11 Μαΐου, 2022
από Anarchy Press
208 προβολές

«Και οι δυο πλευρές, νικητές και ηττημένοι, καταστράφηκαν. Όλοι οι αυτοκράτορες ή οι διάδοχοί τους σφαγιάστηκαν ή καθαιρέθηκαν […] Οι πάντες ηττήθηκαν. Οι πάντες επλήγησαν. Όλα όσα έδωσαν ήταν επί ματαίω. Κανείς δεν κέρδισε τίποτα […] Όσοι επιβίωσαν, οι βετεράνοι αναρίθμητων ημερών μάχης, επέστρεψαν είτε με τις δάφνες της νίκης είτε με τα μαντάτα του ολέθρου σε χώρες βυθισμένες ήδη στην καταστροφή».

Winston Leonard Churchill, βρετανός πρωθυπουργός, Ο άγνωστος πόλεμος (1931)

«Αυτός ο πόλεμος δεν είναι το τέλος, αλλά η αρχή της βίας. Είναι το σιδηρουργείο στο οποίο ο κόσμος θα σφυρηλατηθεί με νέα σύνορα και νέες κοινότητες. Νέα καλούπια περιμένουν να γεμίσουν με αίμα και η εξουσία θα ασκείται με σιδερένια πυγμή».

Ernst Jünger, Ο πόλεμος ως εσωτερικό βίωμα

Είναι γνωστή η ιστορικότητα των αντιθέσεων, που εκφράστηκαν ανάμεσα στους αναρχικούς για το πράγματι δύσκολο ζήτημα του πολέμου. Ιστορικοί, κοινωνιολόγοι, διεθνολόγοι, και κάθε λογής ειδικοί, επίσης, έχουν προσπαθήσει να εξηγήσουν την μετάβαση από την «αρχική μορφή πολέμου», που λάμβανε υπ’ όψιν της την επιβίωση και την διατήρηση της σωματικής ακεραιότητας του πολεμιστή λόγου χάριν μιας φυλής, που τόνιζε το προσωπικό θάρρος, στην ολοκληρωτική μορφή του πολέμου, που δεν υπολογίζει ούτε τις ζωές όσων πολεμούν ούτε και τις ζωές των αμάχων.

Πολλοί ανθρωπολόγοι αρνούνται την ύπαρξη ενός «πρωτόγονου πόλεμου» πριν από την ύπαρξη οργανωμένων κρατών, από την στιγμή που οι φρικαλεότητες των μετέπειτα πολέμων μέχρι τις ημέρες μας, οι βιασμοί και αρπαγές γυναικών, οι εθνικές εκκαθαρίσεις, η οργάνωση των σφαγών, η λεηλασία, η καταστροφή και η εκκένωση ολόκληρων περιοχών πραγματοποιούνται με το πρόσημο των πολιτισμένων κοινωνιών. Άλλη μερίδα ειδικών επιμένει ότι «πρωτόγονοι» χαρακτηρίζονταν από την τελετουργία στην διεξαγωγή των πολέμων, αρκετά συχνά επεδείκνυαν αυτοσυγκράτηση και έθεταν περιορισμούς και χρησιμοποιούσαν, πολύ περισσότερο από ό,τι θεωρείται, την διπλωματία.

Πρέπει να ξεκαθαρίσουμε, ότι η σύγχρονη ολοκληρωτική μορφή του πολέμου δεν μπορεί να ειδωθεί παρά σε συνάρτηση με τα κυρίαρχα συμφέροντα και ιδεολογίες, αλλά και τον πολιτισμό, που διαμορφώνει τις συνθήκες διεξαγωγής του, αλλά και επανακαθορίζεται από την έκβασή του. Άλλο τόσο οφείλουμε να σημειώσουμε, ότι ο ολοκληρωτικός πόλεμος καθίσταται πλέον δυνατός μέσω του οπλοστασίου, που διαθέτουν τα κράτη ή οι συνασπισμοί κρατών και επομένως η τεχνολογική-βιομηχανική επανάσταση είναι εκείνη που ευθύνεται, εκτός των άλλων, και για την εκβιομηχάνιση του πολέμου.

Θα σημειώσουμε, ακόμη, ότι όσο και να προσπαθούν να πείσουν περιώνυμοι εξουσιαστές περί της ύπαρξης του δικαίου του πολέμου και την νομικής θωράκισης της λεγόμενης διεθνούς κοινότητας από τις θηριωδίες που χαρακτηρίζουν κάθε πόλεμο, δεν πρόκειται παρά για μια συζήτηση για την νομική ρύθμιση και κατοχύρωσή τους. Ο μόνος άγραφος νόμος που ισχύει διαχρονικά είναι το “vae victis” (Ουαί τοις ηττημένοις).

