6 Αυγούστου, 2022
από Anarchy Press
249 προβολές

Ένα από τα συνηθέστερα προβλήματα που συναντώνται σήμερα στα παιδιά σχολικής και εφηβικής ηλικίας είναι ο εθισμός στα ηλεκτρονικά παιχνίδια και γενικά στην υπερβολική χρήση οθονών. Είναι ένας τρόπος ενασχόλησης ή απασχόλησης του παιδιού που προστίθεται στην συχνά έντονη δραστηριοποίησή του σε πολλά αθλήματα, μαθήματα και λοιπές δραστηριότητες. Στις περιπτώσεις που τα παιδιά εντάσσονται σε ομάδες ή τμήματα διαφόρων δραστηριοτήτων βρίσκονται υπό συνεχή έλεγχο, επιτήρηση και καθοδήγηση ενός προπονητή/εκπαιδευτή. Με την πάροδο των χρόνων μπορεί κάποιος γονιός να διαπιστώσει ότι το παιδί του έχει παίξει ελάχιστα αυτόβουλα και χωρίς την παρουσία ενηλίκων, για τις περιπτώσεις φυσικά που δεν έχει γίνει χρήση οθονών.

Διαπιστώνει, λοιπόν, ότι για τα παιδιά στους «κλειστούς» παιδότοπους υπάρχουν επιτηρητές, στα αθλήματα υπάρχουν προπονητές- καθοδηγητές, στις λοιπές δραστηριότητες εκπαιδευτές. Δεν είναι κατ΄ ανάγκη κακή η παρουσία δασκάλων και προπονητών, αλλά αρνητική είναι η μονομερής και απόλυτη παρουσία ενηλίκων, σε οτιδήποτε κάνει το παιδί. Δηλαδή τα παιδιά αυτά έχουν ελάχιστο ή μηδενικό χρόνο για να βρεθούν μόνα τους με τους φίλους τους και να παίξουν ό,τι θέλουν και όπως θέλουν, ώστε θα διαχειριστούνμόνα τους τις καταστάσεις που θα τους εμφανίζονται χωρίς τη «βοήθεια» ενήλικα διαιτητή· ώστε θα μαλώσουν και θα τσακωθούν αλλά θα τα «ξαναβρούν» γιατί θέλουν να παίξουν. Όσοι μελετούν τις συμπεριφορές των παιδιών προσχολικής-σχολικής ηλικίας διαπιστώνουν ότι η επίδραση τόσο των ηλεκτρονικών παιχνιδιών όσο και οι «καθοδηγητικές» δραστηριότητες των παιδιών επηρεάζουν αρνητικά ή ανασταλτικά την «κοινωνικοποίησή» τους. Με λίγα λόγια, όσο λιγότερο παίζουν με τους φίλους τους σε αυλές, πλατείες και αλλού και όσο περισσότερο απασχολούνται με οθόνες και εξωσχολικές «εμπορευματικές» δραστηριότητες, τόσο περισσότερο έχουν προβλήματα ομαδικής και συλλογικής συνύπαρξης. Εδώ έχουμε ακόμη μια παράμετρο που είναι η «εμπορευματοποίηση» του παιχνιδιού και των δραστηριοτήτων των παιδιών. Ένα σημαντικό κόστος έχει προστεθεί στους γονεϊκούς προϋπολογισμούς και αφορά αυτή την επιλογή, αφού παιδιά 4-5 ετών πηγαίνουν στις ακαδημίες, για παράδειγμα, για να παίξουν ποδόσφαιρο υπό την επιτήρηση του προπονητή και συχνά-πυκνά και του γονέα. Η συγκεκριμένη επιλογή δεν προσφέρει τίποτα στο παιδί στις μικρές ηλικίες, αλλά γίνεται επειδή ο γονέας θεωρεί ότι το παιδί το «ασφαλίζει» και βρίσκεται στις τύχες του «ειδικού», ενώ οι ακαδημίες αναπτύσσουν μια νέα επιχειρηματική σχέση όπου οι γονείς τη χρηματοδοτούν. Στην εύλογη απορία κάποιου «μα πού θα παίξουν τα παιδιά; Δεν υπάρχουν χώροι», θα πούμε αυτό που βλέπουμε να γίνεται στις περισσότερες πόλεις. Δεν δημιουργούνται κατάλληλοι δημόσιοι χώροι, προς παιδικές αθλητικές δραστηριότητες, επειδή πρέπει να πριμοδοτηθούν οι «ιδιωτικές» ακαδημίες και επιπλέον όταν αυτοί οι συγκεκριμένοι χώροι δημιουργούνται αφήνονται εσκεμμένα στην εγκατάλειψη. Οπότε ένα «έξυπνο» μοντέλο και για το σύστημα και για τους προπονητές-επιχειρηματίες είναι: φτιάχνει το Δημόσιο τους χώρους και μετά οι ιδιωτικές-ακαδημίες κάνουν χρήση αυτών των χώρων με μηδενική ή σχεδόν μηδενική παροχή ενοικίου. Αλλά όπως είπαμε και προηγούμενα, το χειρότερο είναι η από πολύ μικρή ηλικία ανάπτυξη σχέσεων επιτήρησης και καθοδήγησης που επιβάλλεται στα παιδιά επειδή έτσι «βολεύει» ο σύγχρονος
και πιεστικός τρόπος «ζωής».

