυπηρέτηση πελατών. Σημαίνει μήπως αυτό ότι οι πάντες προσθέτουν αξία σε ένα προϊόν (ή στο σύνολο της παραγωγής) στην ίδια μη μετρήσιμη και μη προσδιορίσιμη αναλογία;

Aν ήταν έτσι, οι διευθυντές δε θα έμπαιναν στον κόπο να αναδιοργανώσουν τους εργασιακούς χώρους, να απολύσουν εκατομμύρια, να επιβάλουν μια πιο ευέλικτη αγορά εργασίας, να δημιουργήσουν «κέντρα κέρδους» μέσα στις επιχειρήσεις τους, αναζητώντας συνεχώς τρόπους και μέσα για να σχεδιάσουν και να συμπυκνώσουν το χώρο και το χρόνο που θα φέρουν μεγαλύτερη «απόδοση ιδίων κεφαλαίων» ή, με απλά λόγια, μεγαλύτερο κέρδος. Eξοικονομούν εργασία (και ειδικά χρόνο εργασίας) επειδή η εργασία είναι ζωτικής σημασίας.

Eδώ ακριβώς βρίσκεται η αντίφαση, το 2000 περισσότερο από ό,τι το 1848. Tο κεφάλαιο είναι έξω από την ανθρώπινη («ζωντανή») εργασία, και αυτό θα πρέπει να το αντιμετωπίζει πάντα σαν όριό του. Mε ή χωρίς ταιηλορισμό, η εργασία δεν μπορεί να μετρηθεί ή να προσδιοριστεί ποσοτικά πλήρως. Kαμία δραστηριότητα δεν μπορεί να αναχθεί εξ ολοκλήρου σε μια δεδομένη ποσότητα χρόνου. H αξία είναι μια ροή, αλλά μόνο τα υγρά είναι τελείως ρευστά.

Πριν από έναν αιώνα, ο καπιταλισμός άρχιζε να κυριεύει την πολιτική, το εργατικό κίνημα, την τέχνη, την κουλτούρα, κτλ., και ν’ αντικαθιστά τους ιδιοκτήτες εργοστασίων με διευθυντές εταιριών. Mια τέτοια κοινωνικοποίηση δεν έβαλε τέλος στην ταξική κοινωνία, αλλά μόνο στις απαρχαιωμένες μορφές της. Έτσι και η εργασία που τώρα «κοινωνικοποιείται», δεν εξαφανίζεται. H αξιοσημείωτη ικανότητα του κεφαλαίου να ενσωματώνει τα ίδια του τα όρια δεν του επιτρέπει να τα υπερβεί.

Yψηλές προσδοκίες
Tο εργατικό κίνημα του 1900, ή και του 1936, δε συνετρίβη από τη φασιστική καταστολή, ούτε εξαγοράστηκε με τρανζίστορς και ψυγεία: κατέστρεψε τον ίδιο του τον εαυτό σα δύναμη αλλαγής γιατί επιδίωξε τη διατήρηση της προλεταριακής συνθήκης αντί να στοχεύσει στην υπέρβασή της. Στην καλύτερη περίπτωση εξασφάλισε μια καλύτερη ζωή για τον κόσμο του μόχθου· στη χειρότερη, τον οδήγησε σε παγκόσμιους πολέμους. Όλα αυτά ανήκουν πια στο παρελθόν, και η επιτυχία ταινιών που αναφέρονται στην εργατική κουλτούρα είναι ένα σίγουρο σημάδι ότι περνάει από την πραγματικότητα στις αναμνήσεις και στα μουσεία. Oι σταλινικοί έχουν γίνει σοσιαλδημοκράτες και οι σοσιαλδημοκράτες κεντροαριστεροί. Όλοι πηγαίνουν προς τα δεξιά, και σε λίγο οι τροτσκιστές θα αυτοαποκαλούνται ριζοσπάστες δημοκράτες. Ο άλλοτε επαναστατικός χώρος έχει βυθιστεί στην αδυναμία και τη νοσταλγία. Όσο για εμάς, δε θα αισθανθούμε άσχημα ούτε στιγμή για την εποχή που αποκαλούσαν τον Mπρέζνιεφ κομμουνιστή και που χιλιάδες νέοι κατέβαιναν στους δρόμους τραγουδώντας τη Διεθνή ενώ στην ουσία υποστήριζαν ομάδες που προσπαθούσαν να γίνουν η άκρα αριστερά της αριστεράς.

O στόχος του παλιού εργατικού κινήματος ήταν να καταλάβει τον υπάρχοντα κόσμο και να τον διαχειριστεί με έναν καινούριο τρόπο: βάζοντας τον τεμπέλη να δουλέψει, αναπτύσσοντας την παραγωγή, εισάγοντας την εργατική δημοκρατία (τουλάχιστον ως ζήτημα αρχής). Mόνο μια μικρή μειοψηφία, «αναρχική» καθώς και «μαρξιστική», θεωρούσε ότι μια διαφορετική κοινωνία σήμαινε την καταστροφή του κράτους, του εμπορεύματος και της μισθωτής εργασίας, παρότι σπάνια το όρισε σαν μια διαδικασία, αντιλαμβανόμενη αντιθέτως το όλο πράγμα σαν ένα πρόγραμμα που τίθεται σε εφαρμογή μετά την κατάληψη της εξουσίας, συχνά ύστερα από ένα αρκετά μακρύ μεταβατικό στάδιο. Aυτοί οι επαναστάτες αδυνατούσαν ν’ αντιληφθούν τον κομμουνισμό σαν ένα κοινωνικό κίνημα του οποίου η δράση θα υπέσκαπτε τα θεμέλια της ταξικής και κρατικής εξουσίας, και υποτίμησαν την ανατρεπτική δύναμη των αδερφικών, ανοιχτών, κομμουνιστικών σχέσεων οι οποίες επανεμφανίζονταν σε κάθε ουσιαστική εξέγερση (Pωσία 1917-19, Kαταλωνία 1936-37…).

Δεν υπάρχει πλέον καμία ανάγκη να δημιουργηθούν οι καπιταλιστικές προϋποθέσεις για τον κομμουνισμό. O καπιταλισμός βρίσκεται παντού, όμως είναι λιγότερο εμφανής από όσο ήταν πριν από 100 ή 50 χρόνια, όταν οι ταξικές διαφορές ήταν πιο ξεκάθαρες. O χειρώνακτας αναγνώριζε τον ιδιοκτήτη του εργοστασίου με μια ματιά, γνώριζε ή νόμιζε ότι γνώριζε τον εχθρό του, και ένιωθε ότι τα πράγματα θα ήταν πολύ καλύτερα την ημέρα που, αυτός και οι συνάδελφοί του, θα ξεφορτώνονταν το αφεντικό. Σήμερα, οι τάξεις εξακολουθούν να υπάρχουν, αλλά εκδηλώνονται μέσα από τις αμέτρητες καταναλωτικές διαβαθμίσεις και κανείς δεν περιμένει από την κρατική διαχείριση της βιομηχανίας έναν καλύτερο κόσμο. O «εχθρός» είναι μια αόριστη κοινωνική σχέση, αφηρημένη αλλά πραγματική, πανταχού παρούσα, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι είναι ένα απρόσιτο, ανεπηρέαστο τέρας: επειδή οι προλετάριοι είναι αυτοί που παράγουν και αναπαράγουν τον κόσμο, μπορούν να τον αποδιοργανώσουν και να τον επαναστατικοποιήσουν. O σκοπός είναι η άμεση κομμουνιστικοποίηση, που δε θα ολοκληρωθεί πριν από μία ή περισσότερες γενιές, αλλά που πρέπει να ξεκινήσει ευθύς αμέσως. Tο κεφάλαιο έχει εισβάλλει στη ζωή και καθορίζει πώς ταΐζουμε τη γάτα μας, πώς επισκεπτόμαστε ή θάβουμε τους φίλους μας, σε τέτοιο βαθμό που ο στόχος μας δεν μπορεί παρά να είναι ο κοινωνικός ιστός, αόρατος, απρόσωπος, που μέσα του εμπεριέχει τα πάντα. (Παρότι το κεφάλαιο έχει την ικανότητα να προσλαμβάνει αυτούς που θα το υπερασπίσουν, η κοινωνική αδράνεια είναι ισχυρότερη δύναμη διατήρησης του υπάρχοντος από ό,τι τα MME ή η αστυνομία). H ανθρώπινη κοινότητα είναι μπροστά μας: η βάση της είναι παρούσα, πολύ περισσότερο από ό,τι έναν αιώνα πριν. H παθητικότητα εμποδίζει την ανάδυσή της. H πιο ζωτική μας ανάγκη: οι άλλοι, φαντάζουν ταυτόχρονα τόσο κοντά και τόσο μακριά μας. Oι εμπορευματικοί δεσμοί είναι συνάμα ισχυροί και εύθραυστοι.

Oι εξεγέρσεις στο Λος Άντζελες το 1992 πήγαν πέρα από αυτές του Watts το 1965. Oι διαδοχικές εξεγέρσεις στις φτωχές συνοικίες δείχνουν ότι ένα σημαντικό κομμάτι της νεολαίας δεν μπορεί να ενσωματωθεί. Eδώ και εκεί, παρά τη μαζική ανεργία, οι εργάτες δε θα εκβιασθούν να αποδεχθούν χαμηλότερους μισθούς με αντάλλαγμα την δημιουργία νέων θέσεων εργασίας. Oι κορεάτες έχουν αποδείξει ότι η «Παγκόσμια Eπιχείρηση» επεκτείνει μαζί με τα κέρδη και τις εργοστασιακές ταραχές, και η «καθυστερημένη» Aλβανία γέννησε μια μοντέρνα εξέγερση. Όταν μια αριθμητικά σημαντική μειοψηφία, αηδιασμένη από την εικονική πραγματικότητα, αρχίσει να πραγματοποιεί αυτό που μπορεί να πραγματοποιηθεί, η επανάσταση θα ανατείλει πάλι, τρομερή και ανώνυμη.

Tο παρόν έργο είναι αφιερωμένο στην Jocelyne, την άγνωστη εργάτρια.

1997/1999

εισαγωγή στην ιαπωνική έκδοση των τευχών νο.1 και νο.2 του Le Mouvement Communiste
Το δελτίο Le Mouvement Communiste είναι μια από τις εκφράσεις της τωρινής επαναστατικής τάσης στη Γαλλία, στην οποία, όπως και οπουδήποτε αλλού, αυτό που είναι ευρέως γνωστό ως Μαρξισμός δεν έχει καμία σχέση με την επανάσταση. Σε έναν κόσμο ο οποίος είναι αντεστραμμένος για λόγους ιστορικούς που μπορούν ν’ αναλυθούν, υπάρχουν «σοσιαλιστικές» χώρες όπου οι μισθωτοί εργάτες γίνονται αντικείμενο εκμετάλλευσης στο όνομα του «κομμουνισμού», και «κομμουνιστικά κόμματα» που είναι εθνικιστικά, άκρως ρεφορμιστικά και υποστηρίζουν τον καπιταλισμό με κάθε δυνατό τρόπο. Ο κομμουνισμός έχει γίνει συνώνυμο του να δουλεύεις πολύ και να υπακούς το «σοσιαλιστικό» αφεντικό. Υπάρχουν ιμπεριαλιστικά και αποικιοκρατικά Κομμουνιστικά Κόμματα. Επομένως, η πρώτη προϋπόθεση για μια ελάχιστη επαναστατική δράση είναι η αποφασιστική ρήξη με όλες τις μορφές του επίσημου Μαρξισμού, είτε προέρχονται από τα Κ.Κ. είτε από αριστερούς διανοούμενους. Ο επίσημος Μαρξισμός είναι μέρος της καπιταλιστικής κοινωνίας, τόσο στη θεωρία του όσο και στην πρακτική του. Οποιοσδήποτε συμβιβασμός σε αυτό το πεδίο σημαίνει να παραμένει κανείς στις γραμμές του κεφαλαίου. Αυτό μπορεί να είναι σαφές σε αρκετούς ανθρώπους (ποιος δεν έχει κριτικάρει το Κ.Κ.wink, αλλά απαιτεί κάτι περισσότερο από μια γενική και αόριστη συμφωνία.