Όπως έθεσε το θέμα ήδη από 1880 ο νομικός του διεθνούς δικαίου Ουίλιαμ Χολ: «Το διεθνές δίκαιο δεν έχει εναλλακτική δυνατότητα παρά να δεχθεί τον πόλεμο ως σχέση των εμπλεκόμενων σ’ αυτόν, ανεξαρτήτως του ποιος έχει το δίκιο κατά την έναρξή του. Τη σχέση αυτή τα εμπλεκόμενα μέλη, εάν το επιλέξουν, είναι σε θέση να τη ρυθμίσουν και ο πόλεμος μπορεί να αυτοαναιρεθεί μόνο με την διευθέτηση των αποτελεσμάτων που επιφέρει η σχέση αυτή. Ως εκ τούτου και τα δυο μέρη, σε κάθε πόλεμο, θεωρείται ότι βρίσκονται σε ταυτόσημη νομική θέση και, συνεπώς έχουν ίσα δικαιώματα».

Οι θεωρητικές εξηγήσεις των εμπόλεμων συρράξεων μιλούν σε γενικές γραμμές για την ασυμμετρία ισχύος που οφείλει μια κρατική οντότητα ή οφείλουν να «διορθώσουν» τα ηγεμονικά κράτη σε μια διπολική παγκόσμια τάξη ή σ’ έναν πολυπολικό κόσμο. Αυτή ακριβώς η επαναδιαπραγμάτευση της ισχύος αφορά την πρόσβαση ή την απόκτηση μέσω της στρατιωτικής δύναμης σφαιρών επιρροής, αγορών, πρώτων υλών, ναυτικών οδών, αποικιών κοκ.

Η εμπειρία των δυο Μεγάλων Παγκόσμιων Ανθρωποσφαγών έχει αποδείξει με τον πλέον επώδυνο τρόπο για την ανθρωπότητα, ότι από την στιγμή που ξεσπά μια παγκόσμια σύρραξη αποκτά μια ανεξέλεγκτη και παρατεταμένη δυναμική και με συνέπειες που δύσκολα μπορεί κάποιος να διακρίνει, όπως άλλωστε και το μερίδιο ευθυνών για την κατάληξη.

Σύμφωνα με τον ιστορικό Robert Gerwarth, «Εντούτοις ακόμη και σε μέρη στα οποία η βία ήταν πολύ πιο ήπια, […] πολλοί άνθρωποι συμμερίζονταν την άποψη του Στρούβε ότι το τέλος του Μεγάλου Πολέμου δεν είχε επιφέρει σταθερότητα, αλλά αντιθέτως είχε δημιουργήσει μια πολύ ευμετάβολη Κατάσταση, στην οποία η ειρήνη ήταν στην καλύτερη περίπτωση επισφαλής, αν όχι εντελώς απατηλή. Στη μεταεπαναστατική Αυστρία –που δεν ήταν πια το κέντρο μιας από τις μεγαλύτερες χερσαίες αυτοκρατορίες στην Ευρώπη, αλλά μια μικρή και φτωχή Δημοκρατία των Άλπεων– μια συντηρητική εφημερίδα μεγάλης κυκλοφορίας εξέφραζε παρόμοια άποψη τον Μάιο του 1919 σε άρθρο της σύνταξης με τίτλο «Πόλεμος εντός της ειρήνης». Επισημαίνοντας τα μονίμως υψηλά επίπεδα βίας στα εδάφη των ηττημένων χερσαίων αυτοκρατοριών της Ευρώπης, η εφημερίδα παρατηρούσε ότι ένα μεγάλο τόξο Μεταπολεμικής βίας επεκτεινόταν από τη Φινλανδία και τις βαλτικές χώρες και έφθανε στα Βαλκάνια, την Ανατολία και τον Καύκασο περνώντας μέσα από τη Ρωσία και την Ουκρανία, την Πολωνία, την Αυστρία, την Ουγγαρία και τη Γερμανία.» (Οι Ηττημένοι, Γιατί δεν τελείωσε ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, 1917-1923).

Η φανερή και αθέατη έκβαση του λεγόμενου Μεγάλου Πολέμου έθεσε τέρμα στην ευρωπαϊκή κυριαρχία του κόσμου και ετοίμασε την ολοκλήρωση της καταστροφής που επήλθε με την δεύτερη Μεγάλη Ανθρωποσφαγή. Και γεγονός είναι, ότι όλοι συνέβαλαν στην καταστροφή αυτή, «νικητές» και «ηττημένοι».

