13 Φεβρουαρίου, 2022
από Anarchy Press
37 προβολές

«Μην ψάχνετε για τις αιτίες και ποια είναι τα προβλήματα μας, γιατί αυτά είναι ίδια με τα δικά σας. Η μόνη διαφορά είναι πως εμάς είναι ορατά τα κάγκελα της αιχμαλωσίας, αλλά σε σας αόρατα. Εκείνο μόνο που θέλουμε να σας πούμε, είναι πως για μας, που δεν έχουμε αιτήματα, έχουμε ένα σκοπό: ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ Ή ΚΑΡΒΟΥΝΟ».

Γιάννης Πετρόπουλος, Γδάρτες Ονείρων

Οκτώβριος 1990, Εξέγερση στις φυλακές Αλικαρνασσού.

«Βλέποντας αυτά τα ελεεινά σκυλιά τη σθεναρή μας αντίσταση, υποχώρησαν μουγκρίζοντας από λύσσα. Κι έτσι ο τρίτος και ο μισητότερος όροφος της Αλικαρνασσού ήταν στα χέρια μας! Μέσα σ’ αυτά τα κελιά ήταν τα πιο ελεεινά υποκείμενα-κρατούμενοι που έβγαλε ποτέ η πόρνη δικαιοσύνη. Ήταν όλοι τους ένας κι ένας οι στενοί συνεργάτες της υπηρεσίας. Αυτοί που ολόκληρα χρόνια έλεγχαν ολόκληρη τη φυλακή. Που κανόνιζαν και ρύθμιζαν τα πάντα. Ποιοι και πόσοι θα μείνουν σ’ αυτή τη φυλακή, και ποιοι και πόσο έπρεπε να βασανιστούν στο πειθαρχείο. Ήταν αυτοί που η σιχαμερή υπηρεσία τούς είχε δώσει εν λευκώ τα πάντα, όπως συνεργεία, καφενεία, μαγειρεία και όλα τα συναφή, με την προϋπόθεση η φυλακή να μένει ήσυχη.

[…] Ενώ τις νύχτες σεργιάναγαν μαζί με τους δήμιους μέσα στην πολιτεία!!! Και να, τώρα τους είχαμε στα χέρια μας, έναν-έναν κλεισμένο στο κελί του, που ο καθένας το είχε μετατρέψει σε ιδιωτική γκαρσονιέρα, που το ασφάλιζαν οι ίδιοι με ειδικά λουκέτα! […] που μέσα τους είχαν ό,τι μπορεί άνθρωπος να φανταστεί: κόκες, πρέζες, χάπια! Και πορνό φωτογραφίες από όργια που έκαναν τις νύχτες στην πόλη του Ηρακλείου. […] Τεράστιες τηλεοράσεις –όλες έγχρωμες–, αρμόνια, κιθάρες. Και κάτι τεράστια μαχαίρια που σου κοβόταν η ανάσα. Και παντού χρυσάφι και χρήμα. Που μ’ αυτό εξαγόραζαν την ξεφτιλισμένη δικαιοσύνη».

Γιάννης Πετρόπουλος, Γδάρτες Ονείρων

Εξεγερμένοι κρατούμενοι  στην ταράτσα του «νταχάου» της Κέρκυρας στις 5 Φλεβάρη του 1987, αρχικά θα αρνηθούν συσσίτιο και επισκεπτήρια, στην συνέχεια θα βάλουν φωτιά στα κελιά τους και θα κάψουν το διοικητήριο

Όπως επισημαίνει ο Μισέλ Φουκώ στο έργο του Επιτήρηση και Τιμωρία, η Γένεση της Φυλακής (1975), η επικράτηση του εγκλεισμού σαν ποινή ξάφνιασε πολλούς ερευνητές, διότι ο εγκλεισμός δεν ήταν, όπως πολλοί φαντάζονταν, μια τιμωρία βαθιά ριζωμένη διαχρονικά στο ποινικό σύστημα, μια ποινή που καθιερώθηκε μόνο για να αντικαταστήσει την επιβολή της θανατικής ποινής «για ψύλλου πήδημα» ή μια ποινή που πήρε σταδιακά την θέση των καταργημένων, τουλάχιστον επισήμως, βασανιστηρίων.

