28 Οκτωβρίου, 2021
από Anarchy Press
314 προβολές


Πώς οι αναρχικοί της Ουκρανίας και της Μόσχας μετέτρεψαν την κηδεία του Κροπότκιν σε πολιτική συγκέντρωση

από τον Anatoly Dubovik

Στις 13 Φεβρουαρίου 1921, ο 78χρονος Πέτρος Κροπότκιν – «ο παππούς της Ρωσικής Επανάστασης» και ο «απόστολος του αναρχισμού», όπως ήταν γνωστός στους συγχρόνους του, θάφτηκε στη Μόσχα. Αυτή η κηδεία ήταν η τελευταία πολιτική διαδήλωση που διοργανώθηκε από ένα μη μπολσεβίκικο κόμμα στη Μόσχα εκείνη την εποχή. Αναρχικοί από την Ουκρανία έπαιξαν σημαντικό ρόλο σε αυτό το γεγονός.

Στα τέλη Νοεμβρίου 1920, η κυβέρνηση της Ουκρανικής ΣΣΔ [Σοβιετική Σοσιαλιστική Δημοκρατία] ακύρωσε τη στρατιωτική-πολιτική συμφωνία με τους Μαχνοβίτες και συνέτριψε το αναρχικό κίνημα στην Ουκρανία. Εκατοντάδες αναρχικοί κατέληξαν στη φυλακή.

Σύντομα 40 από αυτούς τους ακτιβιστές στάλθηκαν στη Μόσχα στη διάθεση του VChK [Cheka]. Μεταξύ αυτών ήταν ηγέτες της Συνομοσπονδίας Αναρχικών Οργανώσεων Ουκρανίας «Nabat» και όλοι οι εκπρόσωποι του Μαχνοβίτικου κινήματος που ήταν παρόντες στο Χάρκοβο τη στιγμή των συλλήψεων. Αυτοί ήταν έμπειροι προπαγανδιστές και οργανωτές, ιδεολόγοι και αγωνιστές, που είχαν πολεμήσει για χρόνια εναντίον τόσο του Κόκκινου όσο και του Λευκού καθεστώτος.

Αλλά δεν ήταν πολύ βολικό για τους ηγεμόνες της RSFSR [Ρωσική Σοβιετική Ομοσπονδιακή Σοσιαλιστική Δημοκρατία] να τους κρατήσουν πίσω από τα κάγκελα. Έχοντας νικήσει τους Λευκούς, οι Μπολσεβίκοι στράφηκαν ξανά στα σχέδια για επανάσταση στην Ευρώπη και ήλπιζαν να κάνουν τους δυτικούς αναρχικούς συμμάχους τους. Έτσι, η καταστολή εναντίον των αναρχικών στη Ρωσία και την Ουκρανία έπρεπε να περιοριστεί. Και τον Ιανουάριο του 1921, άρχισαν να απελευθερώνουν τους «Nabatsi». Φυσικά, δεν τους απελευθέρωσαν όλους, αλλά μόνο τους «λιγότερο επικίνδυνους» και, φυσικά, η απελευθέρωσή τους δεν ήταν άνευ όρων αλλά δεσμεύονταν να μην εγκαταλείψουν τη Μόσχα.

Με την απελευθέρωσή τους, οι Ουκρανοί αναρχικοί ξεκίνησαν και πάλι τη διάδοση των ιδεών τους. Παραδόξως, βρέθηκαν αμέσως αντιμέτωποι με την αντίθεση των Ρώσων ομολόγων τους. Δείτε πώς το θυμήθηκε ο Ναβατιστής Ανατόλι Γκορέλικ:

«Σταματήστε να εργάζεστε στη Μόσχα. Η Μόσχα είναι το κέντρο των Μπολσεβίκων. Η Μόσχα είναι κόκκινη, δεν υπάρχει χώρος για αναρχικούς σε αυτήν. Εδώ δεν είναι η Ουκρανία σας. Σύντομα θα χάσετε την καρδιά σας».

