11 Ιανουαρίου, 2021
από Anarchy Press
201 προβολές

Στις ιστορίες και τις βιογραφίες Ινδιάνων οι γυναίκες σπάνια εμφανίζονται κι όταν εμφανίζονται, συχνά συνδέονται με τα συστήματα συγγένειας. Ωστόσο, στην πραγματικότητα οι γυναίκες των Ινδιάνικων ομάδων της βορείου Αμερικής, των πεδιάδων και των pueblos, γίνονταν επίσης σαμάνοι και συμμετείχαν σε ειδικές τελετουργίες ή εργάζονταν ως βιοτέχνες. Όσο ο λόγος τους δυνάμωνε σε κάποιες περιπτώσεις αποκαλυπτόταν ότι οι Ινδιάνες δεν έδιναν την ρομαντική εικόνα μιας γυναίκας που απλώς γίνεται ένα παθητικό αντικείμενο του πόθου και ενδιαφέρεται απλώς για επιβεβαίωση και ματαιοδοξία, όπως εξελίχθηκε σε μεγάλο βαθμό η γυναίκα στον δυτικό κόσμο μετά την «χειραφέτησή» της. Οι Ινδιάνες σε πολλές περιπτώσεις σχημάτιζαν δικές τους παρέες και ομάδες, για να διασκεδάσουν και να δουλέψουν μαζί. Φαίνονταν να ζουν τη ζωή τους με μια ενότητα, που περιελάμβανε έναν πλήρη κύκλο συμβάντων από τη γέννηση μέχρι τον θάνατο.

Η Γυναίκα Λύκος των Βουνών, που προέρχεται από την φυλή Winnebago, αφηγείται τη ζωή της από την ελεύθερη μετακίνηση των κυνηγών συλλεκτών μέχρι τη μετατροπή της σε χριστιανή, που κατοικεί σε σύγχρονο σπίτι, ταξιδεύει με σύγχρονα μεταφορικά μέσα και ακριβώς γι’ αυτό έχει ενδιαφέρον. Περιγράφει την αλλαγή που συμβαίνει στην συνύπαρξη ανθρώπων με έναν συγκεκριμένο τρόπο ζωής, στην υιοθέτηση μοτίβων τελείως ξένων. Η αφήγηση της γίνεται στην ανιψιά της και ξεκινάει από το καλοκαίρι του 1944 και φτάνει μέχρι τον Ιανουάριο-Φεβρουάριο του 1958. Αξίζει να σημειωθεί ότι κατά την τελευταία περίοδο της συνέντευξης η Γυναίκα Λύκος του Βουνού φιλοξενήθηκε από την ανιψιά της σε ένα σύγχρονο σπίτι, όπου ζούσε με τον σύζυγό της. Στο διάστημα αυτό είχε εντυπωσιαστεί από τις ανέσεις του σπιτιού (τρεχούμενο νερό, ηλεκτρισμός), ενώ κατά τη διαμονή της μετέτρεψε σταδιακά το σαλόνι του σπιτιού, όπου βρισκόταν το τζάκι, σε χώρο των βασικών δραστηριοτήτων του σπιτιού: μαγείρευε στο τζάκι, παρακίνησε και τους άλλους να συγκεντρώνονται γύρω από αυτό και οι συνεντεύξεις στην ανιψιά της να δίνονται εκεί. Έτσι, αναβίωσε την έννοια της εστίας.

Η Γυναίκα Λύκος του Βουνού αναφερόταν στον εαυτό της ως «ηλικιωμένη γυναίκα», γεγονός που για τους Winnebago σήμαινε σοφία και αξιοπρέπεια. Ως ηλικιωμένη έφερε το προνόμιο να μιλάει με ειλικρίνεια για τις γνώσεις της και η κατανόησή της προερχόταν από την πολυετή της παρατήρηση στον κόσμο.

Επιλέξαμε να μεταφράσουμε το πρώτο κεφάλαιο της Αυτοβιογραφίας της.

