20 Οκτωβρίου, 2021
από Anarchy Press
314 προβολές


Κατά τη διάρκεια των ενενήντα ημερών μου στις Ηνωμένες Πολιτείες, οι παλιοί και νέοι φίλοι, συμπεριλαμβανομένων των ανθρώπων, που δεν είχα ξανασυναντήσει, συζητούσαν για τα χρόνια της εξορίας μου. Τους φάνηκε απίστευτο, ότι μπόρεσα να αντέξω τις περιπέτειες της εξορίας και να επιστρέψω άθικτη στην υγεία και το πνεύμα και με το ηθικό μου αδιατάρακτο. Ομολογώ ότι συγκινήθηκα πολύ από το γενναιόδωρο αφιέρωμά τους. Αλλά, επίσης ντράπηκα, όχι επειδή υποφέρω από ψευδή σεμνότητα ή πιστεύω ότι πρέπει να λέγονται καλά λόγια για τους ανθρώπους μόνο μετά το θάνατό τους, αλλά μάλλον επειδή η κατάσταση των πολιτικών εξόριστων, που είναι διάσπαρτοι στην Ευρώπη είναι τόσο τραγική, που ο αγώνας μου για επιβίωση ήταν ανάξιος λόγου.
Στην πλειοψηφία τους οι πολιτικοί πρόσφυγες, ακόμη και πριν από τον πόλεμο, δεν ήταν ποτέ απαλλαγμένοι από το άγχος και τη φτώχεια. Θα μπορούσαν, όμως, τουλάχιστον να βρουν άσυλο σε πολλές χώρες. Η Γαλλία, το Βέλγιο, η Ελβετία ήταν ανοιχτές σε αυτούς. Η Σκανδιναβία και η Ολλανδία τους δέχτηκαν ευγενικά. Ακόμα και οι Ηνωμένες Πολιτείες ήταν αρκετά φιλόξενες για να δεχτούν μερικούς πρόσφυγες. Το πραγματικό καταφύγιο, ωστόσο, ήταν η Αγγλία, όπου οι πολιτικοί αντάρτες από όλα τα δεσποτικά εδάφη έγιναν ευπρόσδεκτοι.

Η παγκόσμια σφαγή έδωσε τέλος στη χρυσή εποχή, κατά τη διάρκεια της οποίας ο Μπακούνιν και ο Χέρζεν, ο Μαρξ και ο Κροπότκιν, ο Μαλατέστα και ο Λένιν, η Βέρα Σαζούλιτς, η Λουίζ Μισέλ και όλοι οι άλλοι μπορούσαν να έρθουν και να φύγουν ανεμπόδιστα. Εκείνες τις μέρες ποιος νοιαζόταν για τα διαβατήρια ή τις θεωρήσεις; Ποιος ανησυχούσε για ένα συγκεκριμένο τόπο στη γη; Όλος ο κόσμος ήταν η χώρα όλων. Ένα οποιοδήποτε μέρος ήταν εξίσου καλό με ένα άλλο και μπορούσε κάποιος να συνεχίσει το έργο του για την απελευθέρωση της καταπιεσμένης πατρίδας του. Ούτε στα πιο τρελά τους όνειρα δεν φαντάζονταν οι επαναστάτες, ότι θα μπορούσε να έρθει η στιγμή, που ο κόσμος θα μετατρεπόταν σε ένα τεράστιο σωφρονιστικό ίδρυμα ή ότι οι πολιτικές συνθήκες θα γίνουν πιο δεσποτικές και απάνθρωπες από τη χειρότερη περίοδο των Τσάρων. Ο πόλεμος για τη δημοκρατία και η έλευση της αριστερής και της δεξιάς δικτατορίας κατέστρεψαν οποιαδήποτε ελευθερία κινήσεων, που απολάμβαναν οι πολιτικοί πρόσφυγες στο παρελθόν. Δεκάδες χιλιάδες άνδρες, γυναίκες και παιδιά αναγκάστηκαν να περιφέρονται στη γη, όπου δεν έγιναν πουθενά δεκτοί. Εάν ήταν αρκετά τυχεροί να βρουν άσυλο, ήταν σχεδόν πάντα μόνο για ένα σύντομο χρονικό διάστημα. Βρίσκονταν πάντα εκτεθειμένοι σε παρενοχλήσεις και εξαπατήσεις και η ζωή τους ήταν μια πραγματική κόλαση.
