27 Ιουνίου, 2022
από Anarchy Press
139 προβολές

«Η φυλάκιση, συνεπώς, είναι ένα μέσο βασανισμού και εντάσσεται στο πλέγμα των περιορισμών που έχει επιβάλλει η εξουσία. Ο κρατισμός, μέσα από μια μακρόχρονη διαδικασία επιβολής, κατασκεύασε ένα πολύπλευρο καθεστώς περιορισμών και καθιέρωσε μια βαθμίδα διαχωρισμού ανάμεσα στην «ελευθερία» και τους περιοριστικούς ως προς αυτήν όρους και ποινές. Έτσι, το καθεστώς ανελευθερίας και «ελαστικών» μεθόδων καταναγκασμού βαπτίστηκε «ελευθερία» και ό,τι την «περιορίζει» «ανελευθερία». Στην πραγματικότητα, όμως, αυτή η «ανελευθερία» είναι ένα ειδικό μέσο καταναγκασμού και βασανισμού μέσα σε ένα ήδη υπαρκτό πλέγμα πολύπλευρων και βασανιστικών για την ανθρώπινη φύση περιορισμών

(Συσπείρωση Αναρχικών, Οκτώβριος 2007, Διαδρομή Ελευθερίας)

Στις 6 Απριλίου 2020 δεσμοφύλακες, αλλά και κτήνη των ιταλικών ΜΑΤ, ξυλοκόπησαν άγρια κρατούμενους των φυλακών Σάντα Μαρία Βέτερε, κοντά στη Νάπολη. Οι ανθρωποφύλακες με απίστευτη μανία και σαδισμό επιτέθηκαν με οργανωμένο τρόπο κατά των 300 κρατουμένων με γκλομπς, γροθιές, κλωτσιές, ακόμη και με τα κράνη που φορούσαν, ενώ έτρεχαν στους διαδρόμους και στις σκάλες των φυλακών. Συνέχιζαν να τους ξυλοκοπούν άγρια ακόμα και όταν τρέκλιζαν από τα χτυπήματα και έπεφταν, τους χτυπούσαν ομαδικά και ασταμάτητα αναγκάζοντας τους να περνούν ανάμεσα από δεκάδες κτήνη, που συμμετείχαν με ζήλο στον ομαδικό ξυλοδαρμό, τους   υποχρέωναν, επίσης, να γονατίζουν με το πρόσωπο προς τον τοίχο ακόμη και εντελώς γυμνοί για να τους χτυπούν σε όλο τους το σώμα.

Ο εφιάλτης έμοιαζε ότι δεν θα σταματούσε ποτέ με τα ανθρωπόμορφα κτήνη να ξυλοκοπούν ακόμη και ανάπηρους κρατούμενους. Σε ανταλλαγή μηνυμάτων τους, ορισμένοι ανθρωποφύλακες έγραφαν χαρακτηριστικά: «θα τους σκοτώσουμε σαν τα μοσχάρια».

«Ήταν όλοι με τα γκλομπ, ακόμη και η διευθύντρια» περιέγραψε αργότερα ο Βιντσέντσο Κακάτσε, πρώην πλέον κρατούμενος των φυλακών ο οποίος παρ’ ότι καθηλωμένος σε αναπηρικό αμαξίδιο δέχθηκε και αυτός την άγρια επίθεση των ανθρωποφυλάκων, που τον χτυπούσαν στο μέτωπο, στην πλάτη, ακόμα και μέσα στο ασανσέρ: «Δεν μπορώ να τα ξανασκεφτώ, θα καταλήξω σε ψυχιατρική κλινική. Νομίζω ήταν όλοι [οι σωφρονιστικοί υπάλληλοι] υπό την επήρεια ναρκωτικών· ήταν όλοι με τα γκλομπ, ακόμη και η διευθύντρια […] Ήμουν ο πρώτος που βγήκα από το κελί μαζί με τον συγκρατούμενό μου επειδή είμαι σε αναπηρική καρέκλα. Μας ‘‘έσφαξαν’’, σκότωσαν ένα αγόρι. Κακοποίησαν έναν κρατούμενο με κλομπ. Με κατέστρεψαν, πνευματικά με δολοφόνησαν».