«Αυτή ήταν η απάντηση που έλαβα λίγο πολύ από εξέχοντες αναρχικούς όταν τους ρώτησα για το αναρχικό έργο στη Μόσχα. Στην πραγματικότητα, αρχικά βρέθηκα να χτυπάω το κεφάλι μου στον τοίχο στο αναρχικό περιβάλλον της Μόσχας. Σε όποιον και να μίλησα για δουλειά, η απάντηση ήταν ένα συγκαταβατικό χαμόγελο ή χειρότερα.»

Αλλά μετά από μερικές εβδομάδες, η προπαγάνδα των Nabatsi άρχισε να αποδίδει καρπούς. Ο ίδιος ο Gorelik περιέγραψε τις δραστηριότητές του τον Φεβρουάριο του 1921, ως εξής:

«Δεν υπήρχε σχεδόν καμία συνάντηση εργοστασίου στο οποίο δεν είχαν προσκληθεί οι αναρχικοί. Κάθε βράδυ οι εργάτες γέμιζαν τους αναρχικούς συλλόγους στο Λεοντιέφσκι [Λέιν] και αλλού. Παντού, στους συλλόγους του Λεοντιέφσκι, στις συναντήσεις των εργαζομένων, στην αποθήκη αυτοκινήτων του Σοβναρκόμ [Σοβιέτ των Λαϊκών Επιτρόπων], στο ουκρανικό θέατρο, στο Σεργκιέφ [πόλη κοντά στη Μόσχα] και στα πανεπιστήμια όπου έδινα διαλέξεις και μίλησα σε συγκεντρώσεις και διαδηλώσεις, υπήρξαν σοβαρές συζητήσεις και ερωτήματα».

Έτσι, χάρη στις επιδέξιες κινητοποιήσεις του Ουκρανών Ναμπάτσι, το αναρχικό κίνημα γνώρισε μια νέα άνοδο δραστηριότητας στις αρχές του 1921.

Εν μέσω αυτής της δραστηριότητας, ήρθαν νέα από την πόλη Ντμίτροφ κοντά στη Μόσχα: ο Κροπότκιν είχε πεθάνει.

Το όνομα του Peter Alexeyevich Kropotkin ήταν γνωστό όχι μόνο στην πρώην Ρωσική Αυτοκρατορία, αλλά και σε όλες τις χώρες του κόσμου. Γεννήθηκε σε μια πλούσια, αριστοκρατική οικογένεια και είχε την ευκαιρία να ασχοληθεί με όποιο τομέα επιθυμούσε, αλλά στην ηλικία των 18 επέλεξε να γίνει ένας απλός Κοζάκος αξιωματικός στην απομακρυσμένη Σιβηρική περιφέρεια της Αυτοκρατορίας. Οι πρόγονοί του ήταν περήφανοι για το γεγονός ότι κατάγονταν από την δυναστεία των Ρουρικίδων, ενώ ο Κροπότκιν δεν χρησιμοποίησε ποτέ τον πριγκιπικό του τίτλο. Τον τράβηξε η επιστήμη και συνέβαλε σημαντικά στην ανάπτυξη της γεωλογίας, της γεωγραφίας, της ιστορίας, της βιολογίας και της λογοτεχνικής κριτικής, και έγινε ένας από τους τελευταίους μελετητές- εγκυκλοπαιδιστές στην ιστορία της ανθρωπότητας. Ταυτόχρονα, ήταν ένας από τους πιο εξέχοντες σοσιαλιστές και επαναστάτες της εποχής του, ο δημιουργός της θεωρίας του αναρχο -κομμουνισμού, η οποία στις αρχές του 19ου -20ου αιώνα είχε εκατομμύρια ενεργούς υποστηρικτές.

Εκτός από τις όλες αυτές τις ενασχολήσεις του, ήταν επίσης ένα ευχάριστο άτομο για να μιλήσει κάποιος μαζί του. Για παράδειγμα, ο Γάλλος συγγραφέας Romain Rolland έγραψε:

«Μου αρέσει πολύ ο Τολστόι, ξέρεις. Αλλά είχα συχνά την εντύπωση ότι ο Κροπότκιν ήταν αυτό για το οποίο έγραφε ο Τολστόι. Απλά και φυσικά [ο Κροπότκιν] καλλιέργησε στην προσωπικότητά του το ιδανικό της ηθικής καθαρότητας, της ήσυχης αυτοθυσίας και της τέλειας αγάπης για την ανθρωπότητα που η βασανισμένη ιδιοφυία του Τολστόι ήθελε όλη του τη ζωή, αλλά δεν κατάφερε να το πετύχει, παρά μόνο στην τέχνη του».