Μ’ άλλα λόγια, όπως εξιστορεί, χωρίς να παραγνωρίζονται γεωγραφικές παρεκκλίσεις στο ζήτημα, ο εγκλεισμός ιστορικά δεν κατείχε παρά μια περιορισμένη, περιθωριακή θέση στο ποινικό σύστημα, γεγονός που επαληθεύεται λόγου χάριν στις προβλέψεις γαλλικού διατάγματος του 1670, στο οποίο δεν αναφέρεται η κάθειρξη στις λεγόμενες επανορθωτικές ποινές. Ο εγκλεισμός, αντίθετα, δεν θεωρείται ποινή αλλά εγγύηση, η κράτηση ενέχει τον ρόλο του ενέχυρου, δηλαδή «ad continendos homines, non ad puniendos» (να ελέγχουμε τους ανθρώπους, όχι να τιμωρούμε). Ένα, επίσης, σημαντικό εμπόδιο, που έπρεπε να ξεπεραστεί για την καθιέρωση του εγκλεισμού στην Γαλλία εκείνη την εποχή, ήταν η απαξίωσή του, καθώς τα  «σωφρονιστικά ιδρύματα», τα «γενικά άσυλα», οι «βασιλικές εντολές» ή εκείνες του αρχηγού της Αστυνομίας, τα «βασιλικά προστάγματα εξορίας ή φυλάκισης», που οι προύχοντες ή οι οικογένειες των ευγενών αποσπούσαν από τον μονάρχη, συνιστούσαν μιαν ολόκληρη κατασταλτική πρακτική, πλάι στην «τακτική δικαιοσύνη», μια πρακτική συχνότατα αντίθετη σ’ αυτήν. Αυτός, ακριβώς, ο εγκλεισμός που επιβαλλόταν μέσω εξωδικαστικών διαδικασιών απορρίφθηκε τόσο από τους κλασικούς νομομαθείς και όσο και από τούς μεταρρυθμιστές.

Ο εγκλεισμός, λοιπόν, προτού καθιερωθεί και χαρακτηριστεί ως «ανθρωπιστική τιμωρία», εκείνη την εποχή θεωρείται έκνομος, στιγματισμένος από τις καταχρήσεις της εξουσίας, χωρίς να απολαμβάνει κάποιου είδους κοινωνική νομιμοποίηση. Η επίσημη έναρξη, άλλωστε, της Γαλλικής Επανάστασης πραγματοποιήθηκε με την άλωση και καταστροφή της Βαστίλης, στην οποία εκείνη την στιγμή κρατούνταν μόλις επτά κρατούμενοι. Είναι, επίσης, χαρακτηριστικό ότι επανειλημμένα υπομνήματα της Τρίτης Τάξης ζητούν κυριολεκτικά την κατεδάφιση των κρατητηρίων, ενώ το διάταγμα της 13 Μαρτίου του 1790 όριζε ότι πρέπει να απελευθερωθούν «όλοι όσοι κρατούνται με βασιλική προσταγή ή με διαταγή οργάνων τής εκτελεστικής εξουσίας στους πύργους, στα θρησκευτικά ιδρύματα, στα κρατητήρια, στα αστυνομικά τμήματα ή σέ οποιαδήποτε άλλη φυλακή». Η επαναστατική εξουσία, όμως, έχει πολλές όψεις· οι επιδρομές των  sans-culottes  στις παρισινές φυλακές (υπό τον φόβο της εξωτερικής απειλής που συνιστούσε η πρωσική εισβολή), από την 2α μέχρι την 5η Σεπτεμβρίου του 1792, είχε ως αποτέλεσμα την αδιάκριτη σφαγή αντιπάλων του καθεστώτος και ποινικών κρατουμένων.

Ο ωμός βασανισμός, λοιπόν, και η εκτεταμένη επιβολή της θανατικής ποινής, αναπροσαρμόζονται με κύριο στόχο, όπως επικαλείται κάθε μεταρρύθμιση ιδιαίτερα κατά το δεύτερο ήμισυ του 18ου αιώνα, την ανθρωπινότερη αντιμετώπιση των παραβατών με στόχο την αναμόρφωσή τους, ενώ η δικαστική εξουσία εμφανίζεται πλέον ανεξάρτητη από τον μονάρχη. Η μεταρρύθμιση εντάσσεται στην γενική θεωρία του συμβολαίου και της κοινωνικής αποδοχής της επιβολής των νόμων. Οι παλιοί μεγάλοι κοινοί χώροι κράτησης αντικαθίστανται από ατομικά κελιά ή θαλάμους, που βρίσκονται σε πτέρυγες για να επιτυγχάνεται η ιεράρχηση των κρατουμένων και φυσικά η επιτήρησή τους, προβλέπονται κελιά απομόνωσης, ενώ η τήρηση του προγράμματος παραμένει μέχρι τις ημέρες μας θεμέλιος λίθος του «σωφρονισμού».