Οι κρατούμενοι την προηγούμενη ημέρα είχαν διαμαρτυρηθεί για τα μέτρα προστασίας έναντι του κορωνοϊού, όπως και πολλοί άλλοι σε άλλες φυλακές της χώρας ζητώντας τη διενέργεια τεστ κορωνοϊού και προστατευτικές μάσκες. Το βίντεο με τους άγριους ξυλοδαρμούς δημοσιοποιήθηκε έναν (!!!) ολόκληρο χρόνο αργότερα από την εφημερίδα Domeni με την προειδοποίηση ότι το περιεχόμενο του είναι ιδιαίτερο σκληρό.

Την δημοσιοποίηση των βασανισμών ακολούθησε η γνωστή πολιτική αντιπαράθεση με το Δημοκρατικό Κόμμα να ζητά ενημέρωση «για την τρομερή αυτή υπόθεση» στην Βουλή, με τον γραμματέα της Λίγκας του Βορρά Ματέο Σαλβίνι να δηλώνει ότι «είναι αλληλέγγυος με τους σωφρονιστική αστυνομία, διότι χρειάζεται περισσότερος σεβασμός προς τις αστυνομικές δυνάμεις» και τέλος με την  Ιταλίδα υπουργό «δικαιοσύνης» Μάρτα Καρτάμπρια να διαρρηγνύει τα ιμάτια της λέγοντας ότι «Οι εικόνες αυτές προσβάλλουν την αξιοπρέπεια των φυλακισμένων, αλλά και το σώμα της σωφρονιστικής αστυνομίας».

Η υποκρισία δεν ξενίζει, αλλά η ουσία δεν βρίσκεται σε μια ακόμη έκφρασής της από την εν λόγω πολιτική προϊστάμενο των βασανιστών ούτε στο γεγονός ότι οι βασανιστές παύθηκαν από τα καθήκοντα τους έναν χρόνο αργότερα. Ο μαζικός βασανισμός των κρατουμένων στην συγκεκριμένη ιταλική φυλακή πραγματοποιείται στην απαρχή των σκληρής καραντίνας, που επιβλήθηκε στις δυτικοευρωπαϊκές κοινωνίες με πρόσχημα την καταπολέμηση του Covid-19. Δεν χρειάζεται πολύ μυαλό για να καταλάβει κάποιος ότι οι βασανιστές δεν έπαθαν μαζική παράκρουση, αλλά έστειλαν κατόπιν άνωθεν εντολής ένα μήνυμα προς ολόκληρη την κοινωνία: όποιος σκέφτεται ν’ αντισταθεί θα έχει την ίδια τύχη.

Εκτός αν πιστεύει κάποιος ότι η «περιστολή των δικαιωμάτων των κρατουμένων», που κατήγγειλαν τα εγχώρια αριστερά δεκανίκια της εξουσίας είχε «υγειονομική» στόχευση. Όσο για τα αιτήματα για άμεση αποσυμφόρηση, βελτίωση των συνθηκών κράτησης, αναβάθμιση των υπηρεσιών υγείας μέσα στις φυλακές και άμεση πρόσβαση σε νοσοκομεία στην προκειμένη περίπτωση που διατυπώθηκαν όχι μόνον δεν έκαναν να ιδρώσει το αυτάκι οιουδήποτε «αρμόδιου», αλλά αντίθετα εκλήφθησαν ως η απόλυτη απόδειξη αδυναμίας. Και ο λόγος είναι απλός. Όταν οι συνθήκες κράτησης επιδεινώνονται συνεχώς, όταν επιβάλλεται φυλάκιση μέσα στην φυλάκιση με πρόσχημα το υγειονομικό ζήτημα και δεν σημειώνεται ξεσηκωμός, τότε η εξουσία αποθρασύνεται.

Δεν χρειάζεται κάποιος να είναι αναρχικός για να καταλάβει με ποιο τρόπο εμπεδώνεται σ’ αυτήν περίπτωση η κρατική επιβολή και ο βασανισμός των κρατουμένων. Οι κρατούμενοι που βιώνουν την απόλυτη αποκτήνωση είχαν, έχουν και θα έχουν μια και μόνη δίκαιη λύση να προτείνουν στον εαυτό τους και σ’ όσους στέκονται αλληλέγγυοι: την εξέγερση και το κάψιμο των κολαστηρίων.

