23 Απριλίου, 2022
από Anarchy Press
176 προβολές

Στη γεωγραφική περιοχή της Ουκρανίας-Ρωσίας που το τελευταίο διάστημα βρίσκεται στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος, στα τέλη του 19ου αι. ευδοκίμησαν οι λεγόμενες τολστοϊκές κοινότητες. Κοινοβιακές, αναρχοχριστιανικές  κοινότητες. Σίγουρα οφείλουμε να διευκρινίσουμε, ότι ο Τολστόι δεν συμμεριζόταν τον όρο «τολστοϊσμός», ενώ παράλληλα και η χρήση του συνθετικού όρου «αναρχοχριστιανισμός» εμπεριέχει ουσιαστικά δυο αντίθετες μεταξύ τους έννοιες. «Μπορεί να είμαι ο Τολστόι, αλλά δεν είμαι τολστοϊκός», έλεγε ο γνωστός λογοτέχνης. Ενώ ο αναρχοχριστιανισμός διακρίνεται από μια σύνθετη και πολλές φορές ετερόκλητη παρουσία απόψεων και πρακτικών. Δεν αποτελεί έναν συμπαγή «χώρο» αλλά σίγουρα υπάρχουν βασικοί και κοινοί πυλώνες που τον οριοθετούν. Η διδασκαλία του Ιησού, ο πασιφισμός, ο λιτός τρόπος ζωής είναι μερικοί από αυτούς. Ασφαλώς η Αναρχία, ξεκάθαρα αντίθετη σε κάθε μορφής επιβολή, ιεραρχία και εξουσία, τάχθηκε και τάσσεται αντίθετη σε κάθε -ισμό είτε πολιτικό είτε θρησκευτικό.

Εν προκειμένω, η θρησκεία αποτελούσε ακόμη έναν καταπιεστικό μηχανισμό μέσω και της ιεραρχικής εξουσίας που επέβαλλε και επιβάλει η Εκκλησία. Πέραν των δογματισμών, όμως, που αυτή φέρει αποπροσανατολίζοντας και περιορίζοντας τη δυναμική ελευθερίας των ανθρώπων, ο Αναρχοχριστιανισμός ορίζεται, με αρκετούς βαθμούς ελευθερίας, μέσα από τους κοινούς τόπους των δυο αυτών τάσεων. Οι αναρχοχριστιανικές τολστοϊκές κοινότητες, ορθόδοξες στο θρησκευτικό δόγμα, δεν αποτελούν τις πρώτες ή τις μόνες συνδηλώσεις κοινωνικού και θρησκευτικού. Λίγους αιώνες νωρίτερα είχαμε το εξεγερτικό πνεύμα του θεολόγου Τόμας Μύνστερ και τις εξεγέρσεις που λάμβαναν χώρα στη κεντρική Ευρώπη. Ενώ κατά τη σύγχρονη εποχή συναντάμε τη λεγόμενη Θεολογία της Απελευθέρωσης στη Λατινική Αμερική, που αποτελεί θεωρητικά τον διάλογο μεταξύ θεολογίας και μαρξισμού, αλλά που ταυτόχρονα σε πολλές περιπτώσεις ενίσχυσε και υποστήριξε «απελευθερωτικά ένοπλα κινήματα», όπως αυτό των Σαντινίστας στη Νικαράγουα.