Το κεφάλαιο ονομάζεται Οι πρώτες αναμνήσεις. Η επιλογή αυτή συνδέεται με πολλούς λόγους. Ένας σημαντικός είναι ότι οι αναμνήσεις της οικογένειάς της, αφηγημένες σε πρώτο πρόσωπο, θα μπορούσαν να ανήκουν σε μεγάλο βαθμό σε οποιαδήποτε γυναίκα της γης. Θα μπορούσε η γιαγιά Winnebago να είναι και δική μας γιαγιά που θυμάται κάτι από το παρελθόν της. Βγαίνει έτσι από τον χρόνο της ιστορίας και συνδέεται με τον πανανθρώπινο χρόνο. Κι αυτό ίσως μπορεί να το κάνει πιο εύκολα μια γυναίκα κι όχι τόσο ένας άντρας, ο οποίος θα τόνιζε τα πολεμικά και ιστορικά γεγονότα της ζωής του.

Ωστόσο, μιλάει και για την πρώτη επαφή με τους λευκούς και τον τρόπο που οι Winnebago αντιμετωπίζουν την ιδιοκτησία και την επένδυση στο μέλλον. Για τους Winnebago αυτές ήταν έννοιες άγνωστες, που βρίσκονταν έξω από τη σφαίρα της κοσμοθεωρίας τους. Έτσι κι ο πατέρας της Γυναίκας Λύκου του Βουνού δεν κατανοεί τον λόγο να αγοράσει ένα σπίτι, όπως προφανώς προτείνουν οι λευκοί. Γι’ αυτόν, η γη δεν είναι ιδιοκτησία, είναι ιδιότητα. Και τελικά, η Γη με κεφαλαίο μετατράπηκε σε γη με μικρό, για να μπορεί να τεμαχίζεται και να πουλιέται. Τους ξερίζωσαν από την Γη, για να μπορούν μετά να τους πουλήσουν γη, όπως έκαναν σε πολλά άλλα μέρη του κόσμου κι όπως κάνουν ακόμη και σήμερα.

Έπειτα, βλέπουμε ότι οι προσωπικές σχέσεις, οι ειρηνικές καθημερινές δραστηριότητες, εντυπώνονται έντονα στη μνήμη της γιαγιάς πια αφηγήτριας. Θυμάται καθαρά γεγονότα που της συνέβησαν ακόμη και στα δυο της χρόνια. Η μνήμη των απλών καθημερινών, των ασήμαντων για τη μεγάλη ιστορική αφήγηση, μας επαναφέρει στα απλά ανθρώπινα γεγονότα. Τον τελευταίο καιρό, όλα τα μέσα «ενημέρωσης» κάνουν προσπάθειες να μας πείσουν ότι θα πρέπει να ετοιμαζόμαστε για πόλεμο ή για πολέμους, όχι μόνο σε κρατικό, αλλά και διακρατικό επίπεδο. Τα ουρλιαχτά του πολέμου προσπαθούν να καλύψουν κάθε άλλο ήχο και να μας πείσουν ότι μόνο ο πόλεμος είναι σοβαρή υπόθεση κι όχι η ειρήνη της καθημερινής ζωής. Θέλουν να μας κάνουν να πιστέψουμε ότι η ειρήνη γίνεται με διακρατικές συμφωνίες κι όχι με τον εαυτό μας. Θέλουν να μας μάθουν να ξεχνάμε. Αλλά η μνήμη είναι ένα παράξενο παιγνίδι. Φτιάχνει τον κόσμο και δίνει νόημα στα τοπία. Ξεφεύγει από αυτό που λέμε «μόνη αλήθεια της Ιστορίας» και διεισδύει σε μικρές πτυχές της ζωής, που μπορεί να μην κάνουν θόρυβο, αλλά κρατούν την σύνδεση με τον κόσμο ζωντανή.

Η μητέρα μου είπε ότι θα με πήγαινε στο σπίτι του παππού μας – στο East Fork River. Ζούσαμε εκεί την άνοιξη, τον Απρίλιο, την εποχή που έφτιαχναν ζάχαρη από σφένδαμο. [Η μητέρα] είπε ότι μετά από λίγο ο καιρός θα γινόταν ευχάριστος, όλα θα ήταν όμορφα και θα πρασίνιζαν και μετακινηθήκαμε από εκείνο το μέρος σε αυτό που ζούσαμε συνήθως –στο Levis Creek– κοντά στο σημείο που έπεφταν τα νερά του ποταμού Black River. Εκεί ο πατέρας έφτιαχνε ένα μεγάλο σπίτι. Υποθέτω ότι θα του έπαιρνε πολύ χρόνο να το φτιάξει, επειδή η μητέρα έλεγε ότι το ξύλινο σπίτι θα τέλειωνε μόλις θα πήγαινα εκεί για πρώτη φορά. Εκεί, όπου ζούσαμε κανονικά[1], η μητέρα κι ο πατέρας καλλιεργούσαν τον κήπο τους.