«Το παιχνίδι και ο πολιτισμός συνδέουν το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον. Η πολιτιστική εμπειρία αρχίζει με την δημιουργική ζωή πoυ πρωτοεκδηλώνεται στο παιχνίδι. Για να υπάρξει όμως το παιχνίδι πρέπει να υπάρξει ο ενδιάμεσος χώρος» για τον οποίο έχει μιλήσει ο Donald Winnicott. «Όταν το παιδί παίζει βρίσκεται στον ενδιάμεσο χώρο και έτσι χάνεται μεταξύ φαντασίας και πραγματικότητας με σκοπό να ανακουφιστεί από την πίεση που δημιουργεί η αποδοχή της πραγματικότητας. Μέσα από το παιχνίδι δημιουργεί ένα φανταστικό κόσμο σε μία προσπάθεια να κατανοήσει τον πραγματικό του κόσμo». Για τον Βίνικοτ και ο ενήλικας «παίζει» σε αυτή την ενδιάμεση περιοχή με τις τέχνες, τη θρησκεία, το δημιουργικό επιστημονικό έργο. «Το ιδιαίτερο στοιχείο του παιχνιδιού είναι πάντοτε η αβεβαιότητα, που έχει να κάνει με την αλληλενέργεια της ατομικής-υποκειμενικής ψυχικής πραγματικότητας και της εμπειρίας της αντίληψης και του ελέγχου πραγματικών αντικειμένων. Αυτή είναι η αβεβαιότητα της ίδιας της μαγείας, της μαγείας που εμφανίζεται στην οικειότητα μιας σχέσης η οποία διαπιστώνεται ότι είναι αξιόπιστη. Για να συλλάβουμε την ιδέα του παίζειν, είναι χρήσιμο να σκεφτούμε την απασχόληση που χαρακτηρίζει το παίξιμο ενός μικρού παιδιού. Το περιεχόμενο δεν ενδιαφέρει. Αυτό που ενδιαφέρει, είναι η κατάσταση της σχεδόν απόσυρσης, που συγγενεύει με τη συγκέντρωση των μεγαλύτερων παιδιών και των ενηλίκων. Το παιδί που παίζει κατέχει ένα χώρο, τον οποίο δεν μπορεί εύκολα να εγκαταλείψει, ούτε και μπορεί εύκολα να δεχτεί εισβολές σε αυτόν. Αυτή η περιοχή του παιχνιδιού δεν είναι εσωτερική ψυχική πραγματικότητα, αλλά ούτε και εξωτερικός κόσμος.

