27 Οκτωβρίου, 2022
από Anarchy Press
8 προβολές

Καθώς βρεθείς κοντά στο απόμερο, ξεχασμένο και  μικρό λιμανάκι στάσου, για ένα ψήγμα δευτερολέπτου, μπροστά σε ένα ξέμπαρκο μοναχικό κλαδί…

Ήταν πριν καιρό θυμάμαι μια φθινοπωρινή νύχτα, που κυνηγημένος από της κοινωνίας την αντάρα, βρήκα και φώλιασα εκεί…

Κρυμμένος από τις ασπίδες και τα επικριτικά μαχαίρια κάθισα να ξαποστάσω.

Με τον ιδρώτα στην παλάμη, η χούφτα άνοιξε και έφυγαν λιγοστοί σπόροι.

Άλλοι ρίχτηκαν στη θάλασσα και άλλους τους πείρε ο αέρας…

Ένας τόσος δα μικρός σπόρος βρήκε μια οπή ραγισμένου τσιμέντου και τρύπωσε εκεί μέσα…

Μετά από καιρό πέταξε τον πρώτο του ανθό, το πρώτο κλωνάρι, που θύμιζε ένα παλιό  βιβλίο που δανείστηκα από ένα παλιό λημέρι…

Και όμως είτε με αλμύρα, είτε με παγωνιά, ο καρπός μετουσιώθηκε, μπόρεσε να μεγαλώσει…

Βρέθηκαν οι λέξεις να ακουμπήσουν στο καθάριο της ματιάς…

Σαν βρει να φωλιάσει, λένε, ο σπόρος, δεν φεύγει…

Μένει, αναδίδεται και καρτερά παρά του κόσμου τις κακουχίες…

Μ.




Πηγή: Anarchypress.wordpress.com