Από τις απαρχές του 19ου αιώνα μέχρι τις ημέρες μας, ο εγκλεισμός έχει πυροδοτήσει αναρίθμητες συζητήσεις, αναρίθμητες εξεγέρσεις που ξεκίνησαν ενάντια στο κρύο,  ενάντια στους μουχλιασμένους τοίχους, ενάντια στην πείνα, ενάντια στους ξυλοδαρμούς.

Αλλά, όπως επισημαίνει και ο Φουκώ, υπήρξαν και εξεγέρσεις ενάντια στις πρότυπες φυλακές, στα ηρεμιστικά, στην απομόνωση, και γενικότερα ενάντια στα ιατρικά ή εκπαιδευτικά συστήματα, εξεγέρσεις αντιφατικές, ενάντια στην εξαθλίωση, αλλά και ενάντια στην άνεση, ενάντια στους φύλακες, αλλά και ενάντια στους ψυχιάτρους: «Αντικείμενο της συζήτησης δεν ήταν το υπερβολικά εξαθλιωμένο ή υπερβολικά απολυμασμένο, το υπερβολικά πρωτόγονο ή υπερβολικά τελειοποιημένο περιβάλλον της φυλακής – ήταν η υλική της πραγματικότητα, στο μέτρο όπου λειτουργεί σαν όργανο και σαν φορέας τής εξουσίας· ήταν όλη αυτή ή τεχνολογία τής εξουσίας πάνω στο σώμα, πού η τεχνολογία τής «ψυχής» –εκείνη των παιδαγωγών, των ψυχολόγων και των ψυχιάτρων– δεν κατορθώνει ούτε να συγκαλύψει ούτε και να αντισταθμίσει, για τον απλούστατο λόγο ότι και ή ίδια είναι ένα από τα εργαλεία της».

Η πειθάρχηση απαιτεί, εκτός των άλλων, την κανονικοποίηση της «περίφραξης» των σωμάτων, παρ’ ότι οι τεχνικές μπορούν να διαφέρουν από εποχή σε εποχή.

Θα επαναλάβουμε, ότι κάθε διαδικασία μεσολάβησης, όχι μόνο αναπαράγει τις συνθήκες εξουσίας, αλλά και ενδυναμώνει τη θέση του πλέγματος κυριαρχίας κι εκμετάλλευσης, αφού απαλλοτριώνει τις δυνατότητες των ανθρώπων να δράσουν δημιουργικά και απελευθερωτικά. Οι αναρχικοί δεν μεσολαβούμε είτε έμμεσα είτε άμεσα ανάμεσα στους κινητοποιούμενους και την εξουσία, αλλά ούτε και αναλαμβάνουμε το ρόλο να αβαντάρουμε τον οποιοδήποτε μηχανισμό (κομματικό ή άλλο), που έχει τέτοιο ρόλο μέσα στο σύστημα εξουσίας. Μ’ άλλα λόγια, δεν αιτούμαστε αντ’ αυτών (των κινητοποιούμενων), δεν τους εκπροσωπούμε, δεν τους κηδεμονεύουμε μ’ οιοδήποτε τρόπο στην διαδικασία αυτή.

Τα αιτήματα των κινητοποιούμενων κρατουμένων, όσο ριζοσπαστικά και αν είναι, δεν μπορούν να είναι δικά μας αιτήματα. Αυτό δεν σημαίνει ότι παραμένουμε ουδέτεροι, ότι παρακολουθούμε απαθείς και άπραγοι όσους αγωνίζονται προβάλλοντας διάφορα αιτήματα. Η αλληλεγγύη, όμως, όσο απέχει από την φιλανθρωπία, άλλο τόσο απέχει και από την ταύτιση μ’ εκείνους στους οποίους στεκόμαστε αλληλέγγυοι. Οι λογικές του εφικτού και της επιφανειακής αποτελεσματικότητας δεν είναι αναρχικές λογικές, αφού το κράτος γνωρίζει τους τρόπους να ανακτά τα όποια «κέρδη» λογίζονται ως κεκτημένα.