Το καλοκαίρι που ακολούθησε τη δεύτερη άνοιξη –μετά τα πρώτα μου γενέθλια– πήγαμε εκεί που έπεφταν τα νερά του Black River. Η μητέρα, η μεγαλύτερη αδερφή μου, ο Λευκός Κεραυνός και εγώ πήγαμε στην πόλη. Επιστρέφαμε κι η μητέρα με κουβαλούσε στην πλάτη της. Ήμουν κουρασμένη κι η μητέρα με είχε βγάλει από την ξύλινη κούνια. Θυμάμαι να είμαι εκεί, στην πλάτη της μητέρας. Διέσχισε ένα ποταμάκι κι έβλεπα το νερό να στροβιλίζεται γρήγορα. Η μητέρα είπε «Μπροστά είναι η αδερφή σου. Μπροστά μας βάδιζε μια άλλη γυναίκα με άδεια την κούνια της. Παρατήρησα ότι σήκωνε τα ρούχα της, για να περάσει το νερό. Μετά από αυτό, δεν θυμάμαι κάτι άλλο. Κάποτε ρώτησα τη μητέρα μου αν αυτό που θυμόμουν όντως συνέβη. Της είπα όσα είχα δει. Η μητέρα μου είπε: «ω, θυμάμαι ότι ήταν η αδερφή σου, ο Λευκός Κεραυνός, που μετέφερε την άδεια κούνια στην πλάτη της. Αλήθεια, το θυμάσαι αυτό;!». «Ναι», είπα. «Θα πρέπει να ήσουν τρομαγμένη», είπε, «κι ίσως γι’ αυτό τα θυμάσαι όλα αυτά».

Η Λευκός Κεραυνός ήταν το μεγαλύτερο παιδί της οικογένειας και ο Συντριπτικός Κεραυνός ήταν το δεύτερο. Ακολουθούσε η δεύτερη αδερφή Wihanga Φαλακρός Αετός. Μετά ήταν ο Hinaga, ο δεύτερος αδερφός, Αυτός που Στέκεται και Χτυπά (Strikes Standing). Έπειτα, ήρθε ο τρίτος γιος, Hagaga και τον λέγαμε Μεγάλο Winnebago, κι η Hakśigaga, η τρίτη αδερφή, που πέθανε όταν ήταν πολύ μικρή. Δεν ήξεραν που οφειλόταν αυτός ο θάνατος. Ωστόσο, υπήρχε μια ηλικιωμένη γυναίκα που είχε σχέσεις με τη μητέρα μου και κάθε φορά που ο πατέρας μου έφερνε ελάφι από το κυνήγι –το καλοκαίρι, τον χειμώνα, οποιαδήποτε εποχή– ο πατέρας μου σκότωνε ελάφι κι αυτή η ηλικιωμένη γυναίκα έπαιρνε λίγο. Παρ’ όλα αυτά, η γυναίκα αυτή ζήλευε τη μητέρα μου που της έδινε κρέας. Η μητέρα συνήθιζε να λέει ότι αυτή δηλητηρίασε την Hakśigaga. Την σκότωσε, εξ αιτίας της ζήλειας της για το κρέας. Μετά ήρθε η τέταρτη αδερφή, η Hinakega. Την έλεγαν Μακρινές Λάμψεις που Στέκονται. Κι έπειτα ήρθα εγώ, το τελευταίο παιδί, «Κακής Ποιότητας», συνήθιζαν να λένε για αυτό το τελευταίο.