Για ένα διάστημα οι εκπατρισμένοι Ρώσοι είχαν κάποια προστασία μέσω του διαβατηρίου Nansen ή της Κοινωνίας των Εθνών. Οι περισσότερες χώρες έπρεπε να αναγνωρίσουν αυτό το κομμάτι χαρτιού, αν και λίγες το αναγνώριζαν, πόσο μάλλον όταν «πολιτικά μολυσμένα» άτομα υπέβαλαν αίτηση για άδεια εισόδου. Ωστόσο, το διαβατήριο Nansen ήταν καλύτερο από το τίποτα. Τώρα και αυτό έχει καταργηθεί και οι Ρώσοι πρόσφυγες είναι εντελώς εκτός νόμου. Τρομερό, όπως ήταν στην εποχή των Τσαριστών, παρ’ ότι τότε ήταν ακόμα δυνατό να δωροδοκήσει κάποιος και να περάσει τα σύνορα. Αυτό δεν είναι πλέον δυνατό, όχι επειδή η συνοριακή αστυνομία έγινε ξαφνικά τίμια, αλλά επειδή κάθε χώρα φοβάται το μπολσεβίκικο ή το φασιστικό μικρόβιο και διατηρεί τα σύνορα ερμητικά κλειστά, ακόμη και εναντίον εκείνων, που μισούν κάθε μορφή δικτατορίας.
Έχω ήδη δηλώσει ότι οι πολιτικοί εξόριστοι είναι μερικές φορές αρκετά τυχεροί για να βρουν κατοικία, αλλά αυτό σε καμία περίπτωση δεν περιλαμβάνει το δικαίωμα στην εργασία. Οτιδήποτε κάνουν για να εξασφαλίσουν μια υποτυπώδη διαβίωση, όπως μαθήματα, μεταφράσεις ή οποιοδήποτε είδος σωματικής εργασίας, πρέπει να γίνει κρυφά. Εάν πιαστούν, θα αναγκαστούν να μπουν πάλι στον κουραστικό γύρο της αναζήτησης μιας άλλης χώρας. Οι πολιτικοί πρόσφυγες είναι συνεχώς υπό την επίβλεψη των αρχών. Είναι σχεδόν καθημερινό φαινόμενο να τους χτυπάνε ξαφνικά την πόρτα τις πρώτες πρωινές ώρες, να τους σέρνουν από το κρεβάτι, να τους οδηγούν στο αστυνομικό τμήμα και μετά να εκδιώκονται. Δεν είναι απαραίτητο να είναι ένοχοι για οποιοδήποτε αδίκημα, όπως η συμμετοχή στις εσωτερικές πολιτικές υποθέσεις της χώρας, τη φιλοξενία της οποίας έχουν δεχτεί.
Ένας φίλος μου αποτελεί μια τέτοια περίπτωση.[1] Εκδιώχθηκε από μια συγκεκριμένη χώρα, απλώς και μόνο επειδή επεξεργάστηκε μια μικρή προκήρυξη στα αγγλικά προκειμένου να συγκεντρωθούν χρήματα για τους Ρώσους πολιτικούς κρατούμενους. Αφού κατορθώσαμε να τον επαναφέρουμε, του δόθηκε τρεις φορές εντολή να φύγει και όταν τελικά του επιτράπηκε να παραμείνει, υπό τον όρο ότι θα έκανε αίτηση για ανανέωση της άδειας κάθε τρεις μήνες. Για μέρες και εβδομάδες έπρεπε να κατασκηνώσει στο αστυνομικό τμήμα και να χάσει χρόνο και υγεία τρέχοντας από τμήμα σε τμήμα. Περιμένοντας την ανανέωση δεν μπορούσε να φύγει από την πόλη της κατοικίας του. Κάθε νέος τόπος που μπορεί να ήθελε να επισκεφτεί συνεπαγόταν νέα χαρτιά και καθώς έμεινε χωρίς ούτε ένα έγγραφο, ενώ εκκρεμούσε η ανανέωσή του, δεν μπορούσε πουθενά να κάνει νέα χαρτιά. Με άλλα λόγια, ο φίλος μου ήταν ουσιαστικά φυλακισμένος σε μια πόλη μέχρι να δοθεί η ανανέωση. Λίγοι είναι εκείνοι, που κατόρθωσαν να επιβιώσουν από μια τέτοια κατάσταση. Όμως, ο φίλος μου είχε σκληραγωγηθεί στις αμερικανικές φυλακές για δεκαέξι χρόνια και είχε πάντα ανυποχώρητη θέληση. Ακόμα κι εκείνος, όμως, είχε σχεδόν φτάσει στο τέλος της αντοχής του, όταν η περίοδος ανανέωσης των τριών μηνών επεκτάθηκε σε έξι.