Το αίτημα λόγου χάριν για «αποσυμφόρηση» των φυλακών, όχι μόνο αναγνωρίζει την δικαιοδοσία του κράτους να επαναρυθμίζει τους κανόνες εγκλεισμού, όχι μόνο εντάσσεται με πολύ βαθύτερο τρόπο απ’ ό,τι φαίνεται με μια πρώτη ματιά στις λογικές συνδιαχείρισης των πειθαρχικών θεσμών, αλλά το χειρότερο είναι ότι αποδέχεται, έστω στο στάδιο αυτό, την επιβολή του εγκλεισμού. Μήπως, όμως, δεν αναρωτιούνται εδώ και πάνω από έναν αιώνα προοδευτικοί νομικοί και αναζητούν τους τρόπους με τους οποίους, όπως ισχυρίζονται, μπορεί να μειωθεί η αυστηρότητα των ποινικών νόμων χωρίς να διακυβευτεί η δημόσια ασφάλεια; Μήπως έχουν πάψει από την πλευρά τους οι συντηρητικοί νομομαθείς να μιλούν με κάθε ευκαιρία για την ανάγκη αυστηροποίησης των ποινών και πάλι στ’ όνομα της δημόσιας ασφάλειας;

Ας δούμε ένα συγκεκριμένο παράδειγμα.

Η Ελληνική Ένωση για τα Δικαιώματα του ανθρώπου, με επιστολή της στις 23-3-2020 προς τους υπουργούς Δικαιοσύνης και Προστασίας του Πολίτη, «σταθμίζοντας τόσο την δημόσια ασφάλεια όσο και την δημόσια υγεία», ζητά τη λήψη άμεσων μέτρων αποσυμφόρησης των φυλακών λόγω της πανδημίας του κορονοϊού. Η οργάνωση υπενθυμίζει, ότι εδώ και δεκαετίες στις φυλακές επικρατούν συνωστισμός, ελλιπέστατη ή αποσπασματική πρόσβαση στην υγεία, έλλειψη χώρου μέσα στα κελιά, εξαιρετικά προβληματική υγιεινή και καθαριότητα.

Παραθέτει στη συνέχεια μια σειρά προτάσεων, προκειμένου να παρθούν μέτρα για την προστασία της δημόσιας υγείας, καθώς και τη ζωή και υγεία των έγκλειστων και των εργαζομένων στους χώρους κράτησης:

«– Να απολυθούν υπό όρο άμεσα, με νομοθετική διάταξη, οι κρατούμενοι οι οποίοι θα συμπλήρωναν τον χρόνο έκτισης ποινής τους τους επόμενους τρεις μήνες.

– Στα αδικήματα που δεν σχετίζονται με βία να αντικατασταθεί η κράτηση με κατ’ οίκον περιορισμό ή/και ηλεκτρονική επιτήρηση. Επισημαίνουμε ότι ευρύτατη χρήση του μέτρου αυτού γίνεται εδώ και χρόνια και ανεξαρτήτως έκτακτων συνθηκών από άλλες ευρωπαϊκές χώρες με ιδιαίτερα θετικά αποτελέσματα.

– Για όσο διάστημα διαρκεί η κατάσταση έκτακτης ανάγκης, όλοι οι κρατούμενοι/ες ηλικίας 65 ετών και άνω, για τους οποίους δεν συντρέχουν στοιχεία ιδιαίτερης επικινδυνότητας, να εκτίουν την ποινή τους στην κατοικία τους.

–Το ίδιο να ισχύσει και για τους κρατούμενους/ες που ανήκουν σε ευπαθείς ομάδες, δηλαδή όσοι/ες πάσχουν από τα νοσήματα της παραγράφου 2 του άρθρου 105 ΠΚ, κατά παρέκκλιση της διάταξης αυτής, ή ανήκουν στις ευάλωτες ομάδες υψηλού κινδύνου λόγω κορωνοϊού (π.χ. διαβητικοί)».