Ο Κροπότκιν ήταν διακρινόταν για τις αρχές του, όπως ο ίδιος επιβεβαίωσε κατά την επιστροφή του, μετά από 40 χρόνια στο εξωτερικό, στη Ρωσία τον Ιούνιο του 1917. Αφού έλαβε μια προσφορά από τον Αλέξανδρο Κερένσκυ να αναλάβει οποιοδήποτε υπουργικό αξίωμα ήθελε στην Προσωρινή Κυβέρνηση, ο 74χρονος ακτιβιστής αρνήθηκε:

«Θεωρώ ότι το επάγγελμα του λούστρου είναι πιο ειλικρινές και χρήσιμο.»

Αλλά αυτό δεν τον εμπόδισε να πάρει το μέρος της Προσωρινής Κυβέρνησης για το «Ουκρανικό ζήτημα»: χωρίς να εξετάσει τα βασικά αιτήματα του ουκρανικού εθνικού απελευθερωτικού κιμήματος και, ειδικότερα, τα ψηφίσματα της ουκρανικής Κεντρικής Ράντα, ο επιβεβαιωμένα  φεντεραλιστής Κροπότκιν έγραψε μια συγκινητική επιστολή, που απευθυνόταν στους ομοσπονδιακούς της Ουκρανίας, με την έκκληση «Μην κόβετε τους αιώνιους δεσμούς!» Να υπενθυμίσουμε ότι  η επιστολή δεν έφτασε ποτέ στους παραλήπτες, αλλά αυτό ήταν το αποτέλεσμα μιας απόφασης των μελών της Προσωρινής Κυβέρνησης, που μόλις έφευγαν για διαπραγματεύσεις στο Κίεβο.

Ο Κροπότκιν παρέμεινε πιστός στις πεποιθήσεις του μέχρι το τέλος. Απορρίπτοντας τα προνόμια, θεωρούσε κάθε κράτος ως πηγή μόνο του κακού και της βίας. Ακόμη και υπό τους Μπολσεβίκους, δεν δέχτηκε καμία ειδική μερίδα συσσιτίου ή ειδικά διαμερίσματα στο Κρεμλίνο, αρνήθηκε την ειδική ιατρική περίθαλψη, καθώς επίσης και προτάσεις δημοσίευσης των βιβλίων του σε κρατικούς εκδοτικούς οίκους.

Ταυτόχρονα, στους Λενινιστές εντούτοις είδε τουλάχιστον πρώην επαναστάτες και προσπάθησε να προσεγγίσει τη συνείδησή τους. Το 1919 και το 1920 ο Κροπότκιν έγραψε πολλές επιστολές στον Λένιν, καλώντας τον να εγκαταλείψει το σύστημα του «Κόκκινου Τρόμου» και της ομηρίας, το οποίο αποκάλεσε «επιστροφή στις χειρότερες εποχές του Μεσαίωνα και των θρησκευτικών πολέμων». «Η αστυνομία δεν μπορεί να είναι ο δημιουργός μιας νέας ζωής. Και όμως γίνονται η ανώτατη αρχή σε κάθε πόλη και χωριό. Πού οδηγεί αυτό την Ρωσία; Στην πιο απειλητική αντίδραση». «Εάν συνεχιστεί η τρέχουσα κατάσταση, τότε η λέξη ‘‘σοσιαλισμός’’ θα μετατραπεί σε κατάρα». Ο Λένιν διάβασε αυτά τα γράμματα, αλλά δεν τολμούσε να απαντήσει…