Ήταν η εποχή που γεννήθηκε η μεγαλύτερη αδερφή μου Φαλακρός Αετός, όταν πήγαμε στη Νεμπράσκα. Η μητέρα συνήθιζε να λέει ότι θα πήγαιναν στη Νεμπράσκα εκείνο τον χειμώνα· μετακινούνταν από τον έναν τόπο στον άλλον. Πολλοί Winnebago μετακινούνταν στη Νεμπράσκα κι εκεί η μητέρα γέννησε τα τρία από τα παιδιά της. Η γιαγιά μου είχε συγγενείς εκεί. Η γιαγιά μου ήταν η μεγαλύτερη στην οικογένειά της. Στη Νεμπράσκα είδε τις αδερφές της, τη δεύτερη και την τρίτη από τις αδερφές. Ανυπομονούσαν να δουν τους συγγενείς τους. Αλλά, η μητέρα λέει ότι σε κάποιους από τους Winnebago του Wisconsin δεν άρεσαν οι μετακινήσεις. Ωστόσο, η μητέρα συνήθιζε να λέει: «Το γεγονός ότι βλέπουμε τους συγγενείς μας με έκανε να χαίρομαι που πηγαίναμε. Κι όταν φτάσαμε στο Missouri River, οι θείοι μας ήρθαν να μας συναντήσουν. Όταν άκουσαν ότι ερχόμασταν, το Τσεκούρι και Αυτός που Πιάνει το Καταφύγιο κι ένας τρίτος θείος ο Hagaga ήρθαν να μας συναντήσουν». [….]

Ήταν χειμώνας κι όλοι είχαν χειμωνιάτικα ρούχα και έφτιαχναν τα σπίτια τους εδώ κι εκεί. Έκαναν τις καλύβες τους[2]. Έπειτα, ήρθε η άνοιξη και η μητέρα είπε ότι πολλοί Winnebago πέθαιναν. Σχεδόν κάθε μέρα εμφανίζονταν θάνατοι. Όταν κάποιος πέθαινε, οι Winnebago μετέφεραν το νεκρό τους, κλαίγοντας, καθώς βάδιζαν. Όλοι όσοι είχαν νεκρούς στην οικογένειά τούς έκλαιγαν, καθώς περπατούσαν. Πήγαιναν στο νεκροταφείο και εκεί έκλαιγαν πιο πολύ.

Η μητέρα φοβόταν, «γιατί μένουμε εδώ; Φοβάμαι, επειδή εδώ όλοι πεθαίνουν. Γιατί δεν γυρνάμε σπίτι;» είπε. Ήταν μαζί με κάποιους θείους εκείνο διάστημα. Ο πρώτος λεγόταν Καλό Χωριό, ο άλλος Μεγάλος Nαqiga και ο τρίτος Μικρός Nαqiga. Την άνοιξη επέστρεψαν στον ποταμό Missouri, όπου έκοψαν κάποιες ιτιές και έκαναν κανό, αρκετά μεγάλα για δύο άτομα, σύμφωνα με τη μητέρα. Την άνοιξη, όταν ο καιρός ήταν ευχάριστος, όπως συνήθιζε να λέει η μητέρα, μια μεγάλη ομάδα κατέβηκε, διασχίζοντας τον ποταμό Missouri προς το μέρος που ήταν το στόμιο του ποταμού, που συνήθιζαν να το λένε St. Louis. Από εκεί ταξίδεψαν πάλι πίσω στον Missouri ποταμό, διασχίζοντας αντίθετα από το ρεύμα τον Mississippi.

Τελικά, σταμάτησαν σε ένα μέρος, όπου είδαν κάποιους λευκούς. Κανείς δεν ήξερε αγγλικά, οπότε είπαν «που είναι ο Hιnaga; που είναι ο Hιnaga; Είναι ο μόνος που ξέρει το όνομα του μέρους». Εννοούσαν Αυτόν που Πιάνει το Καταφύγιο, που ήταν ακόμη μικρό αγόρι. Τον έφεραν και είπαν «Πες το! Πες το!». Ήταν ο μόνος που ήξερε αυτή τη μοναδική λέξη κι είπε «Prarsheen! Prarsheen!». Υποθέτω ότι ήθελε να πει «Prairie du Chien». Τότε οι λευκοί τον κατάλαβαν κι είπαν ότι ήταν το Prairie du Chien. Σταμάτησαν εκεί για λίγο και έφτασαν στο La Crosse. [Οι Winnebago] έμειναν εκεί για κάποιο διάστημα κι έπειτα επέστρεψαν εκεί που έπεφταν τα νερά του Black River.

Φαίνεται ότι πολλοί Winnebago επέστρεψαν στο Wisconsin. Η οικογένειά μου τελικά δεν ήταν η μόνη που επέστρεψε. Επίσης, μερικοί Winnebago στο Wisconsin ζούσαν έξω στην εξοχή μακριά από κάθε πόλη. Αυτοί οι άνθρωποι έλεγαν ότι δεν τους είχαν βρει κι έτσι δεν πήγαιναν στη Nebraska, έλεγε η μητέρα. Οπότε, δεν εγκατάλειψαν όλοι οι Winnebago τη μετακίνηση.