Είναι φανερό, ότι η επιβολή του εγκλεισμού δεν αμφισβητείται, θα λέγαμε μάλιστα ότι, αντίθετα, τονίζεται η αναγκαιότητά του μέσω, λόγου χάριν, των διαβαθμίσεων της  επικινδυνότητας των κρατουμένων η οποία αναγνωρίζεται μέσω των συγκεκριμένων προτάσεων. Για εμάς, όμως, τους αναρχικούς ο εγκλεισμός αποτελεί μια μορφή βασανιστηρίου, συνεπώς όταν μιλάμε για φυλακές και «σωφρονιστικά ιδρύματα» δεν μας διαφεύγει πως πρόκειται για χώρους όπου βασανίζεται η ανθρώπινη ύπαρξη με σκοπό την υποταγή της στις θελήσεις της κάθε μορφής εξουσίας. Έτσι, η οποιαδήποτε μεταρρύθμιση αποτελεί αναγνώριση αυτού του καθεστώτος, και συγχρόνως προσδίδει το έρεισμα στην καθιέρωση και στο διαχωρισμό των διαδικασιών βασανισμού σε «ανθρώπινες» και μη.

Είμαστε, λοιπόν, αλληλέγγυοι στους κρατούμενος που εξεγείρονται μ’ αφορμή τις άθλιες συνθήκες κράτησης, που αγωνίζονται για να διατηρήσουν την ανθρωπινότητά τους στα κρατικά κελιά, πολεμάμε στο πλάι τους ενάντια σε κάθε περιορισμό, σε κάθε βασανισμό και εξευτελισμό τους στα κολαστήρια των φυλακών, των ψυχιατρείων και της απομόνωσης.

Δυνάμεις των ΜΑΤ εισβάλλουν για να καταστείλουν την εξέγερση στο «κάτεργο» της Κέρκυρας. Ο διευθυντής Ιωσήφ Κόλλας, ο οποίος κυκλοφορούσε με έναν λοστό στο χέρι, ακούστηκε, σύμφωνα με καταγγελίες κρατουμένων, να φωνάζει: «Μπείτε μέσα να καθαρίσετε καμιά τριανταριά να ησυχάσουμε»!

Όπως έχουμε γράψει, «μέσα σε μια τέτοια κατάσταση ασφυκτικών για την ανθρώπινη φύση συνθηκών εκείνο που προβάλλεται είναι μια ανάσα, μια μικρή διέξοδος που όμως παραμένει προσωρινή. Είναι κάτι ανάλογο με την αύξηση μισθών που καλείται να ζητήσει ο εργάτης προκειμένου να αντιμετωπίσει τις συνθήκες αυξανόμενης στέρησης, που του προκαλεί το καταπιεστικό κι εκμεταλλευτικό σύστημα. Μια αύξηση, όμως, που θα εξανεμισθεί πριν καλά-καλά έρθει στα χέρια του, αφού ήδη υπάρχουν οι διαδικασίες απορρόφησής της μέσω των αυξήσεων των τιμών των απαραίτητων για την επιβίωσή του αγαθών. Αυτό όμως είναι και το ζητούμενο από τον κρατισμό και όσων υπηρετούν την διαιώνιση της ύπαρξης του. Πρόκειται για μια αυταπάτη η οποία όμως είναι ικανή να επιβεβαιώσει την εξουσιαστική συνθήκη και τον κρατισμό. Από την σκοπιά της ατομικής και κοινωνικής απελευθέρωσης, από την αναρχική σκοπιά, δεν τίθεται ζήτημα καλλιέργειας αυταπατών αφού στην πραγματικότητα όχι μόνο δεν ανακουφίζεται αλλά επιδεινώνεται η θέση των καταπιεσμένων» (Συσπείρωση Αναρχικών Διαδρομή Ελευθερίας φύλλο 65, Οκτώβριος 2007).

Οι εμπειρίες τόσων και τόσων εξεγέρσεων και στάσεων μέσα στις φυλακές αυτό επιβεβαιώνουν. Ο δρόμος της εξέγερσης είναι ο μόνος που λαμβάνει στην πραγματικότητα υπ’ όψιν του τις άθλιες συνθήκες στις φυλακές και τα δεινά που υφίστανται οι φυλακισμένοι, ο δρόμος τη εξέγερσης ενάντια στο σύστημα βασανισμού των κρατουμένων, είναι δυνατόν να αναγκάσει την εξουσία (εφ’ όσον υπάρξει και η αντίστοιχη κινητοποίηση στη βάση της κοινωνικής αλληλεγγύης, που βγαίνοντας στους δρόμους δημιουργεί συνθήκες που αναγκάζουν σε υποχώρηση το κράτος) να πραγματοποιήσει κάποιες μικρές αλλαγές, που ενδεχομένως να ανακουφίσουν τους φυλακισμένους από την κατάσταση στην οποία βρίσκονται.