Ωστόσο, αυτές οι δυστυχίες δεν είναι σε καμία περίπτωση οι μόνες τραγωδίες στη σημερινή κατάσταση των περισσότερων πολιτικών προσφύγων. Υπάρχουν πολλοί άλλοι, των οποίων ψυχή δοκιμάζεται και η ζωή τους μετατρέπεται σε φρικτό εφιάλτη. Ανεξάρτητα από το πόσο μεγάλα ήταν τα βάσανα τους στα προπολεμικά χρόνια, είχαν την πίστη τους και το έργο τους, που τους έδιναν διέξοδο. Έζησαν, ονειρεύτηκαν και εργάστηκαν ασταμάτητα για την απελευθέρωση των πατρίδων τους.
Θα μπορούσαν, να διεγείρουν την κοινή γνώμη στον τόπο της προσφυγιάς τους ενάντια στην τυραννία και την καταπίεση, που ασκείται στη χώρα τους και να βοηθήσουν τους συντρόφους τους στη φυλακή με μεγάλα κεφάλαια, που συνέδραμαν εργαζόμενοι, αλλά και φιλελεύθερα στοιχεία από άλλα μέρη του κόσμου. Θα μπορούσαν ακόμη και να στείλουν όπλα και πυρομαχικά στην τσαρική Ρωσία, τη δεσποτική Ιταλία και την Ισπανία. Αυτοί ήταν σίγουρα εμπνευσμένοι στόχοι αλληλεγγύης. Δεν ήταν λιγότερη η αλληλεγγύη, που υπήρχε μεταξύ των διαφορετικών πολιτικών τάσεων. Όποιες και αν ήταν οι θεωρητικές διαφορές τους, υπήρχε αμοιβαίος σεβασμός και εμπιστοσύνη μεταξύ τους. Και σε περιόδους σημαντικών ζητημάτων συνεργάστηκαν, όχι σε φαντασιακό επίπεδο, αλλά σε ένα πραγματικό ενιαίο μέτωπο.
Τίποτα από όλα αυτά δεν έχει μείνει. Όλα τα πολιτικά κινήματα επιδίδονται σε εξαντλητική αλληλοφαγωμάρα, εκδικητικά και ξεκάθαρα άγρια μεταξύ τους παρά σε σχέση με τους κοινούς εχθρούς τους. Ο πιο ασυγχώρητος δράστης από αυτή την άποψη είναι η λεγόμενη Ένωση Σοσιαλιστικών Σοβιετικών Δημοκρατιών. Όχι μόνο συνεχίζει μια διαδικασία εξόντωσης όλων των πολιτικών αντιπάλων εντός και εκτός του εδάφους της, αλλά ασχολείται, επίσης, με τη σπίλωση κει εν τέλει τη δολοφονία της προσωπικότητας αγωνιζομένων ανθρώπων. Άνδρες και γυναίκες με ηρωική καταγραφή επαναστατικής δραστηριότητας, άτομα που έχουν αφιερωθεί στα ιδανικά τους, που πέρασαν ανείπωτα βάσανα υπό τους Ρομανόφ, κακολογούνται, παρερμηνεύονται, κακοχαρακτηρίζονται και κυνηγούνται χωρίς έλεος. Σίγουρα δεν είναι τυχαίο που ο φίλος μου αποβλήθηκε για ένα δελτίο, που είχε σκοπό να συγκεντρώσει χρήματα για τους Ρώσους πολιτικούς πρόσφυγες.
Για να είμαστε σίγουροι ότι οι Μουσολίνι και οι Χίτλερ είναι ένοχοι για το ίδιο έγκλημα. Αυτοί και οι προπαγανδιστικές μηχανές τους κουρεύουν κάθε πολιτικό αντίπαλο με τον τρόπο τους. Έχουν, επίσης, προσθέσει τη σπίλωση αγωνιστών στο σφαγείο των θυμάτων τους. Οι ανθρώπινες ευαισθησίες έχουν θαμπώσει από τον πόλεμο. Αν τα βάσανα των Γερμανών και των Αυστριακών προσφύγων δεν είχαν αναζωπυρώσει τη θλίψη συμπάθειας που πέθαινε, θα έπρεπε να χαθεί κάθε πίστη στην ανθρωπότητα. Η γενναιόδωρη απάντηση στην ανάγκη τους είναι πράγματι η μόνη ακτίνα φωτός στον μαύρο κοινωνικό ορίζοντα.