Στην περίπτωση του Τολστόι, είναι διαδεδομένη η ειρηνική του θέση και στάση και γι’ αυτό πολλοί υποστηρίζουν ότι πολιτικά η μόνη του κληρονομιά αποτελεί η επιρροή του στα ειρηνικά κινήματα. Δεν θα συμφωνήσουμε με αυτή τη θέση για πολλούς λόγους, κυρίως γιατί το έργο του έχει να παρουσιάσει πολλά ενδιαφέροντα κοινοτικά στοιχεία και μια σπάνια οξυδέρκεια. Αντιλήφθηκε από πολύ νωρίς και με απόλυτα ξεκάθαρο τρόπο την αλλοτρίωση που θα υποστεί ο άνθρωπος στην πόλη. Η φυγή του από την ύπαιθρο και ο εγκλεισμός του στην πόλη ως βιομηχανικού εργάτη. Αλλά και στο ζήτημα της βίας-μη βίας ο Τολστόι δηλώνει: «Όμως, τα δεκάδες χιλιάδες στρέμματα δάσους που βρίσκονται στα χέρια ενός και μόνον ιδιοκτήτη ενώ χιλιάδες άνθρωποι δίπλα σ’ αυτό δεν έχουν ούτε ξύλα για να ζεσταθούν, πρέπει εξάπαντος να προστατευτούν δια της βίας».(Λ. Τολστόι, Η δουλεία της εποχής μας, εκδ. Πανοπτικόν, σελ. 84). Συνεπώς, είναι άστοχο να καταταχθεί ο Τολστόι σε μια αυστηρά μη βίαιη χριστιανικο-ουμανιστική θέση, όπου γυρίζει και το άλλο μάγουλο για να χαστουκιστεί.  Η στάση του και οι θέσεις του για τη χρήση ή μη χρήση της βίας ορίζονται στο πως πιστεύει ότι μπορεί αποτελεσματικότερα να γίνει η κοινωνική αλλαγή για να εξαλειφθεί η αδικία και πως οι κυβερνήσεις ασκούν εξουσία μέσω της βίας. Σημειώνει, λοιπόν: «Αν στο παρελθόν ήθελε κανείς να απαλλαγεί από την ένοπλη βία, ήταν απαραίτητο να πάρει ο ίδιος τα όπλα και να αντιτάξει στην ένοπλη βία την ένοπλη βία. Στις μέρες μας, όμως, που οι λαοί δεν υποτάσσονται μέσω της άμεσης βίας αλλά μέσω της εξαπάτησης, αν θελήσουν να καταστρέψουν τη βία δεν χρειάζεται να κάνουν τίποτα άλλο παρά να ξεσκεπάσουν αυτή την εξαπάτηση η οποία δίνει τη δυνατότητα σε μια μειοψηφία να ασκεί βία πάνω στην πλειοψηφία». Πιστεύει, λοιπόν, ο Τολστόι ότι μόλις γίνει συνείδηση στους ανθρώπους ο μηχανισμός εξαπάτησης του Κράτους που τους υποδηλώνει θα μπορέσουν να απελευθερωθούν από τη δουλεία ως μια διεργασία και αποτέλεσμα της εσωτερικής τους αυτοβελτίωσης. Αυτή η προσέγγιση μπορεί να κρίνεται υπεραισιόδοξη ή αφελής ως προς την ολική απελευθερωτική της διάσταση, όμως στηρίζεται στη βάση ότι η βία από μόνη της δεν αρκεί αλλά αντίθετα πολλές φορές εγκαθιδρύει νέες «επαναστατικές» εξουσίες.