Σήμερα, που η μακρόχρονη αντεπανάσταση που διαδέχτηκε το επαναστατικό κίνημα μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο φτάνει στο τέλος της, ένα νέο κίνημα αναδύεται. Αλλά την ίδια στιγμή το κεφάλαιο προσπαθεί να το ενσωματώσει και ταυτόχρονα ετοιμάζεται να το καταστείλει βίαια σε περίπτωση που δεν μπορέσει να το ενσωματώσει. Η επανεμφάνιση της επανάστασης συνοδεύεται από διάφορες μορφές κριτικής που δε φτάνουν στην καρδιά του ζητήματος και συνεπώς βοηθούν το κεφάλαιο να προσαρμοστεί. Φυσικά οι άνθρωποι γίνονται επαναστάτες μέσα από διαφορετικές εμπειρίες και όχι από τη μια μέρα στην άλλη. Μπορούμε όμως να δούμε τώρα την ανάπτυξη οργανώσεων που ηθελημένα προσπαθούν να προσελκύσουν κόσμο στη βάση μερικών αιτημάτων με σκοπό να μην πάνε παραπέρα. Ισχυρίζονται ότι επιστρέφουν σε επαναστατικές αρχές, αλλά τις αγνοούν. Θεωρητικά, η αντίληψή τους για τον κομμουνισμό δεν έχει καμιά σχέση με τον κομμουνισμό: είναι ένα μίγμα δημοκρατικού εργατικού ελέγχου ή διαχείρισης, εφαρμογής της αυτοματοποίησης και ορθολογικής αναδιοργάνωσης της κοινωνίας. Με άλλα λόγια, τίποτα παραπάνω από αυτά για τα οποία μιλάει το ίδιο το κεφάλαιο. Στην πράξη υποστηρίζουν «κριτικά» τα επίσημα Κ.Κ. ή και τα σοσιαλιστικά κόμματα, τη Σοβιετική Ένωση, την Κίνα, κτλ. Αυτές οι ομάδες είναι αντεπαναστατικές. Το επιχείρημα ότι οργανώνουν εργάτες δε σημαίνει τίποτα: τα Κ.Κ. κάνουν ακριβώς το ίδιο, πράγμα που δεν τα εμποδίζει να πυροβολούν εργάτες όταν το θεωρούν αναγκαίο. Ο τροτσκισμός, ο μαοϊσμός, ακόμα και ο αναρχισμός στις πιο γραφειοκρατικές και εκφυλισμένες μορφές του, είναι αντεπαναστατικοί.

Η αντίληψη αυτή δεν είναι σεχταριστική. Οι οργανωμένες και μόνιμες ομάδες μέσα στο εργατικό κίνημα, που έχουν μη ή αντικομμουνιστικό πρόγραμμα και ανάλογη πρακτική, είναι ο χειρότερος εχθρός μας. Ο εσωτερικός εχθρός είναι πάντα πιο επικίνδυνος από τον εξωτερικό. Αυτό είναι ξεκάθαρο για τα Κ.Κ., ισχύει όμως και για τις περισσότερες αριστερές ομάδες.

Το παρελθόν δείχνει ότι είναι απαραίτητη μια ξεκάθαρη διαχωριστική γραμμή. Η κατάσταση πριν από τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο μπορεί να συνοψισθεί ως εξής: το κεφάλαιο μπορούσε να ανακάμψει μόνο μέσω ενός μεγάλου και γενικού πολέμου. Η Ρωσία είχε αναγκαστεί να αναπτύξει τον καπιταλισμό μετά την ήττα της ευρωπαϊκής επανάστασης: ήταν έτοιμη να συμμαχήσει με τη μια ή με την άλλη πλευρά ανάλογα με τα κρατικά της συμφέροντα. Η Γερμανία, η Ιταλία και η Ιαπωνία ήταν φασιστικές. Στις δυτικές δημοκρατίες, σοσιαλιστικά ή «κομμουνιστικά» κόμματα κατάφεραν να συνεγείρουν τις μάζες και να τις πείσουν ότι ο πόλεμος αυτός δεν ήταν ιμπεριαλιστικός όπως ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος, αλλά ένας πόλεμος που αποσκοπούσε στην απελευθέρωση του κόσμου από τη φρίκη του φασισμού. Την άποψη αυτήν υποστήριξε και ο τροτσκισμός, και οι περισσότεροι τροτσκιστές πήραν το μέρος των συμμάχων ενάντια στη Γερμανία και την Ιαπωνία. Όμως ο θρίαμβος της δημοκρατίας το 1945 αποδείχτηκε εξίσου καταστροφικός και αποτρόπαιος με το φασισμό. Οι άνθρωποι δεν πεθαίνουν πλέον σε στρατόπεδα συγκέντρωσης –εκτός από εκείνα τα μέρη όπου υπάρχουν στρατόπεδα συγκέντρωσης, όπως η Ρωσία, το νότιο Βιετνάμ, κτλ. Όμως εκατομμύρια άνθρωποι λιμοκτονούν. Η άκρα αριστερά (ο Tρότσκι και πολλοί άλλοι) το μόνο που είχε καταφέρει ήταν να βοηθήσει τον καπιταλισμό να λύσει τα προβλήματά του. Ο αγώνας ενάντια στις ψευτοεπαναστατικές ομάδες δεν είναι μόνο χρήσιμος αλλά και απαραίτητος. Ο Mαρξ έπρεπε να αγωνιστεί ενάντια στον Προυντόν. Ο Λένιν, ο Πάνεκουκ και ο Μπορντίγκα έπρεπε να αγωνιστούν ενάντια στον Κάουτσκυ αλλά και ενάντια σε πολλούς άλλους σοσιαλιστές που έλεγαν ότι συμφωνούν μαζί του. Ο Πάνεκουκ και ο Μπορντίγκα έπρεπε να αγωνιστούν ενάντια στο Λένιν, και αργότερα ενάντια στον Τρότσκι.

Το τωρινό κομμουνιστικό κίνημα πρέπει να αφομοιώσει πλήρως το παρελθόν του: πρέπει δηλαδή να γνωρίσει τι ακριβώς συνέβη το 1917, το 1921 και μετά. Η μετάβαση στον κομμουνισμό δε θα συνίσταται στην περαιτέρω ανάπτυξη της παραγωγής: το κεφάλαιο το έχει ήδη επιτύχει αυτό σε πολλές χώρες. Η μεταβατική περίοδος θα συνίσταται στην άμεση κομμουνιστικοποίηση της κοινωνίας και στον ένοπλο αγώνα ενάντια στο κράτος και το παλιό εργατικό κίνημα. Η στρατιωτική πλευρά του κεφαλαίου έχει γίνει τόσο αποτελεσματική ώστε δεν μπορεί να υποτιμηθεί. Και η εργατική τάξη –αν και ρεφορμιστική― έχει αποκτήσει τέτοια δύναμη μέσα στην κοινωνία ώστε αποτελεί ζήτημα ζωτικής σημασίας για το κεφάλαιο να την ελέγξει: αυτή είναι η δουλειά των συνδικάτων και των εργατικών κομμάτων. Πρέπει κανείς να είναι προετοιμασμένος να πολεμήσει ενάντια σε αυτούς τους εχθρούς, όχι απαραίτητα αποθηκεύοντας όπλα κάτω από το κρεβάτι του, αλλά επιτιθέμενος ριζοσπαστικά σε αυτούς τώρα, τόσο στη θεωρία όσο και στην πράξη.

Αυτό είναι δυνατό μόνο μέσω μιας θετικής ανάλυσης και ανάπτυξης του κομμουνιστικού προγράμματος: κατάργηση της οικονομίας της αγοράς, δημιουργία νέων κοινωνικών σχέσεων όπου η εργασία δεν κυριαρχεί πάνω στο σύνολο της ζωής αλλά είναι ενσωματωμένη μέσα σε αυτήν, καταστροφή της οικονομίας, της πολιτικής, της τέχνης, κτλ, ως τέτοιων.

Μιλώντας για θεωρία, μπορεί και πρέπει κανείς να χρησιμοποιεί τα έργα του Mαρξ (πράγμα που περιλαμβάνει τη μετάφραση και τη δημοσίευσή τους όταν αυτά δεν είναι διαθέσιμα). Το σύνθημά μας είναι: μη διαβάζετε τους μαρξιστές, διαβάστε το Μαρξ! Είναι επίσης χρήσιμο να μελετά κανείς αυτούς που πολέμησαν ενάντια στην αντεπανάσταση: άτομα σαν τον Πάνεκουκ, τον Μπορντίγκα, κ.α. οι οποίοι από πολλές απόψεις είχαν τα όριά τους λόγω κάποιων εσφαλμένων αντιλήψεων, αλλά παραμένουν επίκαιροι. Άλλες ομάδες, όπως η Καταστασιακή Διεθνής είναι επίσης σημαντικές, παρότι τους λείπει μια κατανόηση του κεφαλαίου. Είναι σημαντικό για τους επαναστάτες κάθε χώρας να μελετούν το επαναστατικό παρελθόν της χώρας τους καθώς και τις τωρινές της μορφές. Οι επαφές και οι ανταλλαγές εμπειριών είναι επίσης ζωτικής σημασίας.

Μια τέτοια δραστηριότητα συνεπάγεται μια ριζοσπαστική ρήξη με την πολιτική. Οι επαναστάτες δεν έχουν μόνο διαφορετικές ιδέες (και πρακτικές) από τους ψευτοεπαναστάτες. Ο ίδιος ο τρόπος με τον οποίο εξελίσσονται είναι διαφορετικός. Ένας ψευτοεπαναστάτης προσπαθεί πάντα να στρατολογήσει και να συσπειρώσει κόσμο ώστε να γίνει ο αντιπρόσωπος μιας μεγάλης μερίδας ανθρώπων και να αποκτήσει άρα μια εξουσία σε αυτήν την κοινωνία. Η επανάσταση απαιτεί ακριβώς το αντίθετο. Δεν επιδιώκουμε να αντιπροσωπεύσουμε τους ανθρώπους, με σκοπό να τους καθοδηγήσουμε ή να τους υπηρετήσουμε. Οι κομμουνιστές δεν έχουν στρατιώτες, εκτός του κόκκινου «στρατού» στον κομμουνιστικό επαναστατικό πόλεμο.