Οι Αναρχικοί και οι Αναρχοσυνδικαλιστές, φυσικά, έχουν ξεχαστεί. Ή μήπως είναι η άγνοια που προκαλεί τη θανατηφόρα σιωπή για την κατάστασή τους; Δεν γνωρίζουν οι διαδηλωτές ενάντια στις γερμανικές θηριωδίες ότι και οι αναρχικοί βρίσκονται στα τρομερά στρατόπεδα συγκέντρωσης του Γκέρινγκ, αντιμετωπίζοντας την βαρβαρότητα των αδίστακτων Storm Troops, και ότι μερικοί από αυτούς έχουν υποστεί πιο ειδεχθή βασανιστήρια από τα περισσότερα άλλα ναζιστικά θύματα; Για παράδειγμα, ο Erich Mühsam.[2] Ποιητής και κοινωνικός επαναστάτης, τιμωρήθηκε από την Γερμανική Δημοκρατία μετά την εξέγερση της Βαυαρίας. Καταδικάστηκε σε δεκαπέντε χρόνια φυλάκιση, εκ των οποίων εξέτισε τα πέντε. Με την αποφυλάκισή του, αφιερώθηκε στην ανάδειξη των απάνθρωπων συνθηκών στις φυλακές υπό τη σοσιαλιστική και δημοκρατική κυβέρνηση. Όντας Εβραίος και Αναρχικός και έχοντας ένα επαναστατικό παρελθόν, ο Erich Mühsam ήταν από τους πρώτους που παρασύρθηκαν από τους γκάνγκστερ της SA. Τον ξυλοκόπησαν και τον χτύπησαν επανειλημμένα, του έσπασαν τα δόντια, του ξερίζωσαν τα μαλλιά και τα γένια και χάραξαν τη σβάστικα στο κρανίο του με ένα μαχαίρι. Μετά τον θάνατό του τον Ιούλιο, ο οποίος ανακοινώθηκε από τους Ναζί ως «αυτοκτονία», η χήρα του έδειξε το βασανισμένο σώμα του, με το πίσω μέρος του κρανίου να έχει συνθλιβεί σαν να έχει συρθεί στο έδαφος και με αναμφισβήτητα σημάδια στραγγαλισμού.
Η αδιαφορία για το μαρτύριο του Mühsam είναι σημάδι του σεχταρισμού και του φανατισμού στις φιλελεύθερες και ριζοσπαστικές τάξεις σήμερα. Όμως, αυτό που θέλω πραγματικά να τονίσω είναι το εξής: η βαρβαρότητα του φασισμού και του ναζισμού καταδικάζεται και καταπολεμάται από τα πρόσωπα, που έχουν μείνει εντελώς αδιάφορα για τον Γολγοθά των Ρώσων πολιτικών προσφύγων.
Και όχι μόνο αδιαφορία: στην πραγματικότητα δικαιολογούν τις βαρβαρότητες της ρωσικής δικτατορίας ως αναπόφευκτες. Όλοι αυτοί οι καλοί άνθρωποι βρίσκονται υπό το ξόρκι του σοβιετικού μύθου. Δεν έχουν επίγνωση της ασυνέπειας και του παραλογισμού της διαμαρτυρίας τους για τις βιαιότητες στις καπιταλιστικές χώρες, όταν συγχωρούν τις ίδιες θηριωδίες στη Σοβιετική Δημοκρατία. Μια πρόσφατη έκκληση της Διεθνούς Ένωσης Εργαζομένων δίνει μια συγκλονιστική εικόνα της κατάστασης των Αναρχικών και των Αναρχοσυνδικαλιστών στο προπύργιο του Στάλιν. Πραγματοποιήθηκαν νέες συλλήψεις στην Οδησσό, το Τομσκ, τον Αρχάγγελο και άλλα μέρη της Ρωσίας. Χωρίς καμία κατηγορία για τα θύματα. Χωρίς ακρόαση ή δίκη έχουν αποσταλεί από τη «διοικητική διαδικασία». Εκείνοι των οποίων η ποινή, για ορισμένους έως και δέκα χρόνια, έχει λήξει, έχουν σταλεί ξανά στην εξορία. Δεν υπάρχει ελπίδα απελευθέρωσης κατά τη διάρκεια του πολύκροτου κομμουνιστικού πειράματος.