Μεγάλο ενδιαφέρον έχει, όμως και η θέση του Τολστόι για τον καταμερισμό εργασίας και την επιστήμη. Ο Αλέξανδρος Χριστογιαννόπουλος, στο επίμετρο του βιβλίου, Λ. Τολστόι, Η δουλεία της εποχής μου, εκδ. Πανοπτικόν, σημειώνει πολύ εύστοχα: «Για τον Τολστόι, η «επιστημονική» δικαιολόγηση ενός άδικου οικονομικού συστήματος είναι απλούστατα άλλο ένα πανούργο ψέμα που επινοείται από όσους επωφελούνται από αυτό. Καταρχάς, πρόκειται για μια θεωρία που δεν αντλείται από «τις φυσικές ιδιότητες των ανθρώπινων κοινωνιών», αλλά από μια ‘συγκεκριμένη υπόθεση’». Δεν είναι, λοιπόν, καθόλου παράδοξο ότι ο Λένιν ασκούσε σκληρή κριτική στον Τολστόι για τις πολιτικές του απόψεις, αφού από νωρίς ξεσκέπαζε τα «τεχνητά» θέσφατα του επιστημονικού υλισμού. Η κριτική στο κράτος, στον πολιτισμό, την επιστήμη, την ιεραρχική και επιδεικτική Εκκλησία είναι αυτές που έφεραν πολλούς ανθρώπους κοντά στις ιδέες του και στην εφαρμογή αυτών μέσω των κοινοτήτων. Την προεπαναστατική εποχή της Ρωσίας που έζησε, ο Τολστόι ήταν εχθρός και για το τσαρικό καθεστώς αλλά και για τους σοσιαλεπαναστάτες. Οι κοινότητες αυτές, λοιπόν, αναπτύχθηκαν κυρίως στις επαρχίες της νότιας Ρωσίας, την Ουκρανία και τον Καύκασο, όπου η γη προσφερόταν για καλλιέργεια. Και αυτό διότι ο αγροτικός τρόπος ζωής αποτελούσε τον ενδεδειγμένο τρόπο. Οι πρώτες προσπάθειες ίδρυσης κοινοβίων στα μέσα του 19ου αι. μπορούμε να πούμε ότι απέβησαν άκαρπες για διαφόρους λόγους, όπως άγνοιας πολλών συμμετεχόντων περί αγροτικής ζωής, αλλά και της καταστολής από το καθεστώς. Γενικά τα μέλη των κοινοβίων ήταν χορτοφάγοι, δεν είχαν ατομική ιδιοκτησία, ακολουθούσαν ασκητικό τρόπο ζωής και καλλιεργούσαν τη γη.  Υπήρξαν και περιπτώσεις μελών που αρνούνταν να οργώσουν και να σπείρουν τη γη διότι θεωρούσαν ότι παρέμβαιναν στη φυσική λειτουργία του εδάφους. Άλλοι εναντιώνονταν στο γραπτό λόγο και τα βιβλία, θεωρώντας τα επικίνδυνα πολιτιστικά μέσα, ενώ κάποιοι αρνούνταν να ταυτοποιηθούν και απογραφούν στα κρατικά απογραφικά δελτία ως πράξη αντίστασης για την υποδούλωση των ανθρώπων στις κρατικές αρχές. Στα τέλη του 20ουαι. και αρχές του επόμενου νέα κοινοτιστικά εγχειρήματα έρχονται να προστεθούν στα ήδη υπάρχοντα, όχι μόνο στη Ρωσία αλλά και σε άλλες ευρωπαϊκές περιοχές.  Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η κοινότητα Κρίνιτσα, η οποία αναπτύχθηκε στα παράλια της Μαύρης Θάλασσας, από το 1886 και έπειτα. Εμπνευστής της θεωρείται ο ιατρός Ιωσήφ Κοέν, αναρχικός και άθεος,  συγγραφέας του βιβλίου «Μέθοδος ή εφαρμογές της ιδέας της κοινής λογικής στη συνειδητή ζωή των ανθρώπων» και υπήρξε σε μεγάλο βαθμό προκάτοχος των ιδεών, που έγιναν αργότερα γνωστές ως «τολστοϊκές» (Ξένια Καλαϊτζίδου, Τολστοϊκές Κοινότητες, περιοδικό Πανοπτικόν τχ 27). Από το μέλος της κοινότητας Ναταλία Τσεβύρεβα, διαβάζουμε στα απομνημονεύματα της: «Οι ιδρυτές της κοινότητας και όσοι συνέχισαν το έργο τους, σταδιακά ανέπτυξαν τη δική τους κοσμοθεωρία σχετικά με την οργάνωση και τον τρόπο ζωής τους, τις ανθρώπινες σχέσεις και την ανατροφή των παιδιών, και ως εκ τούτου, δεν είναι ορθό να τους αποκαλούμε οπαδούς του Φουριέ, του Σεν-Σιμόν, του Τολστόι ή κάποιου άλλου. Παρ’ ότι, μάλλον, τιμούσαν και σέβονταν τους παραπάνω στοχαστές ως ερευνητές μιας δίκαιης, ισότιμης και ευτυχισμένης ζωής, ακολουθούσαν τον δικό τους δρόμο (…) Ήθελαν να ζήσουν χωρίς εκμετάλλευση από άλλους, χωρίς ατομική ιδιοκτησία, με πλήρη και ίσα δικαιώματα για όλους και με την υποχρεωτική προσωπική εργασία κάθε μέλους της ομάδας. Ήθελαν να μεγαλώσουν τα παιδιά τους έτσι ώστε να αγαπούν και να σέβονται κάθε είδους εργασία που είναι ωφέλιμη για την κοινωνία των εργαζομένων, ώστε κάθε απόγονος να γίνει ένας πολύπλευρα μορφωμένος, πολιτισμένος και χρήσιμος για την κοινωνία άνθρωπος». Παρατηρούμε, λοιπόν, ότι η ζωή στην κοινότητα αποτελούσε μια συλλογική κοινοτική προσπάθεια μόχθουκαι συνάμα δημιουργίας ελεύθερων και παραγωγικών προσωπικοτήτων. Το θρησκευτικό στοιχείο ήταν παρόν μέσω της μελέτης του Ευαγγελίου αλλά και άλλων θεολογικών ρευμάτων, ενώ έψελναν ύμνους χορωδιακά. Η καλλιέργεια της γης και η εκτροφή ζώων και πουλερικών αποτελούσε τη βάση της οικονομικής ζωής. Τα σπίτια ήταν πολύ λιτά και δεν διέθεταν κουζίνα, διότι το μαγείρεμα όπως και η σίτιση γίνονταν σε κοινόχρηστο χώρο.

