30 Ιανουαρίου, 2021
από Anarchy Press
279 προβολές


«Ύβριν χρη σβεννύναι μάλλον ή πυρκαϊήν» (Προτιμότερο να σβήνεις την υπεροψία παρά την πυρκαγιά, Ηράκλειτος)

Φοιτητική διαδήλωση ενάντια στο ν. 815 για την Παιδεία

Σε πρόσφατο άρθρο του με τον τίτλο Πέρα από τον Νόμο και την Τάξη (24/1/2021), ο διευθυντής της εφημερίδας το Βήμα της Κυριακής Αντώνης Καρακούσης μνημονεύει τον Αναστάσιο Μπάλκο(,) έναν στρατιωτικό καριέρας, επικεφαλής των υπηρεσιών κρατικής ασφάλειας στα προδικτατορικά χρόνια, γενικό γραμματέα του υπουργείου Δημόσιας Τάξης στα πρώτα χρόνια της Μεταπολίτευσης, μετέπειτα βουλευτή Πρεβέζης και ακολούθως υπουργό στο προαναφερθέν υπουργείο. Ο Μπάλκος, με αντιλήψεις χωροφυλακίστικες και εν πολλοίς κυπατζίδικες, όπως τις χαρακτηρίζει ο ίδιος ο Καρακούσης, ονειρευόταν να συγκροτήσει ένα σώμα πρακτόρων στα πρότυπα του κινηματογραφικού «Τζέημς Μποντ». Ταυτόχρονα προσπάθησε το 1978, και ενώ δυνάμωνε το εκλογικό ρεύμα του Πασοκ, που ανήλθε στην εξουσία το 1981, να ανακόψει το διογκούμενο κύμα διεκδικήσεων και αντικυβερνητικών διαδηλώσεων, εισάγοντας προς ψήφιση στο τότε κοινοβουλευτικό σώμα ένα νομοσχέδιο, που προέβλεπε περιορισμούς, απαγορεύσεις και ασφυκτικούς ελέγχους στις διαδηλώσεις, καλή ώρα όπως ο σερίφης Χρυσοχοΐδης. Ο αντιστράτηγος ε.α. Μπάλκος, μάλιστα, είχε και άλλες «χάρες» καθ’ ότι τύγχανε συγγραφέας μυθιστορήματος κατασκοπείας «Δίκτυα στην Τασκένδη».

Οι διαδηλώσεις, λοιπόν, τότε, όπως θυμίζει ο Καρακούσης, ήταν συχνότατες, ενώ η κυβέρνηση είχε να αντιμετωπίσει και την δράση των ένοπλων οργανώσεων, αλλά και τις έντονες φοιτητικές αντιδράσεις στο ν. 815 για την Παιδεία που εισάγαγε ο υπουργός Παιδείας Ιωάννης Βαρβιτσιώτης. Μέσα σ’ ένα τέτοιο εκρηκτικό περιβάλλον ο Μπάλκος απαιτούσε από τις συνδικαλιστικές ενώσεις, τους φοιτητικούς συλλόγους και τις όποιες ομάδες διαμαρτυρομένων να ενημερώνουν προηγουμένως τις αρχές για τους σκοπούς και τις διαδρομές των διαδηλώσεων, απαιτούσε να μην καταλαμβάνουν τους δρόμους, ώστε να μην «διαταράσσεται η κοινωνική οικονομική ζωή». Στόχος του Ν. 815, όπως και τώρα, ήταν πάνω απ’ όλα να «βάλει τάξη» στα ΑΕΙ, ένα νομοσχέδιο που κατατέθηκε από τον τότε υπουργό Παιδείας Ιωάννη Βαρβιτσιώτη στις 22 Αυγούστου 1978 και ψηφίστηκε (ως νόμος 815) μέσα στις επόμενες μέρες.

Μόνο που υπήρχαν ορισμένα «προβληματάκια».

«Δεν μπορώ», δήλωνε τότε χαρακτηριστικά ο (εκλιπών) καθηγητής Κώστας Μπέης, «να ξεχάσω τη λιτή όσο και απεγνωσμένη έκκληση που απηύθυνε, πριν από λίγες μέρες, ο εκπρόσωπος των φοιτητών στη Νομική Σχολή Αθηνών: «Βοηθήστε μας, γιατί έχουμε αρχίσει να μην μπορούμε να ελέγξουμε την κατάσταση […] Η κυβερνητική πολιτική στην παιδεία έχει τραυματίσει τόσο βαθιά τη φοιτητική ευαισθησία, ώστε ο φοιτητικός κόσμος, αργά αλλά σταθερά, αποκόπτεται όχι απλώς από το κυβερνητικό κόμμα, αλλά από όλες τις νομιμόφρονες πολιτικές παρατάξεις. Κάποτε έπρεπε να αντιληφθούν οι πολιτικοί υπεύθυνοι ότι, από ορισμένο σημείο και πέρα, οι πολιτικοί τους αντίπαλοι, όπως οι αριστεροί φοιτητικοί σύλλογοι, δεν είναι παρά ο κυματοθραύστης απέναντι σε δυνάμεις που απειλούν όλους από κοινού. Και είναι υπαρκτές αυτές οι απειλητικές δυνάμεις, που συνεχώς κατακτούν έδαφος, εξαιτίας των αδέξιων ή κοντόφθαλμων χειρισμών των υπευθύνων» («Εφημερίδα Πρωινή» 28/11/1979).