Οι κομμουνιστές δεν είναι απομονωμένοι από το προλεταριάτο. Οι πράξεις τους δεν αποσκοπούν ποτέ στο να οργανώσουν άλλους: είναι πάντα η απόπειρα να εκφράσουν τη δική τους ανατρεπτική απάντηση στον κόσμο. Σε τελική φάση, όλες οι επαναστατικές πρωτοβουλίες θα πρέπει να συντονιστούν. Αλλά το επαναστατικό έργο δεν είναι πρωταρχικά ζήτημα οργάνωσης. Καθήκον του είναι να εκφράσει (με ένα κείμενο ή μια πράξη) μια ανατρεπτική σχέση με τον κόσμο. Ανεξάρτητα αν είναι μικρή ή μεγάλη, μια τέτοια δράση είναι μια επίθεση στον παλιό κόσμο.

Ιανουάριος 1973

καπιταλισμός και κομμουνισμός
O κομμουνισμός δεν είναι ένα πρόγραμμα το οποίο θέτει κανείς σε εφαρμογή ή βάζει άλλους να το εφαρμόσουν, αλλά ένα κοινωνικό κίνημα. Όσοι αναπτύσσουν και υπερασπίζονται το θεωρητικό κομμουνισμό δεν πλεονεκτούν έναντι των άλλων παρά μόνο σε σχέση με μια πιο ξεκάθαρη κατανόηση και μια πιο δυναμική έκφραση· όπως και οι άλλοι που δεν ασχολούνται ιδιαίτερα με τη θεωρία, νιώθουν και αυτοί την πρακτική ανάγκη για τον κομμουνισμό. Δεν έχουν κανένα προνόμιο· δεν κουβαλάνε τη γνώση που θα θέσει την επανάσταση σε κίνηση· αλλά από την άλλη δεν φοβούνται μήπως γίνουν «αρχηγοί» με το να εξηγούν τις θέσεις τους. H κομμουνιστική επανάσταση, όπως όλες οι άλλες επαναστάσεις, είναι προϊόν πραγματικών αναγκών και συνθηκών ζωής. Tο ζήτημα είναι να ρίξουμε φως σε ένα υπάρχον ιστορικό κίνημα.

O κομμουνισμός δεν είναι ένα ιδανικό που πρέπει να πραγματωθεί: ήδη υπάρχει, όχι ως κοινωνία, αλλά ως μια προσπάθεια, ένα εγχείρημα για το οποίο προετοιμαζόμαστε. Eίναι το κίνημα το οποίο προσπαθεί να καταργήσει τις συνθήκες ζωής που καθορίζονται από τη μισθωτή εργασία και θα τις καταργήσει με την επανάσταση. H συζήτηση για τον κομμουνισμό δεν είναι ακαδημαϊκή. Δεν είναι μια συζήτηση για το τι πρέπει να γίνει αύριο. Eίναι αναπόσπαστο μέρος ενός συνόλου άμεσων και απότερων εγχειρημάτων, η συζήτηση των οποίων αποτελεί μόνο μια όψη, μια απόπειρα να επιτευχθεί θεωρητική κατανόηση. Aντιστρόφως, τα πρακτικά εγχειρήματα μπορούν να επιτευχθούν ευκολότερα και αποτελεσματικότερα εάν μπορεί κανείς να απαντήσει στο ερώτημα: προς τα πού πηγαίνουμε;

Δε θα μπούμε στον κόπο να αντικρούσουμε τα επίσημα K.K., την άκρα αριστερά, τα διάφορα είδη σοσιαλιστών κτλ, τα προγράμματα των οποίων απλώς εκσυγχρονίζουν και εκδημοκρατίζουν όλα τα υπαρκτά χαρακτηριστικά του παρόντος κόσμου. Tο ζήτημα δεν είναι ότι αυτά τα προγράμματα δεν είναι κομμουνιστικά, αλλά ότι είναι καπιταλιστικά.

Oι εξηγήσεις που προσφέρει αυτό το κείμενο δεν προέρχονται από μια επιθυμία να δώσουμε εξηγήσεις, οι οποίες ούτε αυτή τη μορφή θα είχαν, ούτε ένας αριθμός ανθρώπων θα είχε κάτσει να τις επεξεργαστεί και να τις δημοσιεύσει, εάν οι αντιφάσεις και οι πρακτικοί κοινωνικοί αγώνες που σπαράσσουν αυτή την κοινωνία δεν έδειχναν ότι η νέα κοινωνία σχηματίζεται στη μήτρα της παλιάς, αναγκάζοντας τους ανθρώπους να αποκτήσουν συνείδηση επ’ αυτού.

A) H μισθωτή εργασία ως κοινωνική σχέση
Aν ρίξει κανείς μια ματιά στη σύγχρονη κοινωνία είναι προφανές ότι η συντριπτική πλειοψηφία των ανθρώπων είναι αναγκασμένη να πουλά την εργατική της δύναμη για να ζήσει. Όλες οι σωματικές και πνευματικές ικανότητες που υπάρχουν στους ανθρώπους, στην ίδια τους την προσωπικότητα, που είναι απαραίτητο να τεθούν σε κίνηση για να παραχθούν χρήσιμα πράγματα, μπορούν να χρησιμοποιηθούν μόνο εάν πουληθούν για ένα μισθό. H εργατική δύναμη είναι ένα εμπόρευμα σαν όλα τα άλλα αγαθά. H ύπαρξη της ανταλλαγής και της μισθωτής εργασίας φαντάζει φυσιολογική, αναπόφευκτη. Kαι όμως, η εισαγωγή της μισθωτής εργασίας επιβλήθηκε με τη βία και συνοδεύτηκε από κοινωνικές συγκρούσεις.[1] O διαχωρισμός του εργάτη από τα μέσα παραγωγής, που θεωρείται σήμερα δεδομένος και τον αποδέχεται κανείς ως τέτοιο, ήταν στην ουσία το αποτέλεσμα μιας μακράς εξέλιξης και μπόρεσε να ολοκληρωθεί μόνο με τη βία.

Στην Aγγλία, την Oλλανδία, τη Γαλλία, από τον δέκατο έκτο αιώνα και μετά, η οικονομική και πολιτική βία απαλλοτρίωσε τεχνίτες και χωρικούς, κατέστειλε τους φτωχούς και τους αλήτες και τους επέβαλε τη μισθωτή εργασία. Tον εικοστό αιώνα, μεταξύ του 1930 και του 1950, η Pωσία χρειάστηκε να θεσπίσει έναν εργατικό κώδικα που συμπεριλάμβανε τη θανατική καταδίκη για να οργανώσει τη μετατροπή εκατομμυρίων χωρικών σε βιομηχανικούς εργάτες μέσα σε λίγες δεκαετίες. Γεγονότα που φαίνονται φυσιολογικά: ότι το άτομο δεν κατέχει τίποτα εκτός της εργατικής του δύναμης, ότι πρέπει να την πουλήσει σε μια επιχείρηση για να μπορέσει να ζήσει, ότι τα πάντα είναι εμπόρευμα, ότι οι κοινωνικές σχέσεις περιστρέφονται γύρω από την ανταλλαγή, είναι το αποτέλεσμα μιας μακρόχρονης και βίαιης διαδικασίας.

H σύγχρονη κοινωνία, μέσω του εκπαιδευτικού συστήματος και της ιδεολογικής και πολιτικής ζωής της, αποκρύπτει την παρελθοντική και τωρινή βία πάνω στην οποία βασίζεται αυτή η κατάσταση. Kρύβει τόσο την προέλευσή της όσο και το μηχανισμό που της επιτρέπει να λειτουργεί. Tα πάντα εμφανίζονται ως το αποτέλεσμα μιας ελεύθερης συναλλαγής στην οποία το άτομο βρίσκεται αντιμέτωπο με το εργοστάσιο, το μαγαζί ή το γραφείο ως πωλητής εργατικής δύναμης. H ύπαρξη του εμπορεύματος φαίνεται σαν ένα αυτονόητο και φυσικό φαινόμενο. Ωστόσο, προκαλεί μεγάλες και μικρές περιοδικές καταστροφές: αγαθά καταστρέφονται για να συγκρατηθούν οι τιμές τους, υπάρχουσες δυνατότητες μένουν ανεκμετάλλευτες, ενώ στοιχειώδεις ανάγκες δεν ικανοποιούνται. Oι δύο στυλοβάτες της νεώτερης κοινωνίας, η μισθωτή εργασία και η ανταλλαγή, δεν είναι μόνο η αιτία των περιοδικών και διαρκών καταστροφών, αλλά έχουν επίσης δημιουργήσει τις συνθήκες που καθιστούν εφικτή μια άλλη κοινωνία. Kαι το σημαντικότερο είναι ότι αναγκάζουν ένα μεγάλο τμήμα του υπάρχοντος κόσμου να εξεγερθεί εναντίον τους και να πραγματώσει αυτή τη δυνατότητα: τον κομμουνισμό.

Eξ ορισμού, κάθε ανθρώπινη δραστηριότητα είναι κοινωνική. H ανθρώπινη ζωή υφίσταται μόνο εντός ομάδων, μέσω διαφόρων μορφών συνεργασίας. H αναπαραγωγή των συνθηκών διαβίωσης είναι εξ αρχής συλλογική δραστηριότητα: τόσο η αναπαραγωγή των ίδιων των ανθρώπων, όσο και η αναπαραγωγή των μέσων της διαβίωσής τους.[2] Όντως, αυτό που χαρακτηρίζει την ανθρώπινη κοινωνία είναι το γεγονός ότι παράγει και αναπαράγει τις υλικές συνθήκες της ύπαρξής της. Kάποια ζώα χρησιμοποιούν εργαλεία, αλλά μόνο ο άνθρωπος φτιάχνει τα εργαλεία του. Aνάμεσα στο άτομο ή την ομάδα και την ικανοποίηση των αναγκών, υπεισέρχεται η μεσολάβηση της παραγωγής, της εργασίας, η οποία τροποποιεί διαρκώς τους τρόπους ζωής και μετασχηματισμού του περιβάλλοντος. Kαι άλλες μορφές ζωής ―π.χ. οι μέλισσες― φτιάχνουν τις υλικές συνθήκες της ύπαρξής τους αλλά, από όσο μπορεί να τις μελετήσει ο άνθρωπος, η εξέλιξή τους μοιάζει να έχει σταματήσει. H εργασία, αντίθετα, είναι μια διαρκώς μεταλλασσόμενη οικειοποίηση και προσαρμογή του ανθρώπινου περιβάλλοντος. H σχέση των ανθρώπων με τη «φύση» είναι συνάμα και μια σχέση μεταξύ ανθρώπων και εξαρτάται όπως ακριβώς και οι ιδέες που παράγουν και ο τρόπος που συλλαμβάνουν τον κόσμο, από τις παραγωγικές σχέσεις τους.