Και μέχρις τότε τι κάνουμε ρωτούν πολλοί;

Έχουμε αναφερθεί πολλάκις στο κατά πόσο η πολιτική και οι τεχνικές της είναι ανταγωνιστικές με την αναρχική προοπτική και την αναρχία. Η πολιτική βασίζεται στο ψέμα ή αλλιώς στη μερικοποιημένη πραγματικότητα μέσα από την οποία παραπλανά, καθηλώνει ή και κινητοποιεί τον κόσμο σύμφωνα με τις επιδιώξεις των κρατούντων.

Οι αναρχικοί δεν μπορούν να μιλούν για «κεκτημένα», ειδάλλως ενσκήπτουν σε δημοκρατικές θέσεις, αλλάζουν μετερίζι, παλεύουν για τα πολιτικά και κοινωνικά δικαιώματα που οι δημοκρατικοί θεσμοί ήδη αναγνωρίζουν, εμπλουτίζουν ή καταργούν κατά το δοκούν της κάθε εξουσίας αριστερής ή δεξιάς. Οι αναρχικοί δεν αναγνωρίζουμε άμεσα ή έμμεσα την διαδικασία διαχωρισμού του βασανισμού που αποτελεί ο εγκλεισμός σε «ανθρώπινο» και μη.

Δεν παραβλέπουμε ότι κάθε μορφής εξουσία γνωρίζει, πως δεν μπορεί συνεχώς να πιέζει τον κοινωνικό χώρο, δεν μπορεί να αυξάνει συνεχώς την καταπίεση, πως σε μια κατάσταση ασφυκτικών για την ανθρώπινη φύση συνθηκών εκείνο, που προβάλλεται συνήθως από τους κινητοποιούμενους, είναι μια ανάσα, μια μικρή διέξοδος, που όμως παραμένει προσωρινή.

Είναι κάτι ανάλογο, όπως έχουμε ξαναγράψει με την αύξηση μισθών που καλείται να ζητήσει ο εργάτης προκειμένου να αντιμετωπίσει τις συνθήκες αυξανόμενης στέρησης, που του προκαλεί το καταπιεστικό κι εκμεταλλευτικό σύστημα.

Μήπως, όμως, δεν πρόκειται για μια αύξηση, που θα εξανεμισθεί πριν καλά-καλά έρθει στα χέρια του, αφού είτε ήδη υπάρχουν είτε κατασκευάζονται οι διαδικασίες απορρόφησής της μέσω των αυξήσεων των τιμών των απαραίτητων για την επιβίωσή του αγαθών.  Όσοι λοιπόν μιλούν σ’ αυτές τις περιπτώσεις για «κεκτημένα» καλλιεργούν αυταπάτες, οι οποίες όχι μόνο διαψεύδονται αργά ή γρήγορα, αλλά το σημαντικότερο είναι ότι είναι ικανές να επιβεβαιώσουν την εξουσιαστική συνθήκη και τον κρατισμό.

Έτσι στην πραγματικότητα, όχι μόνο δεν ανακουφίζεται, αλλά επιδεινώνεται συνολικότερα η θέση των καταπιεσμένων, από όποια σκοπιά και αν το εξετάσουμε.

Θα ρωτήσει κάποιος αυτό σημαίνει ότι στεκόμαστε ανταγωνιστικά στα αιτήματα των κρατουμένων; Όχι βέβαια. Είναι ξεκαθαρισμένο πως αλληλεγγύη δεν σημαίνει ταύτιση με αυτόν προς τον οποίο οι αναρχικοί/ες εκδηλώνουν την αλληλεγγύη τους. Αλληλεγγύη σημαίνει αγώνας ενάντια στον κοινό εχθρό: το κράτος, τους καταπιεστές κι εκμεταλλευτές. Η αλληλεγγύη των αναρχικών αφορά τους ανθρώπους που αγωνίζονται, είναι αλληλεγγύη στον αγώνα και στους αγωνιζόμενους κι όχι στα όποια αιτήματα τυχόν προβάλουν οι καταπιεσμένοι μέσα στις συνθήκες αλλοτρίωσης που τους έχει επιβάλλει το κράτος. Ο αγώνας των αναρχικών συντίθεται με τον αγώνα των υπόλοιπων ανθρώπων και δεν αφομοιώνεται, δεν μεταλλάσσεται και δεν μετατρέπεται σε διεκδίκηση ακόμα κι αν αυτή είναι η πλέον ριζοσπαστική.