Χαρακτηριστική είναι και η προαναγγελία της καταστολής των καταλήψεων που αναγγέλλεται ανοιχτά από τον Ριζοσπάστη στις 8/12/1979, όπου δηλώνεται ότι: «Οι κομμουνιστές φοιτητές, μαζί με τη συντριπτική πλειοψηφία του δημοκρατικού κινήματος, είναι κατηγορηματικά αντίθετοι με τη χρησιμοποίηση, στις σημερινές συνθήκες, τέτοιων μορφών πάλης. Λένε, ΟΧΙ στις καταλήψεις, γιατί δεν βοηθούν σήμερα τους αγώνες ενάντια στον αντιδραστικό νόμο 815 και επιπλέον δημιουργούν πρόσθετα σοβαρά προβλήματα τόσο για το φοιτητικό κίνημα όσο και γενικότερα. Η χρησιμοποίηση τέτοιων μορφών πάλης αποπροσανατολίζει σ’ αυτή τη φάση τους φοιτητικούς αγώνες…»

Έτσι, η «Πέμπτη φάλαγγα» πιάνει εσπευσμένα «δουλειά». Οργανωμένες ομάδες της ΚΝΕ (τα διάσημα τότε ΚΝΑΤ ή αλλοιώς οι ταξιαρχίες Μαλάμη) βράδυ της Τρίτης 16 Δεκεμβρίου 1979 εισβάλλουν στο Χημείο οπλισμένες με κράνη και λοστάρια, επιχειρούν και κατορθώνουν να σπάσουν τις καταλήψεις των Χημικών-Φυσικών και μετά από κυριολεκτικά δολοφονικές επιθέσεις στους αντιφρονούντες φοιτητές να ελέγξουν πρόσκαιρα το κτίριο. Την επομένη ημέρα αναγκάζονται να το εγκαταλείψουν άρον άρον.

Με τον καιρό, ο Μπάλκος, όπως γράφει ο Καρακούσης, «λοιδορήθηκε για τα καμώματά του, ακυρώθηκε πολιτικά και τον Μάιο του 1980 αποχώρησε, καθώς ο, διαδεχθείς τον Κωνσταντίνο Καραμανλή, Γεώργιος Ράλλης δεν τον συμπεριέλαβε στην κυβέρνησή του». Και οι ομοιότητες ή οι διαφορές με τις σημερινές συνθήκες; «Δεν υπάρχουν προφανώς αναλογίες με τις σημερινές συνθήκες και τις τρέχουσες επιδιώξεις του υπουργού Προστασίας του Πολίτη κ. Μιχάλη Χρυσοχοΐδη», ισχυρίζεται ο διευθυντής του Βήματος παρ’ ότι όσα περιγράφει συνηγορούν στο αντίθετο συμπέρασμα. Παρ’ όλα αυτά, δεν διστάζει να ομολογήσει ότι η συνθήκη του σήμερα καθρεπτίζεται εν πολλοίς σε εκείνη του παρελθόντος την οποία και μνημονεύει προφανώς με διδακτικούς σκοπούς.

«Ωστόσο, δεν μπορεί να παραβλέψει κανείς ότι επιχειρούνται κατ’ αντιστοιχία περίπου τα ίδια. Ο έλεγχος των περίπου 1.500, κατ’ έτος, διαδηλώσεων στην πρωτεύουσα επιδιώκεται και τώρα, η εύρυθμη λειτουργία της πόλης και η ελευθέρωση της οικονομικής ζωής της προβάλλονται ως επιχειρήματα. Επίσης, ζητείται έγκαιρη καταγραφή και εκτίμηση του αριθμού των διαδηλωτών από τους διοργανωτές των διαμαρτυριών, με τη διαφορά, επί πλέον, ότι τώρα υπάρχουν κάμερες και προσφέρεται δυνατότητα κινηματογράφησης των όποιων γεγονότων και αποκάλυψης των προσώπων όσων διαμαρτύρονται. Ακόμη, δεν μπορεί να περάσει απαρατήρητο το γεγονός ότι η επιχείρηση ελέγχου των διαδηλώσεων συνοδεύεται από τα μέτρα αστυνόμευσης των πανεπιστημίων και γενικώς από μια διεθνώς αναπτυσσόμενη τάση ελέγχου των πάντων, η οποία ευνοείται από τις δυνατότητες ηλεκτρονικής καταγραφής και τις καταχρηστικές πρακτικές, που εφαρμόζουν όλες οι πολυεθνικές αλυσίδες, αλλά και τεχνολογικοί κολοσσοί των social media. Με άλλα λόγια, ανακύπτουν εκ των πραγμάτων θέματα δημοκρατίας και μαζί ο ανεξάρτητος παρατηρητής επιβάλλεται να αξιολογήσει τα όσα περιοριστικά μεταφέρει η τρέχουσα υγειονομική κρίση, όπως και όσα θα αναδείξει η μετά την πανδημία περίοδος. Τίποτε δεν βεβαιώνει ότι η επόμενη φάση θα είναι ειρηνική. Αντιθέτως, οι διευρυνόμενες ανισότητες θα συσσωρεύσουν καύσιμη ύλη στις κοινωνίες και κατά πάσα βεβαιότητα ένας νέος κύκλος διεκδικήσεων και κοινωνικών εντάσεων θα ανοίξει μετά το πέρας της πανδημίας».