Ο Vsevolod Voline, ένας από τους ηγέτες της Συνομοσπονδίας Nabat, κατέγραψε τις αναμνήσεις του από τον Kropotkin κατά την τελευταία περίοδο της ζωής του. Στις αρχές Νοεμβρίου 1920, όταν αποφυλακίστηκε από την Τσέκα και ετοιμαζόταν να επιστρέψει στην Ουκρανία, ο Βολίν πήγε στην πόλη Ντμίτροφ για να επισκεφτεί τον δάσκαλό του. Στη συνομιλία τους, «ο Κροπότκιν μίλησε με βαθιά λύπη ότι ο πολιτικοκομματικός, κρατικός χαρακτήρας της επανάστασής μας την είχε κάνει μια «τυπικά αποτυχημένη επανάσταση» και εξέφρασε φόβους για το ενδεχόμενο μιας εκτεταμένης αντίδρασης. Αλλά όταν, με μεγάλη προσοχή και ενθουσιασμό, άκουσε τις αναφορές των συντρόφων μου και εμένα για την κατάσταση στην Ουκρανία, έλαμψε και είπε ενθουσιασμένος αρκετές φορές:

«Λοιπόν, πηγαίνετε εκεί, αφού η υπόθεσή μας προχωρά εκεί».

Και πρόσθεσε με θλίψη:

«Ω, αν ήμουν νέος, θα πήγαινα και εκεί… να δουλέψω…»

Τρεις μήνες αργότερα, ο Κροπότκιν πέθανε.

Η είδηση του θανάτου του έγινε γνωστή στη Μόσχα την ίδια ημέρα, συγκεκριμένα στις 8 Φεβρουαρίου. Μια Επιτροπή Αναρχικών Οργανώσεων σχηματίστηκε αμέσως για να διευθετήσει την κηδεία του Κροπότκιν. Στην πρώτη συνεδρίαση, η Επιτροπή απέρριψε πρόταση του Σοβιέτ της Μόσχας να πραγματοποιηθεί η τελετή της κηδείας με κρατικά έξοδα.

Το βράδυ, ο Efim Yarchuk, εκπρόσωπος της Επιτροπής, έστειλε ένα τηλεφωνικό μήνυμα στον Lenin, πρόεδρο του Sovnarkom, με αίτημα να αφεθούν ελεύθεροι οι αναρχικοί, που βρίσκονταν στις φυλακές της Μόσχας, για να παραβρεθούν στην κηδεία του Kropotkin. Η Επιτροπή εγγυήθηκε ότι θα επιστρέψουν, μετά το τέλος, στην φυλακή.

Η εξέταση αυτού του ασυνήθιστου αιτήματος κράτησε για λίγο. Το Sovnarkom [Συμβούλιο των Λαϊκών Επιτροπών] παρέπεμψε το θέμα στο Προεδρείο της VTsIK [Πανρωσικής Κεντρικής Εκτελεστικής Επιτροπής].

Δύο ημέρες αργότερα, η ηγεσία του Σοβιετικού «κοινοβουλίου» αποφάσισε ότι δεν είχε αντίρρηση στην απελευθέρωση κρατουμένων, αλλά άφησε την τελική απόφαση στην διαβόητη ΤσεΚά «κατά την κρίση της».

Η διοίκηση της ΤσεΚά χρειαζόταν πολύ περισσότερο χρόνο. Στην πραγματικότητα, το βράδυ πριν από την κηδεία, η VChK [ΤσεΚά] δεν είχε ακόμη καταλήξει σε απόφαση.

Εν τω μεταξύ, στις 10 Φεβρουαρίου, το φέρετρο με το σώμα του Κροπότκιν στάλθηκε στη Μόσχα. Στο Ντμίτροφ, ο νεκρός ήταν πολύ γνωστός: παρά την ηλικία και την αναπηρία του, ο Κροπότκιν ήταν ενεργός στη δημόσια ζωή της πόλης. Έλαβε μέρος στη δημιουργία και τις δραστηριότητες της Ένωσης Συνεταιρισμών Ντμίτροφ, βοήθησε στην οργάνωση του τοπικού μουσείου ιστορίας και απολάμβανε συμπάθεια και σεβασμό. Εκατοντάδες άνθρωποι στο Ντμίτροφ ήρθαν να τον δουν στο τελευταίο του ταξίδι.