Θα πρέπει να ήταν αυτή την περίοδο που οι γονείς μου πήραν γη, δηλαδή μια κατοικία. Κάποιοι από αυτούς αποκτούσαν σπίτια εκεί όπου έπεφταν τα νερά του Black River. Ωστόσο, ο πατέρας δεν ενδιαφερόταν για τέτοια πράγματα. Ακόμη κι όταν βρισκόταν στη Νεμπράσκα, ο αδερφός του έλεγε «Μπες στα μητρώα, μεγάλε αδερφέ, πάρε λίγη γη για τον εαυτό σου και για τα παιδιά σου». Αλλά ο πατέρας δεν το έκανε κι έτσι δεν είχαν γη στη Νεμπράσκα. Η μητέρα κι οι θείοι της δεν πήραν γη, αλλά κάποιοι Winnebago πήραν γη στη Νεμπράσκα κι έτσι είχαν ιδιοκτησία, που τελικά πούλησαν. Όμως, οι γονείς μου δεν συνειδητοποιούσαν τι έκαναν και γι’ αυτό φέρθηκαν έτσι. Κάποιοι Ινδιάνοι πήραν σπίτια. Τότε ήταν που η μητέρα μου απέκτησε μια κατοικία. Ήταν ένας γέροντας, που ήταν παππούς μας και πήρε γη. Το όνομά του ήταν Πολλά Μονοπάτια. Συνήθιζα να τον συναντάω. Ήταν ένας μικρόσωμος ηλικιωμένος άνδρας. Είπε στη μητέρα μου, «Εγγονή, γιατί δεν παίρνετε γη; Εγώ πήρα λίγη κι αν πάρετε σπίτι κοντά μου, θα μπορούμε να ζούμε ο ένας δίπλα στον άλλο». Έτσι, η μητέρα πήρε 40 εκτάρια.

Οι Ινδιάνοι δεν προνοούσαν για τέτοια ζητήματα. Δεν κοιτούσαν ποτέ το μέλλον. Κοιτούσαν μόνο το παρόν, μέχρι το βαθμό που είχαν αρκετά για να επιβιώνουν. Αυτός ήταν ο τρόπος ζωής τους. Το γεγονός ότι ο πατέρας μου δεν ενδιαφέρθηκε να πάρει καθόλου γη ήταν επειδή ανήκε στην Φυλή του Κεραυνού. «Δεν ανήκω στη Γη», είπε, «δεν ανήκω στη Γη και δεν με ενδιαφέρει η Γη». Γι’ αυτό δεν ενδιαφερόταν να αποκτήσει γη». Αλλά η μητέρα ήταν επίσης από την Φυλή των ανθρώπων των πουλιών. Ανήκε στην Φυλή του Αετού. Είπε, «αν είναι έτσι, εμείς θα πάρουμε ένα μέρος να ζήσουμε» κι έτσι πήρε 40 εκτάρια. Εκεί ο πατέρας μου έχτισε το ξύλινο σπίτι, όπου ζούσαμε συνήθως.

Κάποτε, όταν θυμήθηκα ότι κατασκηνώναμε σε ένα μέρος που η εξοχή ήταν πολύ όμορφη, η μητέρα είπε «ήσουν τότε περίπου δύο ετών». Θυμάμαι ότι είχε ψάρια εκεί. Αυτό το υπέροχο τοπίο όπου κατασκηνώναμε ήταν το μέρος που έπεφτε ο ποταμός Black, στον παλιό σταθμό, στην πίσω πλευρά αυτού που σήμερα είναι το κατάστημα γενικών ειδών του G.W. Δεν υπήρχαν σπίτια γύρω. Ζούσαμε εκεί την άνοιξη κι ο πατέρας μου ψάρευε. Υποθέτω ότι όλοι οι Ινδιάνοι ψάρευαν. Εκεί ο πατέρας μου λόγχισε ένα μεγάλο ψάρι, ένα τεράστιο ψάρι, έναν οξύρρυγχο. Όταν το έφερε σπίτι, μεταφέροντάς το στον ώμο του, η ουρά του σερνόταν στο έδαφος. Το έφερε πίσω, εκεί που μέναμε. Τότε το είδα. Έμοιαζε με μεγαλόσωμο άντρα με μεγάλη, χοντρή κοιλιά, που ξάπλωνε στη μια πλευρά με την κοιλιά του να προεξέχει. Το θυμάμαι αυτό κι ύστερα δεν θυμάμαι άλλα.