Δεν είναι δύσκολο να καταλάβει κάποιος τους λόγους για τους οποίους ο διευθυντής του Βήματος ανησυχεί και κρούει το κώδωνα του κινδύνου. Γνωρίζει πολύ καλά ότι ένα απλό «φύσημα» μπορεί να γκρεμίσει σαν χάρτινους πύργους και τα πλέον μεγαλεπήβολα εξουσιαστικά σχέδια. Η σημερινή διαχείριση, βέβαια, δεν αγνοεί τα «προβλήματα». Γι’ αυτό σπεύδει, σαν τον διαρρήκτη που εισβάλλει σε ένα σπίτι εκμεταλλευόμενος την απουσία των κατοίκων του, να «πατήσει» στον γενικότερο εγκλεισμό, που έχει επιβάλλει με πρόσχημα την αντιμετώπιση της «πανδημίας» και να περάσει ένα νομοσχέδιο, το οποίο αμφισβητεί σε μεγάλο βαθμό ακόμη και σημαντικότατη μερίδα πανεπιστημιακών, η οποία ιστορικά διάκειται πλήρως αρνητικά στην παραχώρηση εξουσιών, που της διασφαλίζει το λεγόμενο αυτοδιοίκητο των πανεπιστημίων.

Μικρή σημασία, όμως, έχει η ψήφισή του. Όλα θα κριθούν στην εφαρμογή του. Και για να μην ξεχνιόμαστε. Η αλαζονεία της τωρινής εξουσίας είναι τόσο μεγάλη, που μπορεί να ενεργοποιήσει ακόμα και το «πεθαμένο» αγωνιστικά φοιτητικό κίνημα. Ακόμα, όμως, μεγαλύτερο ενδιαφέρον θα έχει η οριστική του κήδευση, η οποία θα επέλθει εφ’ όσον δεν μπορέσει να αντιταχθεί στην εφαρμογή του νέου νόμου, που ενδέχεται να επιβάλλει ακόμη και την συγκρότηση αστυνομικών τμημάτων μέσα στα πανεπιστήμια. Αυτό ούτε ο Μπάλκος το είχε διανοηθεί. Οι προοπτικές, λοιπόν, που διαφαίνονται γι’ αυτούς και για ορισμένους σημαντικότατους, επίσης, λόγους που δεν προλαβαίνουμε να αναπτύξουμε επί του παρόντος είναι δεδομένες. Φθάνει όσοι αγωνίζονται να εμπνέονται από τις φωτεινότερες «στιγμές» του παρελθόντος και να μην προσπερνούν στ’ όνομα της πολιτικής τις «σκοτεινότερες». Οι αναρχικές ιδέες και πρακτικές έχουν πλέον μια μεγάλη παράδοση στον μεταπολιτευτικό ελλαδικό χώρο. Τίποτα δεν ξεκινάει από την αρχή. Και κάτι ακόμη. Αθλιότητες, όπως αυτή της διαπόμπευσης του πρύτανη της ΑΣΟΕΕ, μάς είναι ξεκάθαρα αποκρουστικές και ξένες, γιατί απλά τις θεωρούμε βαθιά εξουσιαστικές.

Για την ιστορία να αναφέρουμε, κλείνοντας, ότι στις 3 Γενάρη του 1980 η κυβέρνηση της ΝΔ οπισθοχωρεί ατάκτως και αναστέλλει την εφαρμογή του ν. 815, ενώ χιλιάδες διαγραφές αναγκάζονται να πραγματοποιήσουν τόσο η ΚΝΕ όσο και η ΠΑΣΠ εξ αιτίας των διαφωνιών των μελών τους με τους «χειρισμούς» καταστολής του φοιτητικού ξεσηκωμού…

Λ.




Πηγή: Anarchypress.wordpress.com