Στη Μόσχα το φέρετρο εγκαταστάθηκε στην Αίθουσα των Στηλών της Βουλής των Συνδικάτων. Η Βουλή των Συνδικάτων χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά για να αποχαιρετήσει μια πολιτική προσωπικότητα, αλλά αυτή η τελετή έναρξης δεν ήταν καθόλου παρόμοια με αυτήν που θα ακολουθούσε. Η αίθουσα ήταν διακοσμημένη με μαύρες σημαίες. Δεν υπήρχαν στρατιώτες ή αστυνομικοί – η τάξη εξασφαλίστηκε από εθελοντές της Επιτροπής. Στο φέρετρο υπήρχε τιμητική φρουρά αναρχικών η οποία αποτελείτο τόσο από Μοσχοβίτες όσο και από Ουκρανούς Ναμπάτσι [Ukrainian Nabatsi].

Από το πρωί έως αργά το βράδυ, χιλιάδες άνθρωποι –εργαζόμενοι, φοιτητές, στρατιώτες του Κόκκινου Στρατού, μη κομματικοί άνθρωποι και μέλη διαφόρων πολιτικών οργανώσεων, από αναρχικούς έως μπολσεβίκους–, πέρασαν μέσα από την Αίθουσα των Στηλών.

Εν τω μεταξύ, ο αγώνας για την απελευθέρωση των κρατουμένων συνεχίστηκε για μια ημέρα. Στις 11 Φεβρουαρίου, σε απάντηση ενός άλλου αιτήματος, η ΤσεΚά ανακοίνωσε ότι θα απελευθερώσει μόνο αυτούς που θεωρούσε αναρχικούς και μόνο για λίγες ώρες. Μετά από αυτό, μια «σημαία διαμαρτυρίας» υψώθηκε στο κέντρο της Αίθουσας των Στηλών: ένα τεράστιο μαύρο πανό με την επιγραφή: «ΑΠΑΙΤΟΥΜΕ ΤΗΝ ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ ΤΩΝ ΑΝΑΡΧΙΚΩΝ ΠΟΥ ΑΓΩΝΙΖΟΝΤΑΙ ΓΙΑ ΤΙΣ ΙΔΕΕΣ ΤΟΥ ΚΡΟΠΟΤΚΙΝ – ΤΗΝ ΑΝΑΡΧΙΑ». Οι διαβόητοι αστυνομικοί της ΤσεΚά διέταξαν την αφαίρεση της σημαίας, αλλά οι αναρχικοί την έβαλαν ξανά στη θέση της, υπό την προστασία της περιφρούρησης.

Την παραμονή της κηδείας, κυκλοφόρησε μια εφημερίδα με ένα και μοναδικό θέμα: «Αναρχικές οργανώσεις στη μνήμη του Πέτρου Αλεξέγιεβιτς Κροπότκιν. 1842-1921». Τα 40.000 αντίτυπα της εφημερίδας προορίζονταν για δωρεάν διανομή στους δρόμους της Μόσχας. Οι αστυνομικοί της ΤσεΚά προετοιμάζονταν επίσης. Ο λόγος τιμής των αιχμαλώτων και η εγγύηση της ελευθερίας των συντρόφων τους τούς φάνηκε ανεπαρκής. Ως εκ τούτου, τα πανεπιστήμια συνέταξαν λίστες αναρχικών φοιτητών που συμφώνησαν οικειοθελώς να γίνουν όμηροι: σε περίπτωση που οι προσωρινά απελευθερωμένοι αναρχικοί εξαφανιστούν μετά την κηδεία, αυτοί οι νέοι θα συλλαμβάνονταν άμεσα.

Αυτή η ιστορία έγινε γνωστή μόνο στα μέσα της δεκαετίας του 1990 από τα λόγια της Τατιάνας Γκαράσεβα, σχεδόν της τελευταίας από τους συμμετέχοντες  στην κηδεία του Κροπότκιν. Εκείνη την εποχή, ήταν 19χρονη φοιτήτρια στο Πανεπιστήμιο της Μόσχας.