Θα πρέπει να κατασκηνώσαμε στο Black River, όπου η όχθη είναι πολύ απότομη. Εκεί με έχασαν κι όλοι βοήθησαν τη μητέρα μου να με ψάξει. Φοβoύνταν ότι έπεσα στο νερό, στην ψηλή όχθη. Εκεί ήταν μια ηλικιωμένη γυναίκα κι η μητέρα μου της πήγε καπνό. Ό,τι κι αν τη ρωτούσαν εκείνη ήξερε την απάντηση. Της πήγαν καπνό, επειδή μπορούσε να μιλήσει. Πριν καταφέρει να πει οτιδήποτε, κάποιος επέστρεψε από την πόλη. Όλοι του είπαν «Η Siěaxunuga χάθηκε! Η Siěaxunuga χάθηκε!». Τότε αυτός απάντησε «Ω, ο πατέρας της είναι στην πόλη με την κόρη του, κρατώντας την από το χέρι». Φαίνεται ότι ο πατέρας πήγαινε στην πόλη. Στο δρόμο του υπήρχε μια αγελάδα δεμένη εκεί κι εγώ την φοβήθηκα. Ο πατέρας δεν ήξερε ότι τον ακολουθούσα. Τελικά, από τον φόβο άρχισα να κλαίω κι ο πατέρας με έπιασε απ’ το χέρι. Με πήρε μαζί του στην πόλη. Κάποια στιγμή επιστρέψαμε και με έφερε πίσω ζωντανή.

Πιθανόν επιστρέψαμε στο σπίτι μας εκείνη την άνοιξη, καθώς θα πρέπει να ήταν η περίοδος που ήμουν άρρωστη. Ήμουν πολύ άρρωστη κι η μητέρα ήθελε να ζήσω. Έλπιζε να μην πεθάνω, αλλά δεν ήξερε τι να κάνει. Σε εκείνο το μέρος ζούσε μια γριά που την έλεγαν Γυναίκα Λύκο και η μητέρα μου έβαλε να τη φέρουν. Η μητέρα μου με πήρε και με έδωσε να με κρατήσει η γριά. «Θέλω το κοριτσάκι μου να ζήσει», είπε η μητέρα. «Στη δίνω. Βοήθησέ την να ζήσει με όποιον τρόπο μπορείς. Θα είναι δική σου». Τότε είναι που με έδωσαν. Η γριά φώναξε «Με έκανες να σκεφτώ τον εαυτό μου. Μου έδωσες αυτό το αξιαγάπητο παιδί. Πράγματι, με έκανες να σκεφτώ τον εαυτό μου. Ας το αφήσουμε έτσι. Τη ζωή μου ας την χρησιμοποιήσει. Το εγγόνι μου, ας της αφήσουμε την ύπαρξή μου. Θα δώσω το όνομά μου στο μοναχοπαίδι μου. Το όνομα που θα της δώσω είναι ιερό. Θα φτάσει μέχρι μεγάλη ηλικία». Έτσι, με ονόμασαν με το όνομα της Φυλής του Λύκου· με είπαν Xehaćiwinga. Σημαίνει να κάνεις σπίτι σε έναν βράχο ή ένα βουνό, όπως κάνει ο λύκος, αλλά στα αγγλικά λέω μόνο ότι το όνομά μου είναι η Γυναίκα Λύκος του Βουνού.

Δεν ξέρω αν με ζήλευαν και αν αυτός είναι ο λόγος που δεν με είπαν ποτέ με αυτό το όνομα. Μόνο μια φορά με ονόμασαν έτσι.

σύντροφοι για την Αναρχική Απελευθερωτική Δράση

Δημοσιεύθηκε στην ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φ. 182, Μάϊος 2018

[1]. Αναφέρει τη φράση «ζούσαμε κανονικά», επειδή μετακινούνταν ανάλογα με την εποχή. Το μέρος που ζούσαν περισσότερο καιρό ήταν κατά κάποιον τρόπο η πιο κανονική κατοικία τους.

[2]. wigwams στο πρωτότυπο: καλύβες από δέρμα και φλοιούς, πάνω σε ένα σκελετό από πασσάλους.




Πηγή: Anarchypress.wordpress.com