Το σπουδαίο στοιχείο του παιχνιδιού είναι ότι στο παίξιμο, και ίσως μόνο σε αυτό, το παιδί ή ο ενήλικας είναι ελεύθερος να είναι δημιουργικός και να χρησιμοποιεί όλη του την προσωπικότητα∙ και το άτομο ανακαλύπτει τον εαυτό του, μόνον όταν είναι δημιουργικό. Άμεσα συνδεδεμένο με αυτό, είναι και το γεγονός ότι μόνο στο παίξιμο είναι δυνατή η επικοινωνία». Donald Winnicott, Το παιδί, το παιχνίδι και η πραγματικότητα (εκδ. Καστανιώτης, 1979).

Λίγες δεκαετίες από τότε που ο Βίνικοτ ανέλυε τη καθοριστική σημασία του παιχνιδιού και της επικοινωνίας στην ανάπτυξη του ανθρώπου παρακολουθούμε την αυξητική τάση της χρήσης ηλεκτρονικών παιχνιδιών από ανήλικους αλλά και ενήλικες. Έτσι, η επικοινωνία χάνεται κάπου στη μοναχικότητα του χρήστη του παιχνιδιού ή σε μια εικονική ηλεκτρονική επικοινωνία μέσω chats. Αρκετοί αναλυτές έχουν επιστήσει τη προσοχή σε διάφορα βίαια παιχνίδια που καταφέρνουν να γίνονται δημοφιλή και ταυτόχρονα να μεταφέρουν την ένταση του παιχνιδιού σε πραγματικές καταστάσεις. Πρέπει, όμως, να αναγνωρίσουμε ότι το βίαιο παιχνίδι πάντα υπήρχε με τα στρατιωτάκια, τα όπλα και τα σπαθιά και ταυτόχρονα τα βίαια παιχνίδια μπορούν να αποτελέσουν μια θαυμάσια διέξοδο για έκφραση του θυμού και της επιθετικότητας. Αυτό που κάνει τη διαφορά είναι το περιεχόμενο της βίας. Διαφορετική είναι η βίαιη σύγκρουση δύο –επί ίσοις όροις αντιμαχόμενων στρατών από έναν «ήρωα» που χρησιμοποιεί αδικαιολόγητη ποσότητα βίας και ο παίκτης έχει τη δυνατότητα να βασανίζει ή να σκοτώνει χωρίς κανένα ουσιαστικό λόγο και ταυτόχρονα να επιβραβεύεται μέσω bonus γι’ αυτό. Επιστημονικές μελέτες επιβεβαιώνουν ότι σε παιδιά και εφήβους που παίζουν πολλές ώρες βίαια παιχνίδια έχει παρατηρηθεί μείωση των περιοχών
του εγκεφάλου που ευθύνονται για την αυτορρύθμιση της συμπεριφοράς και τη συγκέντρωση προσοχής.

Σε ένα πείραμα που έγινε πριν από χρόνια στο Πανεπιστήμιο της Ιντιανάπολης, επιστήμονες χώρισαν σε δύο ομάδες 44 εφήβους και τους έβαλαν να παίζουν ηλεκτρονικά παιχνίδια. Στη μία ομάδα έδωσαν παιχνίδια με βίαιο περιεχόμενο και στην άλλη μη βίαιο περιεχόμενο. Τα παιδιά έπρεπε να παίξουν για μισή ώρα και οι ειδικοί, με τη χρήση τη μαγνητικής τομογραφίας μελετούσαν-κατέγραφαν τη λειτουργικότητα του εγκεφάλου τους. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι οι έφηβοι που έπαιξαν με τα ηλεκτρονικά παιχνίδια με βίαιο περιεχόμενο είχαν σημαντική μείωση της ενεργοποίησης των περιοχών του εγκεφάλου τους που είναι υπεύθυνες για τον αυτοέλεγχο, τη συγκέντρωση, τη συναισθηματική διέγερση και τις αναστολές. Αντίθετα, στους εφήβους χωρίς βίαιο περιεχόμενο παιχνιδιών, οι επιστήμονες παρατήρησαν ότι δεν υπήρχαν αλλαγές στις δομές του εγκεφάλου τους που ελέγχουν τον αυτοέλεγχο, τις αναστολές, τη συναισθηματική διέγερση και τη συγκέντρωση.