Γνωρίζουμε και θα το επαναλάβουμε, ότι αυτό δεν εμποδίζει σε τίποτε να ανακληθούν αργότερα με την πρώτη δικαιολογία είτε αυτούσια, είτε με την επιβολή άλλου τύπου συνθηκών βασανισμού και καταστολής, οι οποίες θα έχουν φανταχτερό περιτύλιγμα, αλλά θα πλήττουν ακόμα πιο οδυνηρά την ανθρώπινη φύση. Και είναι άξιον απορίας το γεγονός, ότι ορισμένοι προτάσσουν το αίτημα της αποσυμφόρησης των φυλακών στ’ όνομα της αναρχίας, την στιγμή που γνωρίζουν πολύ καλά ότι το ίδιο το κράτος έχει εξαγγείλει την κατασκευή νέων φυλακών με εξελιγμένα συστήματα παρακολούθησης και ελέγχου, και την στελέχωση τους με εξειδικευμένο προσωπικό.

Οι συνθήκες, λοιπόν, εγκλεισμού δεν αναιρούν στο ελάχιστο το γεγονός ότι αποτελεί βασανισμό κάθε ανθρώπινης ύπαρξης που τον υφίσταται. Οι μηχανισμοί πειθάρχησης των κρατούμενων άλλωστε είναι πολυποίκιλοι. Όπου δεν φθάνει το μακρύ ή το κοντό χέρι της υπηρεσίας το κενό θα καλύψουν οι μικρές και οι μεγάλες μαφίες των φυλακών, που, εξασφαλίζοντας τα όποια προνόμια, διατηρούν την τάξη και την ησυχία εντός των τειχών, με την βοήθεια πάντα της διακίνησης ναρκωτικών. Εκτός και αν η πολύχρονη απουσία εξεγέρσεων ή στάσεων στις φυλακές αποτελεί ένα μεταφυσικό δυσεξήγητο φαινόμενο.

Θα το ξαναπούμε, οι όποιες κινήσεις μεταρρύθμισης ή υπεράσπισης δικαιωμάτων επιβεβαιώνουν το κράτος και επιπροσθέτως αναγνωρίζουν τη «χρησιμότητα» του συγκεκριμένου μέσου βασανισμού. Η απουσία συγκρουσιακών κινητοποιήσεων επιτρέπει στο κράτος να εξαθλιώνει ολοένα και περισσότερο τον πληθυσμό των εγκλείστων και δυστυχώς στρώνει τον δρόμο για μεγαλύτερη κοινωνική αποδοχή και ολοκληρωτική αφομοίωση των μέσων σωφρονισμού και βασανισμού των ανθρώπων.

Αυτή η απουσία, όμως, σημαίνει και κάτι άλλο. Ότι οι ενδιάμεσοι μηχανισμοί αφομοίωσης ή εκπροσώπησης, άτυποι ή επίσημοι, κομματικοί ή άλλοι, κάνουν σωστά την δουλειά τους, διαμεσολαβούν και διαπραγματεύονται με τρόπο ικανοποιητικό για το κράτος, που κερδίζει χρόνο για να υλοποιήσει τους ευρύτερους κατασταλτικούς σχεδιασμούς του.

Οι αναρχικοί, λοιπόν, δεν στεκόμαστε σε καμία περίπτωση ανταγωνιστικά, αλλά ούτε και με το μέρος παρόμοιων αιτημάτων, προτάσσουμε την ανυποχώρητη δράση και στάση στην κατεύθυνση της καταστροφής των φυλακών και στην απάλειψη κάθε μορφής βασανισμού – σωφρονισμού. Αυτή μας η στάση ενισχύει την όποια κινητοποίηση των φυλακισμένων και γιγαντώνει τα ρήγματα που μπορεί να προκαλέσει ο αγώνας τους. Αυτή η στάση μόνο το κράτος και τους μηχανισμούς διαπραγμάτευσης και αφομοίωσης μπορεί να ενοχλεί.

Ας το θυμόμαστε…

Συσπείρωση Αναρχικών




Πηγή: Anarchypress.wordpress.com