Μία από τις τραγικές περιπτώσεις είναι αυτή του Nicholai Rogdayeve,[3] αναρχικού για χρόνια και ένθερμου αγωνιστή για τη χειραφέτηση του ρωσικού λαού. Κατά τη διάρκεια της βασιλείας των Ρομανόφ, ο Ρογκντάιβ γνώριζε όλες τις αγωνίες, που αντιμετώπιζαν οι πολιτικοί πρόσφυγες – φυλακή, εξορία και κάτεργα. Μετά την επανάσταση του Μαρτίου, ο Rogdayeve απελευθερώθηκε και επέστρεψε στις δραστηριότητες του. Με εκατοντάδες άλλους κάθε πολιτικής απόχρωσης δούλεψε ακούραστα – δίδαξε, έγραψε, μίλησε και οργάνωσε τους εργαζόμενους. Συνέχισε τις προσπάθειές του για λίγο μετά την Οκτωβριανή επανάσταση. Τότε άρχισε ο διωγμός των Μπολσεβίκων. Παρ’ όλο που ο Rogdayeve ήταν πολύ γνωστός και αγαπητός σε όλους, ακόμη και στους κομμουνιστές, δεν γλίτωσε από το συντριπτικό χέρι της GPU. Η σύλληψη, η εξορία και όλα τα άλλα βασανιστήρια υπονόμευσαν την υγεία του. Το γιγάντιο σώμα του σταδιακά έλιωσε από φυματίωση, από την οποία είχε προσβληθεί ως αποτέλεσμα της θεραπείας του. Πέθανε πριν από μερικούς μήνες.
Ποιο ήταν το αδίκημα του Rogdayeve και εκατοντάδων άλλων; Ήταν η σταθερή προσκόλλησή τους στα ιδανικά τους, στην πίστη τους στη ρωσική επανάσταση και στο ρωσικό λαό. Για εκείνη την αθάνατη πίστη πέρασαν από χίλιες κολάσεις. Πολλοί από αυτούς, όπως και ο Ρογκντάιβε, πέθαναν με αργό θάνατο. Έτσι, και η Κάθριν Μπρεσκόφσκι, σε ηλικία ενενήντα ετών και τυφλή, τελείωσε τις μέρες της σε μια ξένη γη.[4] Η Μαρία Σπιριντόνοβα, με τσακισμένη υγεία, αν όχι στο πνεύμα, μπορεί να μην πάει στο εξωτερικό για να αναζητήσει θεραπεία από το σκορβούτο, που αναπτύχθηκε στο σώμα της στη φυλακή της Τσέκα. Ο ύπνος του Στάλιν μπορεί να διαταρασσόταν αν ήταν ελεύθερη.[5] Και η Αγγελική Μπαλαμπόνοφ, τι γίνεται με αυτήν;[6] Ούτε οι κολλητοί του Στάλιν δεν τολμούσαν να την κατηγορήσουν για κοινή υπόθεση με τους εχθρούς της επανάστασης. Το 1917 επέστρεψε από την Ιταλία στη Ρωσία, εντάχθηκε στο Κομμουνιστικό Κόμμα και αφιερώθηκε στη Ρωσική Επανάσταση. Αλλά τελικά, όταν συνειδητοποίησε την ίντριγκα και τη διαφθορά στην Τρίτη Διεθνή, όταν δεν μπορούσε πλέον να δεχτεί την ηθική της GPU, έφυγε από τη Ρωσία και το Κομμουνιστικό Κόμμα. Από τότε, η Angelica Balabonov χρησιμοποιήθηκε ως στόχος για κακόβουλες επιθέσεις και καταγγελίες από τη Μόσχα και τους δορυφόρους της στο εξωτερικό. Αυτό το γεγονός της σπίλωσης και χρόνια υποσιτισμού την άφησαν άρρωστη και εγκαταλειμμένη.