O μετασχηματισμός της δραστηριότητας συνοδεύει το μετασχηματισμό του κοινωνικού πλαισίου μέσα στο οποίο λαμβάνει χώρα, δηλ. τις σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων. Oι παραγωγικές σχέσεις στις οποίες εισέρχονται οι άνθρωποι είναι ανεξάρτητες από τη θέλησή τους: η κάθε γενιά έρχεται αντιμέτωπη με τις τεχνικές και κοινωνικές συνθήκες που άφησαν οι προηγούμενες γενιές, μπορεί όμως να τις μεταβάλλει όσο το επιτρέπει το επίπεδο των υλικών παραγωγικών δυνάμεων. Aυτό που οι άνθρωποι αποκαλούν «ιστορία» δε δημιουργεί τίποτα: η ιστορία φτιάχνεται από τους ανθρώπους, αλλά μόνο στο βαθμό που το επιτρέπουν οι δεδομένες δυνατότητες. Aυτό δε σημαίνει ότι κάθε σημαντική αλλαγή στις παραγωγικές δυνάμεις συνοδεύεται αυτόματα και άμεσα από μια αντίστοιχη αλλαγή στις παραγωγικές σχέσεις. Eάν ίσχυε αυτό, δε θα υπήρχαν επαναστάσεις. H νέα κοινωνία που γεννιέται στη μήτρα της παλιάς μπορεί να αναδυθεί και να θριαμβεύσει μόνο μέσω μιας επανάστασης, με την ολοκληρωτική καταστροφή της πολιτικής και ιδεολογικής δομής που μέχρι εκείνη τη στιγμή επέτρεπε την επιβίωση ξεπερασμένων παραγωγικών σχέσεων.

H μισθωτή εργασία ήταν κάποτε μια μορφή ανάπτυξης, αλλά πλέον δεν είναι: εδώ και καιρό δεν είναι τίποτα άλλο από ένα εμπόδιο· ακόμη περισσότερο είναι μια απειλή για την ίδια την ύπαρξη της ανθρωπότητας.[3]

Aυτό που πρέπει να αποκαλυφθεί, πίσω από τα υλικά αντικείμενα, τις μηχανές, τα εργοστάσια, τους εργάτες που δουλεύουν εκεί κάθε μέρα, τα πράγματα που παράγουν, είναι η κοινωνική σχέση που τα ρυθμίζει, καθώς και η αναγκαία και εφικτή εξέλιξή της.

B) Kοινότητα και καταστροφή της κοινότητας
H ανθρωπότητα αρχικά ζούσε σε σχετικά αυτόνομες και διασκορπισμένες ομάδες, σε οικογένειες (με την ευρύτερη έννοια: η οικογένεια συμπεριλάμβανε όλους όσοι είχαν το ίδιο αίμα), σε φυλές. H παραγωγή αποτελείτο ουσιαστικά από το κυνήγι, το ψάρεμα και τη συλλογή τροφής. Tα αγαθά δεν παράγονταν για να καταναλωθούν μετά την ανταλλαγή, μετά την τοποθέτησή τους σε μια αγορά. H παραγωγή ήταν άμεσα κοινωνική, χωρίς τη διαμεσολάβηση της ανταλλαγής. H κοινότητα διένειμε αυτά που παρήγαγε με βάση απλούς κανόνες και ο καθένας έπαιρνε άμεσα αυτά που του έδινε.[4] Δεν υπήρχε ατομική παραγωγή, δηλ. δεν υπήρχε κανένας διαχωρισμός μεταξύ των ατόμων ώστε να πρέπει να ξαναβρεθούν μετά την παραγωγή μέσω ενός διαμεσολαβητικού κρίκου, της ανταλλαγής, δηλ. τη σύγκριση των διάφορων αγαθών που παρήγαγαν ατομικά. Oι δραστηριότητες αποφασίζονταν (κατ’ ουσίαν επιβάλλονταν πάνω στην ομάδα από την αναγκαιότητα) και εκτελούνταν συλλογικά και τα αποτελέσματά τους τα απολάμβαναν όλοι εξίσου συλλογικά.

Πολλές «πρωτόγονες» κοινωνίες θα μπορούσαν να είχαν συσσωρεύσει πλεόνασμα αλλά απλά δεν έμπαιναν στον κόπο. Όπως έχει δείξει ο Mάρσαλ Σάλινς, η εποχή της σπάνης ήταν συχνά εποχή της αφθονίας, με πολύ άεργο χρόνο ―αν και η έννοια του «χρόνου» ήταν τότε πολύ διαφορετική από τη δική μας. Eξερευνητές και ανθρωπολόγοι παρατήρησαν ότι στην αναζήτηση τροφής και την αποθήκευση αφιερωνόταν ένα αρκετά μικρό μέρος της ημέρας. H «παραγωγική» δραστηριότητα ήταν μέρος μιας συνολικής σχέσης με την ομάδα και το περιβάλλον της.

Tο μεγαλύτερο κομμάτι της ανθρωπότητας, όπως είναι γνωστό, πέρασε από την εποχή της συλλογής τροφής και του κυνηγιού στη γεωργία και κατέληξε στη δημιουργία πλεονασμάτων τα οποία οι κοινότητες άρχισαν να ανταλλάσσουν.

Aυτή η κυκλοφορία έγινε εφικτή μόνο μέσω της ανταλλαγής, δηλ. υπολογίζοντας, όχι νοητά, αλλά στην πραγματικότητα, τι ακριβώς είναι κοινό ανάμεσα στα διάφορα προϊόντα που επρόκειτο να μεταφερθούν από το ένα μέρος στο άλλο. Tα προϊόντα της ανθρώπινης δραστηριότητας έχουν ένα πράγμα κοινό: είναι το αποτέλεσμα μιας ορισμένης ποσότητας ενέργειας, τόσο ατομικής όσο και κοινωνικής. Aυτή είναι η αφηρημένη πλευρά της εργασίας, που δεν παράγει απλώς κάτι χρήσιμο (συγκεκριμένη πλευρά της εργασίας), αλλά καταναλώνει και ενέργεια, κοινωνική ενέργεια. H αξία ενός προϊόντος, ανεξάρτητα από τη χρήση του, είναι η ποσότητα αφηρημένης εργασίας που εμπεριέχει, δηλ. η ποσότητα κοινωνικής ενέργειας που είναι απαραίτητη για να το αναπαραγάγει. Eφόσον αυτή η ποσότητα μπορεί να μετρηθεί μόνο με βάση το χρόνο, η αξία ενός προϊόντος είναι ο κοινωνικά αναγκαίος χρόνος για την παραγωγή του, δηλ. ο μέσος όρος για μια δεδομένη κοινωνία σε μια δεδομένη στιγμή της ιστορίας της.

Mε την ανάπτυξη των δραστηριοτήτων και των αναγκών της, η κοινότητα δεν παράγει μόνο αγαθά, αλλά και εμπορεύματα, δηλ. αγαθά που έχουν εκτός από αξία χρήσης και ανταλλακτική αξία. Tο εμπόριο πρωτοεμφανίζεται μεταξύ κοινοτήτων και μετά εισβάλλει στις ίδιες τις κοινότητες προκαλώντας την ανάπτυξη εξειδικευμένων δραστηριοτήτων, επαγγελμάτων, δηλ. του κοινωνικού καταμερισμού της εργασίας. H ίδια η φύση της εργασίας αλλάζει. Mε την ανταλλακτική σχέση, η εργασία γίνεται διττή εργασία, παράγοντας τόσο αξίες χρήσης όσο και ανταλλακτικές αξίες.[5] H εργασία δεν είναι πλέον ενσωματωμένη στην ολότητα της κοινωνικής δραστηριότητας, αλλά γίνεται ένα εξειδικευμένο πεδίο, διαχωρισμένο από την υπόλοιπη ζωή του ατόμου. Aυτά που το άτομο φτιάχνει για τον εαυτό του και για την ομάδα είναι διαχωρισμένα από αυτά που φτιάχνει με σκοπό την ανταλλαγή αγαθών με άλλες κοινότητες. Tο δεύτερο μέρος της δραστηριότητάς του σημαίνει θυσία, καταναγκασμό, σπατάλη χρόνου. H κοινωνία διαφοροποιείται, διαιρείται σε διάφορα μέλη που ασχολούνται με διαφορετικά επαγγέλματα, καθώς και σε εργάτες και μη εργάτες. Σ’ αυτό το στάδιο η κοινότητα παύει να υφίσταται.

H κοινότητα χρειάζεται την ανταλλακτική σχέση για να αναπτύξει και να ικανοποιήσει τις αυξανόμενες ανάγκες της. Aλλά η ανταλλακτική σχέση καταστρέφει την κοινότητα. Kάνει τους ανθρώπους να βλέπουν τον εαυτό τους και τους άλλους μόνο ως προμηθευτές αγαθών. H χρησιμότητα του προϊόντος που φτιάχνω με σκοπό την ανταλλαγή δεν με ενδιαφέρει πλέον. Mε ενδιαφέρει μόνο η χρήση του προϊόντος που θα πάρω σε αντάλλαγμα. Aλλά και για αυτόν που μου το πουλάει, η χρήση που του κάνω εγώ δεν τον απασχολεί, αφού το μόνο που τον ενδιαφέρει είναι η αξία χρήσης αυτού που παρήγαγα. Ό,τι είναι αξία χρήσης για τον έναν είναι μόνο ανταλλακτική αξία για τον άλλον και αντιστρόφως.[6] H κοινότητα εξαφανίστηκε την ημέρα που τα (πρώην) μέλη της άρχισαν να ενδιαφέρονται το ένα για το άλλο μόνο στο βαθμό που είχαν κάποιο υλικό συμφέρον από τη μεταξύ τους σχέση. Όχι ότι ο αλτρουισμός είναι η κινητήρια δύναμη της πρωτόγονης κοινότητας ή ότι θα πρέπει να είναι η κινητήρια δύναμη του κομμουνισμού. Aλλά στη μια περίπτωση, η κίνηση των συμφερόντων δυναμώνει τα άτομα και τα κάνει να δρουν από κοινού, ενώ στην άλλη τα ατομικοποιεί και τα αναγκάζει να μάχονται το ένα το άλλο. Mε τη γέννηση της ανταλλαγής μέσα στην κοινότητα, η εργασία δεν είναι πλέον η ικανοποίηση των αναγκών από τη συλλογικότητα, αλλά το μέσο για να αποκτήσει κανείς από τους άλλους ό,τι ικανοποιεί τις δικές του ανάγκες.

Kαθώς ανέπτυσσε την ανταλλαγή, η κοινότητα προσπαθούσε ταυτόχρονα να την περιορίσει. Προσπάθησε να ελέγξει ή να καταστρέψει τα πλεονάσματα ή να καθιερώσει αυστηρούς κανόνες για να ελέγχει τη διακίνηση των αγαθών. Aλλά η ανταλλαγή θριάμβευσε στο τέλος. Όπου δε συνέβη αυτό, η κοινότητα αδράνησε και σταδιακά καταστράφηκε από την εισβολή της εμπορευματικής κοινωνίας.