Τελικά έφτασε η 13η Φεβρουαρίου, η ημέρα της κηδείας. Από νωρίς το πρωί, σκυθρωπές ομάδες πενθούντων σχηματίζοντας σειρές, συγκεντρώθηκαν κοντά στη Βουλή των Συνδικάτων για να λάβουν μέρος στην νεκρώσιμη τελετή. Αλλά η έναρξη της τελετής καθυστέρησε, καθώς η ΤσεΚά δεν μπόρεσε να ανακαλύψει ούτε έναν αναρχικό άξιο να απελευθερωθεί έστω για μια μέρα: η διοίκηση της διαβόητης ΤσεΚά ισχυρίστηκε ότι στις φυλακές τους «κρατούσαν μόνο ληστές». Αυτό θα μπορούσε να προκαλέσει νέο σκάνδαλο. Ήδη, διαδόθηκε στο πλήθος ότι η ΤσεΚά αθέτησε την υπόσχεσή της στην κυβέρνηση. Η Αλεξάνδρα Κροπότκιν, κόρη του Πιότρ Αλεξέγιεβιτς, είπε στους εκπροσώπους της ΤσεΚά ότι η Επιτροπή Κηδείας, με τη συγκατάθεση των συγγενών του νεκρού, σκόπευε να αφαιρέσει όλα τα στεφάνια και τις σημαίες του RKP(b) [Ρωσικό Κομμουνιστικό Κόμμα (Μπολσεβίκοι)] και των σοβιετικών οργανώσεων με επιδεικτικό τρόπο. Αυτή η πράξη δεν θα μπορούσε να γίνει με ειρηνικό τρόπο και θα καθιστούσε τους αστυνομικούς της ΤσεΚά υπεύθυνους για ταραχές στο κέντρο της Μόσχας.

Μισή ώρα αφ’ ότου έλαβε το τελεσίγραφο, η ΤσεΚά υποχώρησε: μια ομάδα αναρχικών μεταφέρθηκε στη Βουλή των Συνδικάτων από τις φυλακές Butyrskya. Από αρκετές δεκάδες κρατουμένους, μόνο επτά αφέθηκαν ελεύθεροι: τα μέλη του Nabat, Aron και Fanya Baron, Aleksandr Guevsky, David Kogan, Mark Mrachny, Aleksey Olonetsky και Olga Taratuta. Ο Anatoly Gorelik, ένας συμμετέχων στις εκδηλώσεις, θυμάται: «Ατημέλητοι και χλωμοί, έμοιαζαν με κατάδικους των τσαρικών χρόνων. Η εμφάνιση του Aleksey Olonetsky ήταν ιδιαίτερα συγκλονιστική». Αλλά ήταν αυτοί οι βασανισμένοι επτά αναρχικοί από την Ουκρανία που πήραν το φέρετρο και το μετέφεραν μέχρι το νεκροταφείο Novodevichy, χωρίς να παραχωρήσουν σε κανέναν άλλο το τιμητικό τους δικαίωμα σε αυτό το πένθιμο βάρος.

Η πομπή ήταν επική, ο αριθμός των συμμετεχόντων εκτιμάται μεταξύ 50.000 και 100.000. Η πορεία συνοδεύτηκε από τραγούδια: παραδοσιακά επαναστατικά τραγούδια και αυτά στα οποία προσαρμόστηκαν νέες λέξεις σε παλιές μελωδίες:

«Ο Λένιν μας πανικοβλήθηκε, εξέδωσε μανιφέστο:

Όλες οι τιμές στους νεκρούς, οι ζωντανοί υπό κράτηση».

«Συντριβήκαμε, σύντροφοι, από τη δύναμη των κομμουνιστών,

Ο εχθρός-ΤσεΚά βρίσκεται παντού».

Η πορεία σταμάτησε δύο φορές. Αρχικά στο σπίτι-μουσείο του Λέοντος Τολστόι, όπου κατέβηκαν τα πανό ως ένδειξη σεβασμού για τον παγκοσμίου φήμης συγγραφέα και χριστιανό αναρχικό. Δεύτερον, μπροστά από τις φυλακές Butyrskaya, όπου τραγουδήθηκε το «H Πορεία των Αναρχικών» μαζί με τους κρατούμενους.