Οι φυλακισμένοι που εξεγείρονται ενάντια στο σύστημα βασανισμού τους, σε πολλές περιπτώσεις αναγκάζουν την εξουσία, εφ’ όσον υπάρξει και η αντίστοιχη κινητοποίηση στη βάση της κοινωνικής αλληλεγγύης, να πραγματοποιήσει κάποιες μικρές αλλαγές, που ενδεχομένως να ανακουφίσουν τους φυλακισμένους από την κατάσταση στην οποία βρίσκονται.

Μήπως κάτι τέτοιο εμποδίζει τους εξουσιαστές να ανακαλέσουν αργότερα με την πρώτη δικαιολογία είτε αυτούσια, είτε με την επιβολή άλλου τύπου συνθηκών βασανισμού και καταστολής, οι οποίες θα έχουν φανταχτερό περιτύλιγμα, αλλά θα πλήττουν ακόμα πιο οδυνηρά την ανθρώπινη φύση; Ο βασανισμός μέσω του σωματικού πόνου μπορεί κάλλιστα να αντικατασταθεί από «ανώδυνες» μεθόδους οι οποίες είναι ικανές να διαλύσουν κυριολεκτικά τους ανθρώπους, που θα τους υποστούν και να τους αναμορφώσουν. Στην Μακρόνησο ο ανανήψαντας υποχρεωνόταν να διαβάσει στα μεγάφωνα την δήλωση μετάνοιας, συχνές ήταν οι παρελάσεις των μετανοημένων στις πόλεις, ενώ επίσης πολλές φορές υποχρεώνονταν να λάβουν μέρος στους βασανισμούς των αμετανόητων.

Η εξουσία γνωρίζει ότι όσοι «σπάσουν» μια φορά το πιθανότερο είναι ότι θα «σπάσουν» και άλλες φορές, και κάθε φορά με πιο επώδυνο τρόπο. Τα εργαλεία γι’ αυτό το σκοπό αλλάζουν ανάλογα με τις συνθήκες επιβολής, με τις κοινωνικές αντιστάσεις, που εκδηλώνονται με διαφορετική κάθε φορά ένταση, αλλά και με τις ιδέες όσων αγωνίζονται.

Το ζητούμενο για τους εξουσιαστές την περίοδο που διανύουμε είναι η ακινητοποίηση ακόμα και των πλέον αυτονόητων διεκδικήσεων στον χώρο των φυλακών, όπου  στοιβάζονται ολοένα και περισσότεροι κρατούμενοι με τις συνθήκες να χαρακτηρίζονται από την απόλυτη εξαθλίωση.

Και όμως οι κρατούμενοι δεν ξεσηκώνονται. Γιατί αναρωτιούνται πολλοί;

Μήπως ξεχνούν ότι η εξουσία είχε την δυνατότητα να τάζει ή να μοιράζει προνόμια και ευεργετήματα λόγου χάριν στις μαφίες των κρατουμένων, ιδίως όταν αυτές συνδιαλέχθηκαν με τα αγωνιστικά «κουμάντα» των φυλακών, (βοούν ακόμη οι φυλακές από τα γνωστά και μη εξαιρετέα «κατορθώματα»)  ή μήπως ξεχνούν ότι δεν δίστασε ποτέ να κάνει συχνά πυκνά  τα στραβά μάτια σε «νταραβέρια» κάθε είδους και κάθε προέλευσης φθάνει να μην ξεσηκώνονται οι κρατούμενοι, φθάνει να ελέγχεται η κατάσταση;

Αποδομείται ή όχι σ’ αυτές τις περιπτώσεις η ταυτότητα του «αναρχικού» κρατούμενου στα μάτια πολλών φυλακισμένων; Η σιωπή είναι χρυσός σ’ αυτές τις περιπτώσεις, παρ’ ότι συνιστά έμμεση αποδοχή της γάγγραινας, μπορούν να στηρίζονται οι δράσεις μας σε ψεύτικες εικόνες και καταστάσεις, και τα «κακώς κείμενα» να εμφανίζονται ως εσωτερικά ζητήματα, που σχεδόν απαγορεύεται η δημόσια συζήτησή τους;

«Να πιάσουμε ξανά το νήμα των αγώνων», προτρέπουν ορισμένοι με ύφος ηρωικό και πένθιμο, αλλά στην πραγματικότητα κινούνται ακριβώς στην αντίθετη κατεύθυνση, αφού η διάρρηξη με το αγωνιστικό παρελθόν των κρατουμένων σ’ αυτές τις περιπτώσεις είναι οριστική, και αμετάκλητη. Ο διαχωρισμός με το παρελθόν στην περίπτωση αυτή είναι δυσανάγνωστος για πολλούς, αλλά δυστυχώς βαθιά υπονομευτικός, γιατί καταστρέφει την συλλογική ταυτότητα την οποία υποτίθεται ότι υπηρετούν οι «ειδικοί αλληλέγγυοι».