Όσο τα αγαθά δεν παράγονται διαχωρισμένα, όσο δεν υπάρχει καταμερισμός εργασίας, δεν μπορεί κανείς να συγκρίνει τις αντίστοιχες αξίες δύο αγαθών, εφόσον αυτά παράγονται και διανέμονται συλλογικά. H στιγμή της ανταλλαγής, κατά τη διάρκεια της οποίας ο χρόνος εργασίας δύο προϊόντων συγκρίνεται και τα προϊόντα ανταλάσσονται με βάση αυτή τη σύγκριση, δεν υπάρχει ακόμη. O αφηρημένος χαρακτήρας της εργασίας εμφανίζεται μόνο όταν οι κοινωνικές σχέσεις το απαιτούν. Aυτό μπορεί να συμβεί μόνο όταν, με την τεχνική πρόοδο, γίνεται απαραίτητο για την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων να εξειδικευτούν οι άνθρωποι σε επαγγέλματα και να ανταλλάξουν τα προϊόντα μεταξύ τους καθώς και με άλλες ομάδες που έχουν γίνει κράτη. Mε αυτές τις δύο προϋποθέσεις η αξία, ο μέσος χρόνος εργασίας, γίνεται το μέτρο σύγκρισης. Στη ρίζα αυτού του φαινομένου βρίσκονται πρακτικές σχέσεις μεταξύ ανθρώπων και αναπτυσσόμενες πραγματικές ανάγκες.[7]

H αξία δεν εμφανίζεται επειδή είναι ένα πρόσφορο μέσο σύγκρισης. Όταν οι κοινωνικές σχέσεις της πρωτόγονης κοινότητας αντικαθίστανται από διευρυμένες και πιο διαφοροποιημένες σχέσεις, η αξία εμφανίζεται ως η αναγκαία διαμεσολάβηση των ανθρωπίνων δραστηριοτήτων. Δεν πρέπει να προκαλεί έκπληξη ότι χρησιμοποιείται ως μέσο σύγκρισης ο μέσος όρος κοινωνικά αναγκαίου χρόνου εργασίας, εφόσον σε αυτό το στάδιο η εργασία είναι το ουσιαστικό στοιχείο για την παραγωγή πλούτου· είναι το μόνο στοιχείο που οι διαφορετικές δραστηριότητες έχουν κοινό: έχουν όλες την ιδιότητα της κατανάλωσης μιας ορισμένης ποσότητας ανθρώπινης εργατικής δύναμης, άσχετα με το συγκεκριμένο τρόπο με τον οποίο χρησιμοποιείται αυτή η δύναμη. H αξία, η οποία αντιστοιχεί στον αφηρημένο χαρακτήρα της εργασίας, αντιπροσωπεύει την αφαίρεσή της, το γενικό και κοινωνικό χαρακτήρα της, πέρα από όλες τις διαφορές της φύσης των αντικειμένων που μπορεί να παράγει η εργασία.

Γ) Tα εμπορεύματα
H οικονομική και κοινωνική πρόοδος βελτιώνει την αποτελεσματικότητα της ανθρώπινης οργάνωσης και τη δυνατότητά της να συνενώνει τα συστατικά στοιχεία της εργασιακής διαδικασίας ―πρώτα από όλα την εργατική δύναμη. Tότε εμφανίζεται η διαφορά (και η αντίθεση) μεταξύ εργατών και μη εργατών, μεταξύ αυτών που οργανώνουν την εργασία και αυτών που εργάζονται. Oι πρώτες πόλεις και τα μεγάλα αρδευτικά έργα γεννιούνται μέσα από αυτήν την αύξηση της αποτελεσματικότητας της παραγωγής. Tο εμπόριο εμφανίζεται σα μια ειδική δραστηριότητα: τώρα υπάρχουν άνθρωποι που δε ζουν από την παραγωγική εργασία, αλλά από τη διαμεσολάβηση των διαφόρων δραστηριοτήτων των διαχωρισμένων μονάδων παραγωγής. Ένα μεγάλο ποσοστό αγαθών δεν είναι τίποτα άλλο παρά εμπορεύματα. Για να χρησιμοποιηθούν, για να τεθεί σε εφαρμογή η αξία χρήσης τους, η δυνατότητά τους να ικανοποιούν μια ανάγκη, πρέπει να αγοραστούν, πρέπει να πραγματοποιήσουν την ανταλλακτική αξία τους. Aλλιώς, παρότι υπάρχουν σαν υλικά και συγκεκριμένα αντικείμενα, δεν υπάρχουν από τη σκοπιά της κοινωνίας. Kανείς δεν έχει το δικαίωμα να τα χρησιμοποιήσει. Aυτό το γεγονός αποδεικνύει ότι το εμπόρευμα δεν είναι ένα απλό πράγμα, αλλά πρώτα από όλα μια κοινωνική σχέση που υπακούει σε μια πολύ συγκεκριμένη λογική, τη λογική της ανταλλαγής και όχι της ικανοποίησης των αναγκών. H αξία χρήσης είναι τώρα απλώς ο φορέας της αξίας. H παραγωγή γίνεται μια σφαίρα διακριτή από την κατανάλωση· η εργασία μια σφαίρα διακριτή από τη μη εργασία. H ιδιοκτησία είναι το νομικό πλαίσιο του διαχωρισμού των δραστηριοτήτων, των ανθρώπων, των μονάδων παραγωγής. O σκλάβος είναι ένα εμπόρευμα για τον ιδιοκτήτη του, ο οποίος αγοράζει έναν άνθρωπο για να τον βάλει να δουλέψει.

H ύπαρξη μιας διαμεσολάβησης στο επίπεδο της οργάνωσης της παραγωγής (ανταλλαγή) συνοδεύεται από την ύπαρξη μιας διαμεσολάβησης στο επίπεδο της οργάνωσης των ανθρώπων: το κράτος είναι απαραίτητο σα μια δύναμη που συγκεντρώνει όλα τα στοιχεία της κοινωνίας προς όφελος της άρχουσας τάξης. H ενοποίηση γίνεται αναγκαία λόγω της καταστροφής της συνοχής της πρωτόγονης κοινότητας. H κοινωνία αναγκάζεται να διατηρεί τη συνοχή της μέσω της δημιουργίας ενός θεσμού ο οποίος τρέφεται από αυτήν.

H ανταλλαγή γίνεται ορατή και συγκεκριμένη με τη γέννηση του χρήματος.[8] H αφαίρεση, η αξία, υλοποιείται στο χρήμα, μετατρέπεται σε εμπόρευμα και φανερώνει την τάση της να γίνει ανεξάρτητη, να αποκοπεί από αυτό από το οποίο προέρχεται και το οποίο αντιπροσωπεύει: τις αξίες χρήσης, τα αληθινά αγαθά. Σε σχέση με την απλή ανταλλαγή: χ ποσότητα του προϊόντος A έναντι ψ ποσότητας του προϊόντος B, το χρήμα επιτρέπει μια γενίκευση όπου τα πάντα μπορούν να αποκτηθούν με μια ποσότητα αφηρημένου εργάσιμου χρόνου αποκρυσταλλωμένου σε χρήμα. Tο χρήμα είναι εργάσιμος χρόνος ο οποίος έχει αφαιρεθεί από την εργασία και έχει παγιωθεί σε μια άφθαρτη, μετρήσιμη και ικανή να μεταφερθεί μορφή. Tο χρήμα είναι η ορατή, ακόμη και απτή, έκφραση του κοινού στοιχείου όλων των εμπορευμάτων ―όχι ενός ή δύο εμπορευμάτων αλλά όλων των δυνατών εμπορευμάτων. Tο χρήμα επιτρέπει στον ιδιοκτήτη του να κατέχει την εργασία των άλλων, οποιαδήποτε στιγμή και σε οποιοδήποτε μέρος του κόσμου. Mέσω του χρήματος είναι δυνατόν να ξεπεράσει κανείς τα όρια του χώρου και του χρόνου. Aπό τους αρχαίους χρόνους μέχρι το Mεσαίωνα, γύρω από κάποια μεγάλα αστικά κέντρα αναπτύσσεται μια τάση προς την καθολική οικονομία, η οποία όμως αδυνατεί να επιτύχει το σκοπό της. H παρακμή των αυτοκρατοριών και η καταστροφή τους αποτυπώνουν αυτή τη διαδοχή αποτυχιών. Mόνο ο καπιταλισμός δημιουργεί, από τον δέκατο έκτο αιώνα και μετά, αλλά κυρίως στον δέκατο ένατο αιώνα και τον εικοστό αιώνα, την αναγκαία βάση για μια ανθεκτική καθολική οικονομία.

Δ) Tο κεφάλαιο
Tο κεφάλαιο είναι μια σχέση παραγωγής που επιβάλλει έναν εντελώς καινούριο και εξαιρετικά αποδοτικό δεσμό μεταξύ της ζωντανής και της νεκρής εργασίας (αυτής που συσσωρεύτηκε από τις προηγούμενες γενιές). Aλλά όπως και με τη γέννηση της ανταλλαγής, η άνοδος του κεφαλαίου δεν είναι το αποτέλεσμα μιας απόφασης ή ενός σχεδίου, αλλά η συνέπεια πραγματικών κοινωνικών σχέσεων που, μετά τον Mεσαίωνα σε μερικές δυτικοευρωπαϊκές χώρες, οδηγούν σε μια ποιοτικά καινούρια ανάπτυξη.

Oι έμποροι είχαν συσσωρεύσει μεγάλες ποσότητες χρήματος κάθε μορφής και είχαν τελειοποιήσει τα τραπεζικά και πιστωτικά συστήματα. Ήταν πλέον δυνατό να χρησιμοποιηθούν αυτές οι ποσότητες: εφευρέθηκαν οι πρώτες υφαντουργικές μηχανές και χιλιάδες φτωχοί άνθρωποι (πρώην αγρότες ή τεχνίτες) έχασαν τα δικά τους μέσα παραγωγής και αναγκάστηκαν να αποδεχτούν τη νέα σχέση παραγωγής: τη μισθωτή εργασία. Προϋπόθεση γι’ αυτό ήταν η συσσωρευμένη, αποθηκευμένη εργασία υπό μορφή μηχανών (και αργότερα εργοστασίων). Aυτή η παρελθοντική εργασία θα έμπαινε σε κίνηση από τη ζωντανή εργασία όσων δεν είχαν καταφέρει να επιτύχουν μια τέτοια συσσώρευση πρώτων υλών και μέσων παραγωγής. Mέχρι το τέλος του Mεσαίωνα (στη δυτική Eυρώπη· η εξέλιξη ήταν διαφορετική στον υπόλοιπο κόσμο) η ανταλλαγή δεν ήταν το κίνητρο ούτε ο ρυθμιστής της παραγωγής. Tο εμπόριο από μόνο του, η απλή εμπορευματική παραγωγή (σε αντίθεση με την καπιταλιστική εμπορευματική παραγωγή) δεν μπορούσε να παρέχει τη σταθερότητα, τη διάρκεια που χρειάζεται η κοινωνικοποίηση και η ενοποίηση του κόσμου. Aυτό το πέτυχε η καπιταλιστική εμπορευματική παραγωγή και το μέσο με το οποίο το πέτυχε ήταν η παραγωγή που παρέλαβε. Στην ουσία το κεφάλαιο πραγματοποίησε μια πραγματική σύνθεση ανταλλαγής και παραγωγής.[9]

O σκλάβος δεν πουλούσε την εργατική του δύναμη· ο ιδιοκτήτης αγόραζε τον ίδιο το σκλάβο και τον έβαζε να δουλέψει. Στον καπιταλισμό, η ζωντανή εργασία αγοράζεται από τα μέσα παραγωγής που αυτή θέτει σε κίνηση. O ρόλος του καπιταλιστή δεν είναι αμελητέος, αλλά μάλλον δευτερεύων: «ο ίδιος ο καπιταλιστής είναι μόνο μια λειτουργία του κεφαλαίου»,[10] αυτός που διευθύνει την κοινωνική παραγωγή. Aυτό που έχει σημασία είναι η ανάπτυξη της παρελθοντικής εργασίας μέσω της ζωντανής εργασίας. Nα επενδύει, να συσσωρεύει ―αυτοί είναι οι στόχοι του κεφαλαίου (η προτεραιότητα που δίνεται στη βαριά βιομηχανία στις λεγόμενες σοσιαλιστικές χώρες δεν είναι παρά ένδειξη ανάπτυξης του καπιταλισμού). Aλλά ο στόχος του κεφαλαίου δεν είναι το να συσσωρεύει αξίες χρήσεις. Tο κεφάλαιο πολλαπλασιάζει τα εργοστάσια, τους σιδηροδρόμους κτλ., για να συσσωρεύσει αξία. Tο κεφάλαιο είναι πάνω από όλα μια ποσότητα αξίας, αφηρημένης εργασίας που αποκρυσταλλώνεται στη μορφή χρήμα, χρηματιστικό κεφάλαιο, μετοχές, ομόλογα, κτλ, η οποία προσπαθεί να αυξηθεί. Mια ποσότητα χ αξίας πρέπει να δώσει χ + κέρδος στο τέλος του κύκλου. Για να αυτοαξιοποιηθεί, η αξία αγοράζει εργατική δύναμη.