Οι Ρώσοι πρόσφυγες δεν είναι οι μόνοι αντάρτες των οποίων το όνειρο για έναν νέο κόσμο έχει διαλυθεί. Ο Enrico Malatesta, Αναρχικός, επαναστάτης και μια από τις πιο γλυκές προσωπικότητες στις επαναστατικές δυνάμεις, επίσης δεν γλίτωσε από την αγωνία της έλευσης του φασισμού. Από το μεγάλο του μυαλό και την τρυφερή του καρδιά είχε δώσει άφθονα σε διάστημα εξήντα ετών για να συμβάλλει στην απελευθέρωση των Ιταλών εργατών και αγροτών. Η πραγματοποίηση του ονείρου του ήταν κάθε άλλο παρά προσιτή όταν το συνάφι του Μουσολίνι εξαπλώθηκε σαν μάστιγα στην Ιταλία, καταστρέφοντας όλα όσα με τόσο κόπο δημιουργήθηκαν από άνδρες όπως ο Μαλατέστα, ο Φάμπρι και οι άλλοι μεγάλοι Ιταλοί επαναστάτες. Πικρές, πράγματι, πρέπει να ήταν οι τελευταίες μέρες του Μαλατέστα.
Μέσα στον τελευταίο ενάμιση χρόνο πλήθος Αυστριακών και Γερμανών ανταρτών προστέθηκαν στον κατάλογο των ριζοσπαστών από τη Ρωσία, την Ιταλία, την Πολωνία, την Ουγγαρία, τη Ρουμανία, τη Γιουγκοσλαβία και άλλες μικρότερες χώρες. Όλα αυτά τα εδάφη έχουν γίνει το νεκροταφείο των επαναστατικών και ελευθεριακών ιδανικών. Λίγες χώρες έχουν απομείνει, όπου μπορεί κανείς να διατηρήσει τη ζωή του. Πράγματι, τίποτα από αυτά που προκάλεσε στην ανθρωπότητα το ολοκαύτωμα και οι συνέπειές του δεν μπορεί να συγκριθεί με τη σκληρή κατάσταση των πολιτικών προσφύγων. Ωστόσο, αθάνατη είναι η πίστη τους και η ελπίδα τους στο λαό. Καμία σκιά αμφιβολίας δεν καλύπτει την πεποίθησή τους ότι οι εργαζόμενοι, οι άνθρωποι, θα ξυπνήσουν από τον μολυβένιο ύπνο τους, ότι θα αναλάβουν για άλλη μια φορά τη μάχη για την ελευθερία και την ευημερία.

Σημειώσεις

  1. Αυτή είναι μια αναφορά στον Alexander Berkman. Μια επιστολή του, που περιγράφει λεπτομερώς την απειλή απέλασης από τη Γαλλία, βρίσκεται στη διεύθυνση: https://www.katesharpleylibrary.net/c2fs01
  2. Ο Erich Mühsam δολοφονήθηκε στο KZ Oranienburg τη νύχτα της 9ης Ιουλίου 1934.
  3. Ο Νικολάι Ρογκντάεφ πέθανε στην εξορία στην Τασκένδη το 1932. Βιογραφία του από τον Nick Heath: https://libcom.org/history/rogdaev-nikolai-188-1932-aka-uncle-vanya, δείτε επίσης https: //www.katesharpleylibrary.net/8w9hhn
  4. H Κάθριν Μπρεσκόφσκι (Εκατερίνα Κωνσταντίνοβνα Μπρέσκο-Μπρέσκοφσκαγια ) Σοσιαλίστρια Επαναστάτρια που υποστήριζε τη Συντακτική Συνέλευση, πέθανε στην Τσεχοσλοβακία τον Σεπτέμβριο του 1934.
  5. Η Μαρία Σπιριντόνοβα (Αριστερή Σοσιαλίστρια Επαναστάτρια και μακροχρόνια πολιτική κρατούμενη) αναφέρεται στις «Ηρωικές γυναίκες της Ρωσικής Επανάστασης» της Γκόλντμαν [1925] https://www.katesharpleylibrary.net/3xsk7w. Εκτελέστηκε με εντολή του Στάλιν τον Σεπτέμβριο του 1941.
  6. Η Angelica Balabonov, η οποία ήταν γραμματέας της Κομιντέρν, έφυγε από τη Ρωσία το 1922.
    Από: The Nation, 10 Οκτωβρίου 1934. https://www.lib.berkeley.edu/goldman/pdfs/PublishedEssaysandPamphlets_TheTragedyofthePoliticalExiles.pdf. Μετάφραση-απόδοση Π.

Δημοσιεύθηκε στην ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φ. 219, Οκτώβρης 2021




Πηγή: Anarchypress.wordpress.com