21-2-1963, Η τελευταία φωτογραφία από το Αλκατράζ
με τους τελευταίους 27 φυλακισμένους να μεταφέρονται σιδεροδέσμιοι

Οι αναρχικοί αναζητούμε τις συνθήκες που περιορίζουν, πνίγουν την βούληση των καταπιεσμένων να εξεγερθούν, που παραλύουν την βούληση για δράση, που οδηγούν σε αναβολή και μετά σε νέα αναβολή, που παρεμποδίζουν να γίνει ένα βήμα μπροστά και μετά ένα ακόμη με αποτέλεσμα να μετρούμε συνεχώς τις «χαμένες ευκαιρίες».

Δεν υπάρχουν προσωπικοί αγώνες κρατουμένων που πηγαίνουν ή δεν πηγαίνουν «καλά», γενικά και αόριστα. Ούτε κατά την γνώμη μας η επιδεικνυόμενη ορισμένες φορές μαζικότητα σημαίνει από μόνη της και πολλά πράγματα από αναρχικής σκοπιάς, όταν μάλιστα η πραγμάτωσή της επιτυγχάνεται με αριστερές δανεικές πλάτες συμπεριλαμβανομένων των κομματικών.

Σ’ αυτές τις περιπτώσεις είναι χαρακτηριστικό ότι η μαζικότητα εμφανίζεται ως απόδειξη κινηματικής νίκης παρ’ ότι είναι φαεινότερον του ηλίου, ότι το μόνο που ενδυναμώνεται είναι το αγωνιστικό προφίλ ορισμένων αριστερών κομμάτων, που αντιπαλεύουν την «κακιά» δεξιά.

Το ξέπλυμα σ’ ολόκληρο το μεγαλείο του. Αλλά είπαμε ο σκοπός αγιάζει τα μέσα.

Στο όνομα, όμως, της μαζικότητας και βέβαια κατ’ επέκτασιν της περιβόητης κοινωνικής απεύθυνσης επιβεβαιώνεται με τον χειρότερο τρόπο η κρατική επιβολή. «Είναι αθώος, δεν υπάρχουν στοιχεία, ούτε αναφέρεται στις παρακολουθήσεις της αντιτρομοκρατικής» κραυγάζουν για τον τάδε ή τον δείνα κρατούμενο, ορισμένοι συμπαραστάτες!!! Και «καλά» να επικαλούνται τέτοια επιχειρηματολογία οι συγγενείς, οι φίλοι ή οι δικηγόροι ενός κρατούμενου, αλλά μπορούν να προβάλλονται από αγωνιζόμενους, επειδή οι σκευωρίες θεωρούνται πιο εύπεπτες ή τέλος πάντων καταλληλότερες για να ενεργοποιήσουν δημοκρατικά ανακλαστικά, μιας —κατ’ αυτή την άποψη— ανίκανης κοινωνίας να εντρυφήσει στα «περί» αναρχικών απόψεων και πρακτικών.

Δηλαδή αν υπήρχαν «στοιχεία» θα αναγνωρίζαμε «αθώους» και «ένοχους», και από πότε αναγνωρίζουμε και νομιμοποιούμε τις αναφορές, αλλά και τις ίδιες τις παρακολουθήσεις της αντιτρομοκρατικής, την οποία κάποιοι άλλοι στο όνομα μιας δικής τους «αναρχίας» είχαν την έμπνευση σ’ άλλη περίπτωση να μηνύσουν (sic!!!);

Οι αναρχικοί δεν αναγνωρίζουμε στο ελάχιστο την κρατική επιβολή, τους θεσμούς και τους μηχανισμούς της εξουσίας, δεν νομιμοποιούμε έμμεσα ή άμεσα την δυνατότητα του κράτους να καταστέλλει, να βασανίζει, να φυλακίζει μ’ οποιοδήποτε πρόσχημα.