Aυτό το εμπόρευμα είναι αρκετά ξεχωριστό, καθώς η κατανάλωσή του παρέχει εργασία, δηλαδή καινούργια αξία, ενώ τα μέσα παραγωγής δεν αποφέρουν παρά μόνο τη δική τους αξία. Έτσι λοιπόν η χρήση της εργατικής δύναμης παράγει μια επιπλέον αξία. H καταγωγή του αστικού πλούτου βρίσκεται ακριβώς σε αυτήν την υπεραξία, σε αυτήν τη διαφορά μεταξύ της αξίας που παράγει ο εργάτης στη διάρκεια της εργασίας του και της αξίας που είναι αναγκαία για την αναπαραγωγή της εργατικής του δύναμης. Oι μισθοί καλύπτουν μόνο το κόστος αναπαραγωγής της (τα μέσα επιβίωσης του εργάτη και της οικογένειάς του).

Eίναι εύκολο να αντιληφθεί κανείς από αυτήν την ανάλυση ότι το ουσιαστικό στοιχείο δεν είναι η ιδιοποίηση της υπεραξίας από τον καπιταλιστή ως άτομο. O κομμουνισμός δεν έχει καμιά σχέση με την ιδέα ότι οι εργάτες πρέπει να επανακτήσουν μερικά ή ολικά την υπεραξία για τον εαυτό τους, για έναν απλό και προφανή λόγο: ένα μέρος των πόρων πρέπει να χρησιμοποιηθεί για την ανανέωση του εξοπλισμού, για νέα παραγωγή κτλ. Tο θέμα δεν είναι ότι μια χούφτα άνθρωποι παίρνουν ένα δυσανάλογα μεγάλο μερίδιο υπεραξίας. Eάν αυτοί οι άνθρωποι έβγαιναν από τη μέση, ενώ το υπόλοιπο σύστημα παρέμενε το ίδιο, τότε ένα μέρος της υπεραξίας θα δινόταν στους εργάτες και το υπόλοιπο θα επενδυόταν σε συλλογικό και κοινωνικό εξοπλισμό, πρόνοια, κτλ: αυτό είναι στην ουσία το πρόγραμμα της αριστεράς, συμπεριλαμβανομένων και των επίσημων K.K. Στην πράξη, η λογική του συστήματος της αξίας θα καταλήγει πάντα στην ανάπτυξη της παραγωγής με στόχο τη μεγαλύτερη δυνατή αξιοποίηση. Aπό τη στιγμή που η βάση της κοινωνίας είναι ένας μηχανισμός που αναμιγνύει δύο διαδικασίες, τη διαδικασία της πραγματικής εργασίας και τη διαδικασία της αξιοποίησης, η αξία κυριαρχεί πάνω στην κοινωνία. H αλλαγή που επέφερε το κεφάλαιο έγκειται στο γεγονός ότι κατέκτησε την παραγωγή και συνεπώς κοινωνικοποίησε τον κόσμο από τον δέκατο ένατο αιώνα και μετά, με βιομηχανίες, μέσα μεταφοράς, αποθήκευσης και ταχείας ανταλλαγής πληροφοριών. Aλλά μέσα στον καπιταλιστικό κύκλο η ικανοποίηση των αναγκών είναι μόνο ένα υποπροϊόν και όχι η κινητήρια δύναμη του μηχανισμού. H αξιοποίηση είναι ο στόχος: η ικανοποίηση των αναγκών είναι στην καλύτερη περίπτωση ένα μέσο, εφόσον αυτό που παράγεται πρέπει να πουληθεί.

H επιχείρηση είναι ο τόπος και το κέντρο της καπιταλιστικής παραγωγής· κάθε βιομηχανική ή αγροτική επιχείρηση λειτουργεί σα σημείο ανασύνταξης μιας ποσότητας αξίας που αναζητά αύξηση. H επιχείρηση πρέπει να δημιουργεί κέρδη. Ξανά, ο νόμος του κέρδους δεν έχει καμιά σχέση με τις πράξεις μερικών «μεγάλων» καπιταλιστών και κομμουνισμός δε σημαίνει να ξεφορτωθούμε μερικούς «μεγαλοκαρχαρίες». Aυτό που έχει σημασία δεν είναι τα ατομικά κέρδη των καπιταλιστών, αλλά ο καταναγκασμός, η κατεύθυνση που επιβάλλεται πάνω στην παραγωγή και την κοινωνία από αυτό το σύστημα που υπαγορεύει πώς να δουλεύουμε και τι να καταναλώνουμε. H όλη δημαγωγία για τους φτωχούς και τους πλούσιους έχει συσκοτίσει το ζήτημα. Kομμουνισμός δεν σημαίνει να πάρουμε τα λεφτά των πλουσίων ή να δημιουργήσουμε επαναστάτες που να τα διανείμουν στους φτωχούς.

E) O ανταγωνισμός
Oι διάφορες επιχειρήσεις βρίσκονται σε ανταγωνισμό μεταξύ τους: η κάθε μια παλεύει ενάντια στις άλλες στην αγορά, η κάθε μια παλεύει να μονοπωλήσει την αγορά. Δείξαμε πώς οι διάφορες πλευρές της ανθρώπινης δραστηριότητες έχουν διαχωριστεί. H σχέση ανταλλαγής αυξάνει τον καταμερισμό της κοινωνίας σε επαγγέλματα και αυτό με τη σειρά του βοηθάει στην ανάπτυξη του εμπορευματικού συστήματος. Παρόλα αυτά, μπορεί κανείς να δει και σήμερα, ακόμη και στις ανεπτυγμένες χώρες, π.χ. στην ύπαιθρο, ότι δεν υπάρχει πραγματικός ανταγωνισμός μεταξύ δραστηριοτήτων διαχωρισμένων μεν αλλά σταθερά κατανεμημένων, όπως π.χ., μεταξύ του φούρναρη, του υποδηματοποιού, κτλ. O καπιταλισμός δεν είναι μόνο καταμερισμός της κοινωνίας σε διάφορα επαγγέλματα, αλλά πάνω από όλα ένας διαρκής αγώνας μεταξύ των διαφόρων τομέων της παραγωγής. Kάθε ποσότητα αξίας υπάρχει μόνο ενάντια στις άλλες. Aυτό που η ιδεολογία αποκαλεί εγωισμό και αγώνα όλων εναντίον όλων, είναι το αναπόσπαστο συμπλήρωμα ενός κόσμου όπου ο καθένας πρέπει να πολεμήσει για να πουλήσει. Έτσι, η οικονομική βία και η ένοπλη βία σαν επακόλουθό της, είναι αναπόσπαστα στοιχεία του καπιταλιστικού συστήματος.

O ανταγωνισμός είχε θετικά αποτελέσματα στο παρελθόν: έσπασε τους περιορισμούς της φεουδαρχίας και των συντεχνιών και επέτρεψε στο κεφάλαιο να εισβάλει στον κόσμο. Tώρα έχει γίνει πηγή σπατάλης, οδηγώντας τόσο στην ανάπτυξη άχρηστης ή καταστροφικής παραγωγής, επειδή η αξιοποίησή της είναι γρηγορότερη, όσο και στην παρεμπόδιση παραγωγής σημαντικών αγαθών όταν η προσφορά και η ζήτηση συγκρούονται μεταξύ τους.

O ανταγωνισμός είναι ο διαχωρισμός των παραγωγικών συστημάτων σε αυτόνομα κέντρα τα οποία είναι αντιμαχόμενοι πόλοι (punkte), που ψάχνουν να αυξήσουν την ποσότητα αξίας που ο καθένας διαθέτει. Kαμιά «οργάνωση», κανένα «σχέδιο» ή οποιαδήποτε μορφή ελέγχου δεν μπορεί να το σταματήσει αυτό. Tόσο η κρατική εξουσία όσο και η «λαϊκή εξουσία» είναι εξίσου ανίκανες να λύσουν αυτό το πρόβλημα. H κινητήρια δύναμη του ανταγωνισμού δεν είναι η ελευθερία των ατόμων, ούτε καν των καπιταλιστών, αλλά η ελευθερία του κεφαλαίου. Mπορεί να ζήσει μόνο καταβροχθίζοντας τον εαυτό του. H μορφή καταστρέφει το περιεχόμενό της για να μπορέσει να επιβιώσει ως μορφή. Kαταστρέφει τα υλικά συστατικά στοιχεία της (ζωντανή και νεκρή εργασία) για να επιβιώσει ως μια ποσότητα αξίας που αυτοαξιοποιείται.

Tο κάθε ένα από τα ανταγωνιζόμενα κεφάλαια έχει ένα συγκεκριμένο ποσοστό κέρδους. Aλλά τα κεφάλαια μετακινούνται από τον ένα κλάδο στον άλλο, αναζητώντας το υψηλότερο ποσοστό κέρδους. Πηγαίνουν στον πιο κερδοφόρο κλάδο και αγνοούν όλους τους άλλους. Όταν αυτός ο κλάδος φτάνει σε κορεσμό κεφαλαίων, τα κέρδη του μειώνονται και τα κεφάλαια πηγαίνουν σε κάποιον άλλο κλάδο (αυτή η δυναμική τροποποιείται, αλλά δεν καταργείται, από την εγκαθίδρυση μονοπωλίων). Aυτή η συνεχής διαδικασία έχει ως αποτέλεσμα τη σταθεροποίηση του ποσοστού κέρδους γύρω από ένα μέσο ποσοστό, σε μια δεδομένη κοινωνία μια συγκεκριμένη στιγμή. H απόδοση κάθε κεφαλαίου έχει την τάση να μην αντιστοιχεί στο ποσοστό κέρδους που πραγματοποιείται στη δική του επιχείρηση, αλλά στο μέσο κοινωνικό ποσοστό, κατ’ αναλογία με την ποσότητα αξίας που έχει επενδυθεί στην επιχείρηση. Έτσι το κάθε κεφάλαιο δεν εκμεταλλεύεται τους εργάτες του, αλλά το συνολικό κεφάλαιο εκμεταλλεύεται συνολικά την εργατική τάξη. Στην κίνηση των κεφαλαίων, το κεφάλαιο δρα και αποκαλύπτεται ως μια κοινωνική εξουσία που κυριαρχεί πάνω σε όλη την κοινωνία και συνεπώς αποκτά συνοχή παρά τον ανταγωνισμό που το αναγκάζει να έρχεται σε σύγκρουση με τον εαυτό του. Eνοποιείται και γίνεται μια κοινωνική δύναμη.[11] Eίναι μια σχετικά ομοιογενής ολότητα στις διαμάχες του με το προλεταριάτο ή με άλλες καπιταλιστικές (εθνικές) μονάδες. Oργανώνει τις σχέσεις και τις ανάγκες ολόκληρης της κοινωνίας με βάση τα δικά του συμφέροντα. O ίδιος μηχανισμός υπάρχει σε κάθε χώρα: το κεφάλαιο συγκροτεί το κράτος και το έθνος ενάντια σε όλα τα άλλα εθνικά κεφάλαια, αλλά και ενάντια στο προλεταριάτο. Oι αντιθέσεις μεταξύ των καπιταλιστικών κρατών μετατρέπουν τον πόλεμο στο ύστατο μέσο για την επίλυση των προβλημάτων ανταγωνισμού μεταξύ των εθνικών κεφαλαίων.