Όπως παρατηρεί ο Γάλλος ιστορικός Φρανσουά Ντελπλά, «Για την έναρξη αυτής της σύρραξης στη διάρκεια της οποίας θα σκοτώνονταν πενήντα εκατομμύρια άνθρωποι, αλλά και για το αρχικό πλεονέκτημα που θα διέθετε η Γερμανία εν μέρει χάρη στο γερμανο-σοβιετικό σύμφωνο, η ευθύνη του Τσάμπερλεϊν είναι απόλυτη, όπως και εκείνη του Νταλαντιέ. Όμως, και εκείνη του Στάλιν είναι σημαντική […] Μετατρέποντας τη Ρωσία σε μια δύναμη που διαπραγματεύονταν με τις δυτικές καπιταλιστικές δυνάμεις, βάζοντας παντού τροχοπέδη στους αγώνες και κυρίως στο Λαϊκό Μέτωπο στη Γαλλία, ο Στάλιν εξασθένησε την επαναστατική ισχύ, η οποία ήταν η μόνη που θα μπορούσε να εξαναγκάσει σε οπισθοχώρηση το φασισμό» (Η Μαύρη βίβλος του Καπιταλισμού, ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος σελ. 209, Ποιος ευθύνεται για το γερμανο-σοβιετικό Σύμφωνο;)

«Όσοι θέλουν να ζήσουν ας πολεμήσουν, κι όσοι δεν θέλουν να πολεμήσουν σε αυτόν τον κόσμο του διαρκούς αγώνα δεν αξίζει να ζουν», έγραφε ο Αδόλφος Χίτλερ στο Mein Kampf, ενώ ο επιφανής ναζί Έρνστ Ρεμ συμπλήρωνε ότι «…εφόσον είμαι ένας ανώριμος και αχρείος άνθρωπος, προτιμώ τον πόλεμο και την αναταραχή από την ενάρετη αστική τάξη. Σέβομαι τη βαρβαρότητα, οι άνθρωποι χρειάζονται τον απόλυτο φόβο».

Και όμως, η μυθολογία του απόλυτου κακού που δήθεν προσπαθεί να εξηγήσει το ναζιστικό φαινόμενο είναι τουλάχιστον σαθρή.

Πολλοί και «σπουδαίοι» αντιφασίστες ξεχνούν ότι ο βομβαρδισμός της Γερμανίας διήρκεσε πέντε χρόνια και αποτελεί την μεγαλύτερη συμφορά ιστορικά για την χώρα μετά τον Τριακονταετή Πόλεμο. Περισσότερες από χίλιες πόλεις και χωριά βομβαρδίστηκαν, σχεδόν ένα εκατομμύριο τόνοι βόμβες έπεσαν πάνω σε τριάντα εκατομμύρια αμάχους, κυρίως γυναικόπαιδα και ηλικιωμένους, εκατοντάδες χιλιάδες ήταν οι νεκροί και ανυπολόγιστος ήταν ο αριθμός των τραυματιών.

Όπως περιγράφει ο γερμανός ιστορικός Φρίντριχ Γιεργκ (Η Γερμανία στις Φλόγες, ο Βομβαρδισμός της Γερμανίας 1940-45), ο πύρινος όλεθρος στο Αμβούργο και στη Δρέσδη την στιγμή που οι ναζί είχαν νικηθεί μπορεί να είναι ευρέως γνωστός ως ένα έγκλημα των συμμάχων κατά της ανθρωπότητας, αλλά στην συλλογική μνήμη έχουν σβηστεί όσα πραγματικά έγιναν στο Πφόρτσχαϊμ, το Ντόρτμουντ, το Ντάρμαστ, το Κρέφελντ και το Κάσελ, καθώς και σε πολλές άλλες πόλεις που έγιναν στάχτη.

Επίσης, οι «σπουδαίοι» αντιφασίστες καμώνονται ότι ξεχνούν τους χιλιάδες βιασμούς Γερμανίδων από τον Κόκκινο Στρατό, αλλά και από Αμερικανούς στρατιώτες στο Βερολίνο.

Οι υπηρέτες, βέβαια, κάθε ιδεολογίας έχουν επιλεκτικές ευαισθησίες και κοντή μνήμη ή μήπως όχι;

Συσπείρωση Αναρχικών




Πηγή: Anarchypress.wordpress.com