Όπως έχουμε ξαναγράψει κάθε κατασταλτική κίνηση από την πλευρά του κράτους έχει ως στόχο αφ’ ενός τον περιορισμό των ανεξέλεγκτων κοινωνικών δραστηριοποιήσεων, την αιχμαλωσία ενός ή περισσότερων αγωνιστών και την τρομοκράτηση όσον το δυνατόν περισσότερων ανθρώπων. Αφ’ ετέρου, η καταστολή έρχεται να στρέψει ένα σημαντικό κομμάτι των κοινωνικά δραστηριοποιούμενων στους μηχανισμούς και τις διαδικασίες αφομοίωσης και υποταγής.

Και κάτι ακόμη.

Οι αναρχικοί δεν αγωνιζόμαστε για να προβληθούμε και ένα επιβληθούμε μάλιστα μέσω του κουτσαβακισμού ως «δημόσια πρόσωπα», εξαγοράζοντας έτσι με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, την συμμετοχή μας στους κοινωνικούς αγώνες, δεν διεκδικούμε «παράσημα» για την συμμετοχή μας στον αντικρατικό αγώνα.

Δεν ξεχνούμε ότι στο παρελθόν αναρχικοί, αλλά και αριστεροί, που υπέστησαν βασανισμούς είτε επί δικτατορικού είτε επί δημοκρατικού καθεστώτος, με ιδιαίτερο ήθος και αφοσιωμένοι στις ιδέες τους ουδέποτε αυτοπροβλήθηκαν, ουδέποτε θέλησαν να εξαγοράσουν με κάποιο τίμημα τους αγώνες τους. Αντίθετα αποστρέφονταν και συνεχίζουν να αποστρέφονται τέτοιες εξουσιαστικές στάσεις και συμπεριφορές, που κατασκευάζουν και επιδιώκουν να επιβάλλουν νέους διαχωρισμούς και μάλιστα από τα «μέσα».

Και κάτι ακόμη. Η ιδιότητα του αγωνιστή δεν καταχωρείται σε κάποιο βιβλίο αγωνιστικών «συμβάντων», ούτε αναγνωρίζεται δια παντός από κάποια «ειδική» κινηματική επιτροπή. Είναι στο χέρι του καθενός και όλων μας να μην μετατρέπεται σε καρικατούρα στην καλύτερη περίπτωση, γιατί σε πολλές περιπτώσεις η αθλιότητα δεν βρίσκεται και τόσο μακριά.

Το κράτος παρ’ όλα αυτά είτε με αριστερό είτε με δεξιό προσωπείο μεθοδεύει την καταστολή, εντείνει τους περιορισμούς, άλλοτε χαλαρώνει τα «λουριά» σε ορισμένες περιπτώσεις ακόμα και όταν υπολογίζει ότι ο αντίπαλος είναι εξασθενημένος, αλλά σε κάθε περίπτωση κρατά την μπαγκέτα των παραχωρήσεων.

Αυτό δεν μπορούμε να το ξεχνούμε. Εκτός και αν αποδεχόμαστε συνθήκες διαπραγμάτευσης και βέβαια τους συνήθεις αριστερούς μεσολαβητές ή ειδικές δομές εκπροσώπησης των κρατουμένων. Γιατί είναι αδιαμφισβήτητο πως η διαδικασία μεσολάβησης όχι μόνο αναπαράγει τις συνθήκες εξουσίας, αλλά και ενδυναμώνει τη θέση του πλέγματος κυριαρχίας κι εκμετάλλευσης, αφού απαλλοτριώνει τις δυνατότητες των ανθρώπων να δράσουν δημιουργικά και απελευθερωτικά.

Θα το επαναλαμβάνουμε ακούραστα.

Οι κρατούμενοι ιστορικά, όταν εξεγείρονται, πυρπολούν και καταστρέφουν τα κολαστήρια, που ονομάζονται σωφρονιστικά ιδρύματα, αποδεικνύοντας ότι το «κεκτημένο» της εξέγερσης είναι το μόνο που μπορεί να φωτίσει το εξουσιαστικό σκοτάδι, που έχει επιβληθεί μέσα και έξω από τις φυλακές.

27-6-2022

Συσπείρωση Αναρχικών




Πηγή: Anarchypress.wordpress.com