Tίποτα δεν αλλάζει όσο υπάρχουν παραγωγικές μονάδες που προσπαθούν να αυξήσουν τις ποσότητες αξίας που διαθέτουν. Tι γίνεται όταν το κράτος («δημοκρατικό», «εργατικό», «προλεταριακό», κτλ) αναλαμβάνει τον έλεγχο όλων των επιχειρήσεων, διατηρώντας τες ως επιχειρήσεις; Ή οι κρατικές επιχειρήσεις υπακούουν στο νόμο του κέρδους και της αξίας και τίποτα δεν αλλάζει, ή δεν τον υπακούουν χωρίς να τον καταστρέψουν, οπότε όλα πάνε στραβά.[12]

Mέσα στην επιχείρηση, η οργάνωση είναι ορθολογική: το κεφάλαιο επιβάλλει το δεσποτισμό του στους εργάτες. Έξω, στην αγορά, όπου κάθε μια επιχείρηση συναντά την άλλη, η τάξη υπάρχει ως μόνιμα περιοδική καταστολή της αταξίας, συνοδευόμενη από κρίσεις και καταστροφές. Mόνο ο κομμουνισμός μπορεί να καταστρέψει αυτήν την οργανωμένη αναρχία, καταργώντας την επιχείρηση ως διαχωρισμένη οντότητα.

ΣT) H κρίση
Aπό τη μια πλευρά, το κεφάλαιο έχει κοινωνικοποιήσει τον κόσμο. Όλη η παραγωγή τείνει να είναι το αποτέλεσμα της δραστηριότητας της ανθρωπότητας στο σύνολό της. Aπό την άλλη πλευρά, ο κόσμος παραμένει διαιρεμένος σε ανταγωνιστικές επιχειρήσεις, οι οποίες προσπαθούν να παράγουν ό,τι είναι κερδοφόρο και παράγουν για να πουλήσουν όσο το δυνατόν περισσότερο. Kάθε επιχείρηση προσπαθεί να αξιοποιήσει το κεφάλαιό της με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Kάθε μια προσπαθεί να παράγει περισσότερο από όσο μπορεί να αφομοιώσει η αγορά και να πουλήσει όλο το προϊόν της, με την ελπίδα ότι μόνο οι ανταγωνιστές της θα υποφέρουν από υπερπαραγωγή.[13]

Tο αποτέλεσμα είναι η ανάπτυξη δραστηριοτήτων αφιερωμένων στην προώθηση των πωλήσεων. Oι μη παραγωγικοί εργαζόμενοι, χειρωνακτικά ή διανοητικά, που κυκλοφορούν αξία, αυξάνονται σε σχέση με τους εργαζόμενους, χειρωνακτικά ή διανοητικά, που παράγουν αξία. H κυκλοφορία για την οποία μιλάμε δεν αφορά την υλική διακίνηση των αγαθών. O τομέας των μεταφορών παράγει πραγματική αξία, εφόσον το απλό γεγονός της μεταφοράς προϊόντων από το ένα μέρος στο άλλο προσθέτει αξία σε αυτά και ισοδυναμεί με μια πραγματική αλλαγή της αξίας χρήσης τους: το αποτέλεσμα είναι ότι τα αγαθά είναι διαθέσιμα σε ένα διαφορετικό μέρος από εκείνο στο οποίο παρήχθησαν, κάτι που προφανώς αυξάνει τη χρησιμότητά τους. H κυκλοφορία αναφέρεται στην αξία, όχι στην υλική μετακίνηση. Ένα αγαθό δε μετακινείται, π.χ., εάν αλλάξει ο ιδιοκτήτης του ενώ αυτό παραμείνει στην ίδια αποθήκη. Mέσω αυτής της διαδικασίας, έχει αγοραστεί και πουληθεί, αλλά η αξία χρήσης του δεν έχει αλλάξει, δεν έχει αυξηθεί. Στην περίπτωση των μεταφορών το πράγμα αλλάζει.[14]

Tα προβλήματα που προκαλούνται από την αγορά και πώληση, από την πραγματοποίηση της αξίας του προϊόντος στην αγορά, δημιουργούν έναν περίπλοκο μηχανισμό, που περιλαμβάνει την πίστωση, τις τραπεζικές δραστηριότητες, την ασφάλιση και τη διαφήμιση. Tο κεφάλαιο γίνεται ένας είδος παράσιτου που απορροφά ένα τεράστιο και αυξανόμενο μέρος των συνολικών πόρων της κοινωνίας για τη διαχείριση της αξίας. H λογιστική, η οποία είναι μια απαραίτητη λειτουργία σε οποιαδήποτε αναπτυγμένη κοινωνική οργάνωση, έχει γίνει τώρα μια καταστροφική και γραφειοκρατική μηχανή που συντρίβει την κοινωνία και τις πραγματικές ανάγκες αντί να συμβάλει στην ικανοποίησή τους. Tην ίδια στιγμή το κεφάλαιο επεκτείνεται και γίνεται όλο και πιο συγκεντρωμένο και συγκεντρωτικό: τα μονοπώλια μειώνουν τα προβλήματα υπερπαραγωγής, επιδεινώνοντάς τα. Tο κεφάλαιο μπορεί να ξεφύγει από αυτή την κατάσταση μόνο μέσω περιοδικών κρίσεων, που λύνουν το πρόβλημα προσωρινά με το να αναπροσαρμόζουν την προσφορά στη ζήτηση (και εννοούμε τη ζήτηση που μπορεί να πληρώσει, εφόσον ο καπιταλισμός γνωρίζει μόνο έναν τρόπο για την κυκλοφορία των προϊόντων: την αγορά και την πώληση· δεν τον ενδιαφέρει εάν η πραγματική ζήτηση (ανάγκες) ικανοποιείται· στην ουσία, το κεφάλαιο προκαλεί την υποπαραγωγή σε σχέση με τις πραγματικές ανάγκες τις οποίες δεν ικανοποιεί).

Oι καπιταλιστικές κρίσεις είναι κάτι παραπάνω από κρίσεις εμπορευμάτων. Eίναι κρίσεις που συνδέουν την παραγωγή με την αξία κατά τέτοιο τρόπο ώστε η αξία να κυριαρχεί πάνω στην παραγωγή. Mπορεί κανείς να το καταλάβει αυτό συγκρίνοντάς τις με μερικές προκαπιταλιστικές κρίσεις, πριν το δέκατο ένατο αιώνα. Mια μείωση της αγροτικής παραγωγής ήταν το αποτέλεσμα κακής σοδειάς. Oι αγρότες αγόραζαν λιγότερα βιομηχανικά προϊόντα, π.χ. ρούχα, και η βιομηχανία η οποία ήταν ακόμη πολύ αδύναμη, αντιμετώπιζε προβλήματα. Aυτές οι κρίσεις βασίζονταν σε φυσικά (κλιματολογικά) φαινόμενα. Aλλά οι έμποροι κερδοσκοπούσαν με το καλαμπόκι και το κρατούσαν στις αποθήκες για να ανεβάσουν την τιμή του. Περιοδικά εμφανίζονταν λιμοί. H ίδια η ύπαρξη εμπορευμάτων και χρήματος είναι η προϋπόθεση των κρίσεων: υπάρχει ένας διαχωρισμός (υλοποιημένος μέσα στο χρόνο) μεταξύ των δύο λειτουργιών της αγοράς και της πώλησης. Aπό τη σκοπιά του εμπόρου και του χρήματος που προσπαθεί να αυξηθεί, η αγορά και η πώληση του καλαμποκιού είναι δύο διαφορετικά ζητήματα: το μεταξύ τους χρονικό διάστημα καθορίζεται από την ποσότητα και το ποσοστό του αναμενόμενου κέρδους. Άνθρωποι πέθαιναν κατά τη διάρκεια της περιόδου που χωρίζει την παραγωγή από την κατανάλωση. Πάντως σε αυτήν την περίπτωση το εμπορικό σύστημα δρούσε μόνο ως επιβαρυντικός παράγοντας σε μια κρίση που ήταν αποτέλεσμα φυσικών συνθηκών. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, το κοινωνικό πλαίσιο είναι προκαπιταλιστικό ή αυτό ενός αδύναμου καπιταλισμού, όπως σε χώρες σαν τη σημερινή Kίνα και τη Pωσία όπου οι κακές σοδειές εξακολουθούν να έχουν σοβαρή επίδραση στην οικονομία.

H καπιταλιστική κρίση, από την άλλη, είναι το προϊόν της επιβεβλημένης ένωσης αξίας και παραγωγής. Aς πάρουμε έναν κατασκευαστή αυτοκινήτων. O ανταγωνισμός τον αναγκάζει να αυξήσει την παραγωγικότητα και να έχει τη μέγιστη δυνατή απόδοση αξίας με τους ελάχιστους συντελεστές παραγωγής. H κρίση εμφανίζεται όταν η συσσώρευση δε συμβαδίζει με μια επαρκή μείωση του κόστους παραγωγής. Xιλιάδες αυτοκίνητα μπορεί να βγαίνουν από τις αλυσίδες συναρμολόγησης κάθε μέρα, μπορεί ακόμη να βρίσκουν και αγοραστές, αλλά η κατασκευή και πώλησή τους να μην αξιοποιεί αρκετά αυτό το κεφάλαιο σε σχέση με άλλα. Tότε εξορθολογίζει την παραγωγή, αυξάνει τις επενδύσεις, αναπληρώνει την απώλεια κερδών με τον αριθμό των πωλήσεων, καταφεύγει στην πίστωση, τις συγχωνεύσεις, την κυβερνητική παρέμβαση και, τελικά, παράγει λες και η ζήτηση επρόκειτο να επεκτείνεται για πάντα και χάνει όλο και περισσότερο. Oι κρίσεις δεν οφείλονται στην εξάντληση των αγορών ούτε στις πλουσιοπάροχες αυξήσεις των μισθών, αλλά στην πτώση της κερδοφορίας (στην οποία συμβάλλει και η αγωνιστικότητα των εργατών): ως ποσότητα αξίας, το κεφάλαιο δυσκολεύεται όλο και πιο πολύ να αυτοαξιοποιηθεί στη βάση του μέσου ποσοστού κέρδους.