Αυτή ήταν η τελευταία νόμιμη διαδήλωση αναρχικών στη Μόσχα και, από όσο είναι γνωστό, η τελευταία νόμιμη επίδειξη μη μπολσεβίκικων πολιτικών δυνάμεων στις πολλές δεκαετίες της σοβιετικής κυριαρχίας. Η επόμενη πραγματοποιήθηκε μόλις το 1987.

Η πομπή έφτασε στο νεκροταφείο Novodevichy, όπου πραγματοποιήθηκε συνέλευση. Την άνοιξε ο πασίγνωστος Ρώσος αναρχοσυνδικαλιστής Γκριγκόρι Μαξίμοφ, ακολουθούμενος από εκπροσώπους αναρχικών οργανώσεων, των Αριστερών Σοσιαλιστών, των Μενσεβίκων, του RKP(b) και της Κομιντέρν. Ο τελευταίος που μίλησε ήταν ο αρχηγός του Nabat Baron και η ομιλία του έμεινε αξέχαστη στους παρευρισκόμενους. Ακολουθεί μια περιγραφή από τον υπάλληλο της Κομιντέρν Βίκτορ Σερζ, πρώην αναρχικό και μελλοντικό «κάτοικο» των σοβιετικών φυλακών:

«Ο Άρον Μπάρον, που συνελήφθη στην Ουκρανία, λόγω του ότι θα επέστρεφε εκείνο το βράδυ σε μια φυλακή από την οποία δεν θα έβγαινε ποτέ ξανά, σήκωσε το αδυνατισμένο, με γενειάδα κεφάλι του κραυγάζοντας ασταμάτητα ενάντια στον νέο δεσποτισμό· για τους χασάπηδες που μακέλευαν κόσμο στα υπόγειά τους, για την ατίμωση που δέχεται ο σοσιαλισμός, για την κρατική βία που ποδοπατούσε την Επανάσταση με τις μπότες της. Άφοβος, ατρόμητος και ορμητικός, έσπερνε τους σπόρους νέων καταιγίδων».

Μετά την τελετή, οι αναρχικοί πραγματοποίησαν μια ιδιωτική κηδεία στα γραφεία της οργάνωσής τους στη Leontievsky Lane και το βράδυ πραγματοποιήθηκε μια άλλη συνάντηση, αυτή τη φορά μυστική. Οι ακτιβιστές του Nabat άκουσαν την αναφορά ενός συντρόφου που μόλις έφτασε από το Χάρκοβο, σχετικά με την πρόοδο στην αποκατάσταση της οργάνωσης και τη συνέχιση της προπαγάνδας.

Γύρω στα μεσάνυχτα, τα επτά μέλη της οργάνωσης Nabatsi, που είχαν αποφυλακιστεί υπό όρους, παραδόθηκαν. Αυτό αποδείχθηκε ότι δεν ήταν ένα απλό θέμα, όπως θυμάται ο Mark Mrachny:

«Βγήκαμε στο Lubyanka No. 2. Πλησιάσαμε την κύρια είσοδο όλοι μαζί σαν ομάδα, αλλά ο φύλακας μας έβρισε και όταν του ανακοινώσαμε ότι επιστρέφουμε στη φυλακή, αναφώνησε, ότι, προφανώς ή αυτός είχε τρελαθεί ή εμείς είχαμε χάσει το μυαλό μας».

Ο φύλακας επέμεινε για πολύ ώρα ζητώντας μας γραπτή άδεια εισόδου, ώσπου στο τέλος συμφώνησε να καλέσει τον διοικητή. Μόνο τότε λύθηκε το ζήτημα: οι αναρχικοί επέστρεψαν στα κελιά τους.

Έτσι έληξε η 13η Φεβρουαρίου 1921, ημέρα της κηδείας του Κροπότκιν.

Μετάφραση από τα ρωσικά: Malcolm Archibald.

Το άρθρο του Anatoly Dubovik δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά από το dsunew.ua στις 13 Φεβρουαρίου 2021.

Μετάφραση – απόδοση Συσπείρωση Αναρχικών

Δημοσιεύθηκε στην ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φ. 218, Σεπτέμβριος 2021




Πηγή: Anarchypress.wordpress.com