Από το 1908 μετατράπηκε σε αγροτικό συνεταιρισμό, ενώ ένα μέρος της έκτασης πουλήθηκε. Τα μέλη σταδιακά αυξάνονταν, ενώ υπήρξε και αλλαγή προσανατολισμού από τα νέα μέλη, χωρίς να χάνεται μεν ο κοινοτιστικός χαρακτήρας της αλλά με σημάδια συμβιβασμού δε. Όπως είναι φυσικό, οι αλλαγές στη φυσιογνωμία του εγχειρήματος επέφεραν και δριμείες κριτικές από ανθρώπους που αποτελούσαν νυν ή πρώην μέλη της. Αναμφισβήτητα η ζωή στην Κρίνιτσα κλονίστηκε με την έναρξη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, όπου περισσότερο θύμιζε έναν καταυλισμό εσωτερικών μεταναστών ετερόκλητων πεποιθήσεων, καθώς η κοινοκτημοσύνη έπαψε ουσιαστικά να λειτουργεί. Ο εμφύλιος πόλεμος, που διαδέχθηκε την επανάσταση του 1917, δημιούργησε περαιτέρω προβλήματα στην κοινότητα αφού δολοφονήθηκαν ορισμένα από τα σημαντικότερα της μέλη. Ο αυτοκρατορικός στρατός μαζί με παρακρατικά τάγματα σκορπούσαν το θάνατο στη περιοχή, ενώ κατά τη δεκαετία του ’20 η σύνθεση των μελών της κοινότητας είχε αλλάξει για πολλούς λόγους άρδην. Με την 22η Μεραρχία του Κόκκινου Στρατού να εγκαθίσταται πλέον στην περιοχή…

Εκτός από την Κρίνιτσα έχουμε αναρχοχριστιανικά κοινοτικά εγχειρήματα και σε άλλες περιοχές της Ρωσίας και της Ευρώπης. Αναμφισβήτητα υπήρχαν πολλές εσωτερικές έριδες και διαμάχες μελών σε πάρα πολλά κοινόβια και σε συνδυασμό και με εξωγενείς παράγοντες οδήγησαν πολλά εγχειρήματα στη λήξη ή στην παρακμή τους. Στη Ρωσία τα «τολστοϊκά» κοινόβια μεταξύ 1918-22 είχαν μεγάλη άνθηση και στέκονταν κριτικά απέναντι στην μπολσεβίκικη επανάσταση. Ο Βαλεντίν Μπουλγκάκοφ, στενός φίλος του Τολστόι, υποστηρίζει ότι ο Λένιν έχασε την επανάσταση λόγω της έλλειψης ελευθερίας και της μη εσωτερικής πνευματικής ανάπτυξης στη σοβιετική κοινωνία. Επίσης, ενδιαφέρον παρουσιάζει και η απαίτηση της τολστοϊκής επιτροπής του Καζάν το 1919, όπου δηλώνει: «Όπως εσείς, οι μπολσεβίκοι, δεν μπορείτε να επιτρέψετε στους τυχοδιώκτες καπιταλιστές να διοικούν, έτσι και εμείς δεν μπορούμε να συμφωνήσουμε ότι τις τύχες του λαού πρέπει να διαχειρίζεται ένα και μοναδικό κόμμα». Οι 100 περίπου κοινότητες που λειτουργούσαν μέχρι το 1926 σταδιακά εκκαθαρίστηκαν από τα μπολσεβίκικα και σταλινικά αποβράσματα. Πολλά μέλη κατηγορήθηκαν για αντισοβιετισμό και στάλθηκαν στη Σιβηρία, όπως τόσοι και τόσοι άλλοι. Γιατί, τα εγκλήματα της εξουσίας είναι, ανέκαθεν, κοινά για όλους.

Αναρχικός Πυρήνας Χαλκίδας




Πηγή: Anarchypress.wordpress.com