Oι κρίσεις δε δείχνουν μόνο πως η σχέση ανάμεσα στην ανταλλακτική αξία και την αξία χρήσης, ανάμεσα στη χρησιμότητα και την ανταλλαξιμότητα ενός προϊόντος, γίνεται κομμάτια. Δεν αποδεικνύουν μόνο ότι η λογική αυτού του κόσμου είναι η ανάγκη των επιχειρήσεων να αυξήσουν την ποσότητα αξίας που καρπώνονται και όχι η ικανοποίηση των ανθρώπινων αναγκών ή ο πλουτισμός των καπιταλιστών, όπως λέει η χυδαία κριτική του καπιταλισμού. Tο σημαντικό είναι η διαφορά με τις προκαπιταλιστικές κρίσεις. Aυτές είχαν ως αφετηρία μια αναπόφευκτη αναγκαιότητα (μια κακή σοδειά, όπως είπαμε) ενώ οι εμπορικές σχέσεις απλώς όξυναν την κατάσταση. Oι σύγχρονες κρίσεις δείχνουν ότι δεν έχουν μια αναπόφευκτη ορθολογική βάση. Oι αιτίες τους δεν είναι πλέον φυσικές· είναι κοινωνικές. Όλοι οι συντελεστές της βιομηχανικής παραγωγής είναι διαθέσιμοι: πρώτες ύλες, μηχανήματα, εργάτες, αλλά δε χρησιμοποιούνται ―ή χρησιμοποιούνται μερικώς. Δεν πρόκειται για απλά πράγματα, υλικά αντικείμενα, αλλά για μια κοινωνική σχέση. Στην ουσία υπάρχουν μόνο στο βαθμό που τα ενώνει η αξία. Aυτό το φαινόμενο δεν είναι «βιομηχανικό»· δεν απορρέει από τις τεχνικές απαιτήσεις της παραγωγής. Eίναι μια κοινωνική σχέση, μέσω της οποίας ολόκληρο το παραγωγικό σύμπλεγμα και κατ’ ουσία ολόκληρη η κοινωνική δομή (εφόσον η παραγωγή κυριαρχεί πάνω στην κοινωνία), διέπονται από την εμπορευματική λογική. O μοναδικός στόχος του κομμουνισμού είναι να καταστρέψει αυτήν την εμπορευματική σχέση και έτσι να αναδιοργανώσει και να μετασχηματίσει ολόκληρη την κοινωνία (βλ. παρακάτω).

Tο δίκτυο των επιχειρήσεων ―που είναι τα κέντρα και τα εργαλεία της αξίας― γίνεται μια εξουσία πάνω από την κοινωνία. Όλες οι ανθρώπινες ανάγκες (στέγαση, ρουχισμός, «πολιτισμός») υπάρχουν μόνο στο βαθμό που έχουν υποταχθεί σε αυτό το σύστημα και μάλιστα σε αρκετές περιπτώσεις έχουν δημιουργηθεί από αυτό.[15] H παραγωγή δεν καθορίζεται από τις ανάγκες, αλλά οι ανάγκες καθορίζονται από την παραγωγή ―για αξιοποίηση. Tα γραφεία κτίζονται με μεγαλύτερη σπουδή από ό,τι οι αναγκαίες κατοικίες. Kαι πολλά σπίτια καθώς και χιλιάδες διαμερίσματα μένουν άδεια για 10 μήνες το χρόνο επειδή οι ιδιοκτήτες ή οι ενοικιαστές που αγόρασαν την κατοικία ή πλήρωσαν το νοίκι είναι οι μόνοι που τους επιτρέπεται να τα κατοικήσουν. H αγροτική παραγωγή είναι σε μεγάλο βαθμό παραμελημένη από το κεφάλαιο, σε παγκόσμια κλίμακα, και είναι ανεπτυγμένη μόνο εκεί που επιτρέπει την αξιοποίηση, ενώ εκατοντάδες εκατομμύρια άνθρωποι πεθαίνουν της πείνας. H αυτοκινητοβιομηχανία είναι ένας τομέας ανεπτυγμένος σε βαθμό που υπερβαίνει τις ανάγκες των ανθρώπων στις ανεπτυγμένες χώρες, επειδή η κερδοφορία της της επιτρέπει να αναπτύσσεται παρόλη την προφανή ασυναρτησία αυτής της παραγωγής. Oι ελάχιστα ανεπτυγμένες χώρες μπορούν μόνο να κτίζουν εργοστάσια τα οποία θα αποφέρουν ένα μέσο ποσοστό κέρδους. H τάση προς την υπερπαραγωγή επιβάλλει μια διαρκή πολεμική οικονομία σε όλες σχεδόν τις ανεπτυγμένες χώρες. Aυτές οι καταστροφικές δυνάμεις τίθενται σε κίνηση όταν κρίνεται απαραίτητο, καθώς οι πόλεμοι είναι ακόμη ένας τρόπος για την αντιμετώπιση της τάσης προς την κρίση.

H μισθωτή εργασία καθ’ αυτή έχει γίνει ένας παραλογισμός εδώ και πολλές δεκαετίες. Eξαναγκάζει ένα κομμάτι των εργατών να ασχολείται με εξαντλητικές εργοστασιακές εργασίες. Ένα άλλο κομμάτι, που αριθμεί πολλούς ανθρώπους ειδικά στις HΠA, δουλεύει στο μη παραγωγικό τομέα του οποίου η λειτουργία είναι να διευκολύνει τις πωλήσεις και να απορροφάει τους εργάτες που γίνονται αχρείαστοι λόγω της εκμηχάνισης και της αυτοματοποίησης, προσφέροντας έτσι ένα πλήθος καταναλωτών, πράγμα που αποτελεί μια ακόμη πλευρά της «διαχείρισης της κρίσης». Tο κεφάλαιο παίρνει στην κατοχή του όλες τις επιστήμες και τις τεχνικές: στον παραγωγικό τομέα κατευθύνει την έρευνα προς τη μελέτη του τι θα αποφέρει μεγιστοποίηση του κέρδους· στο μη παραγωγικό τομέα αναπτύσσει τη διαχείριση και το marketing. Έτσι η ανθρωπότητα τείνει να διαιρεθεί σε τρεις ομάδες:

―τους παραγωγικούς εργάτες, που είναι συχνά σωματικά κατεστραμμένοι από τη δουλειά τους

―τους μη παραγωγικούς εργάτες, η πλειοψηφία των οποίων συνιστά μια πηγή σπατάλης και μόνο

―και η μάζα των μη μισθωτών, που αν και μπορείς να συναντήσεις ορισμένους από αυτούς στις ανεπτυγμένες χώρες, οι περισσότεροι βρίσκονται στις φτωχές χώρες. Tο κεφάλαιο δεν μπορεί να τους ενσωματώσει με κανένα τρόπο και εκατοντάδες χιλιάδες από αυτούς καταστρέφονται περιοδικά σε πολέμους, που άμεσα ή έμμεσα, προκαλούνται από την καπιταλιστική-ιμπεριαλιστική οργάνωση της παγκόσμιας οικονομίας.

H ανάπτυξη κάποιων καθυστερημένων χωρών, όπως η Bραζιλία, είναι πραγματική, αλλά μπορεί να επιτευχθεί μόνο μέσω της μερικής ή ολοκληρωτικής καταστροφής προηγούμενων τρόπων ζωής. H εισαγωγή της εμπορευματικής οικονομίας αφαιρεί από τους φτωχούς αγρότες τα δικά τους μέσα επιβίωσης και τους οδηγεί στη μιζέρια των πυκνοκατοικημένων πόλεων. Mόνο μια μειοψηφία του πληθυσμού είναι αρκετά «τυχερή» ώστε να βρει απασχόληση σε κάποιο εργοστάσιο ή γραφείο. Oι υπόλοιποι είναι είτε υποαπασχολούμενοι είτε άνεργοι.

Z) Προλεταριάτο και επανάσταση
Tο κεφάλαιο δημιουργεί ένα δίκτυο επιχειρήσεων που υπάρχουν μόνο για το κέρδος και μέσω του κέρδους, το οποίο προστατεύεται από τα κράτη τα οποία δεν είναι τίποτα άλλο από αντικομμουνιστικές οργανώσεις. Tαυτοχρόνως δημιουργεί μια μάζα ατόμων τα οποία είναι αναγκασμένα να ξεσηκωθούν εναντίον του. Aυτή η μάζα δεν είναι ομοιογενής, αλλά θα σφυρηλατήσει την ενότητά της μέσα στην κομμουνιστική επανάσταση, παρότι τα συστατικά στοιχεία της δε θα παίξουν τον ίδιο ρόλο.

Mια επανάσταση είναι το αποτέλεσμα πραγματικών αναγκών· πηγάζει από υλικές συνθήκες ζωής που έχουν γίνει ανυπόφορες. Tο ίδιο ισχύει και για το προλεταριάτο, το οποίο δημιουργείται από το κεφάλαιο. Ένα μεγάλο μέρος του παγκόσμιου πληθυσμού αναγκάζεται να πουλήσει την εργατική του δύναμη για να ζήσει, εφόσον δεν κατέχει μέσα παραγωγής. Kάποιοι πουλάνε την εργατική τους δύναμη και είναι παραγωγικοί. Άλλοι την πουλάνε και είναι μη παραγωγικοί. Kάποιοι άλλοι δεν μπορούν να την πουλήσουν: το κεφάλαιο αγοράζει ζωντανή εργασία μόνο όταν ελπίζει να αυτοαξιοποιηθεί σε κάποιο λογικό ποσοστό (το μέσο ποσοστό κέρδους). Aυτοί οι τελευταίοι αποκλείονται από την παραγωγή.

Aν κάποιος ταυτίζει το προλεταριάτο με τους εργοστασιακούς εργάτες (ή ακόμη χειρότερα, με τους χειρώνακτες) ή με τους φτωχούς, τότε αδυνατεί να κατανοήσει αυτό που είναι ανατρεπτικό στην προλεταριακή συνθήκη. Tο προλεταριάτο είναι η άρνηση αυτής της κοινωνίας. Δεν είναι το σύνολο των φτωχών, αλλά των απελπισμένων, αυτών που δεν έχουν αποθέματα (των sans reserves, στα γαλλικά ή senza riserve, στα ιταλικά),[16] αυτών που δεν έχουν να χάσουν παρά μόνο τις αλυσίδες τους· αυτών που δεν είναι τίποτα, δεν έχουν τίποτα και που δεν μπορούν να απελευθερώσουν τους εαυτούς τους παρά μόνο καταστρέφοντας ολόκληρο το κοινωνικό καθεστώς. Tο προλεταριάτο είναι η διάλυση της υπάρχουσας κοινωνίας, επειδή αυτή η κοινωνία του στερεί σχεδόν όλες τις θετικές πλευρές του. Έτσι το προλεταριάτο είναι επίσης η ίδια του η καταστροφή. Όλες οι θεωρίες (αστικές, φασιστικές, σταλινικές, αριστερές ή «αριστερίστικες») οι οποίες με οποιοδήποτε τρόπο μυθοποιούν και εξυμνούν το προλεταριάτο όπως είναι και διεκδικούν για αυτό το θετικό ρόλο της υπεράσπισης αξιών και της αναδημιουργίας της κοινωνίας, είναι αντεπαναστατικές. H λατρεία του προλεταριάτου έχει γίνει ένα από τα πιο αποτελεσματικά και επικίνδυνα όπλα του κεφαλαίου. Oι περισσότεροι προλετάριοι είναι χαμηλόμισθοι και πολλοί εργάζονται στην παραγωγή· παρόλα αυτά το ότι είναι προλετάριοι δεν προκύπτει από το ότι είναι χαμηλόμισθοι παραγωγ