Σύμφωνα με τους επιστήμονες, ενδεχομένως αυτές οι επιδράσεις στον εγκέφαλο μπορεί να προκαλούν μόνιμες αλλαγές στο χαρακτήρα των παιδιών. Σύμφωνα με δηλώσεις του ψυχιάτρου Κ. Σιώμου (CNN Greece Απρίλιος 2019): «Ολοένα και περισσότερα μικρά παιδιά και έφηβοι επιλέγουν σήμερα να μένουν στο σπίτι προκειμένου να παίξουν αυτά τα παιχνίδια στο Διαδίκτυο, τα οποία παρέχονται δωρεάν. Και μπορεί να ονομάζονται παιχνίδια, δεν είναι, όμως, καθόλου αθώα, αφού σε πολλές περιπτώσεις προκαλούν εξάρτηση, εγείροντας ανησυχία σε γονείς, εκπαιδευτικούς, αλλά και τους ειδικούς ψυχικής υγείας. Μάλιστα, ενώ οι γονείς βάζουν όρια, ο εθισμός αυξάνεται, ενώ το φαινόμενο δεν έχει ακόμα κορυφωθεί».

Τον Ιούνιο του 2018, ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (ΠΟΥ), αναγνώρισε τον εθισμό στα video games ως ψυχική διαταραχή, συμπεριλαμβάνοντάς τον στον επίσημο κατάλογο όλων των ασθενειών με την ονομασία «διαταραχή λόγω ηλεκτρονικού παιχνιδιού» (Gaming Disorder). Πολλά παιδιά εγκαταλείπουν το σχολείο λόγω του εθισμού, ενώ χαρακτηριστικό είναι ότι και μετέπειτα ένας
στους δέκα φοιτητές δεν προχωρούν τις σπουδές τους λόγω των video games.

Σύμφωνα με έρευνα της Ελληνικής Εταιρείας Μελέτης της Διαταραχής Εθισμού στο Διαδίκτυο, στην Ελλάδα η εμμονή με τα ηλεκτρονικά παιχνίδια και ειδικά με το Fortnite ευθύνεται σε ποσοστό 72,1% για την πτώση της σχολικής επίδοσης μεταξύ των εφήβων. Γιατί, όμως, τα παιδιά έλκονται τόσο πολύ από τα videogames; «Πρόκειται για ένα βιο-ψυχο-κοινωνικό πρόβλημα», επισημαίνει ο κ. Σιώμος και σημειώνει: «η αλληλεπίδραση είναι πολύ ισχυρή, ανεβαίνει η ντοπαμίνη που απελευθερώνεται στον εγκέφαλο και μπορεί να διαρκέσει μέχρι και 15 λεπτά, αφότου κλείσεις το λάπτοπ και σταματήσεις την δραστηριότητα».

Ντόπα, λοιπόν, και στα παιδιά, όπως και στους «μεγάλους» που χορηγείται με επιτυχία μέσω του τζόγου και άλλων εξαρτήσεων, ώστε το κυρίαρχο σύστημα να μακροημερεύει με τις λιγότερες δυνατές απώλειες, όταν αποχαυνωμένοι ψηφιακοί χρήστες βιώνουν την εικονική πραγματικότητά τους. Παραείναι εφιαλτικό για να είναι αληθινό, πιστεύουμε. Ας φροντίσουμε να μην παίξουμε το παιχνίδι τους και μάλιστα… στη δική τους πίστα. Ας χαρίσουμε όλοι/ες την πραγματική ελευθερία και δημιουργία του παιχνιδιού που αξίζει στους εαυτούς μας και στα παιδιά, χωρίς περιστροφές και αναστολές.

Αναρχικός Πυρήνας Χαλκίδας

Δημοσιεύθηκε στην ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φ.193, Μάιος 2019




Πηγή: Anarchypress.wordpress.com