22 Ιανουαρίου, 2021
από Anarchy Press
228 προβολές


του Jens Peter Jacobsen

Μτφ.-Σχόλια: Ήρκος Ρ. Αποστολίδης

Α´ έκδοση Νοέμβριος 2019 / σελ. 111

Εκδόσεις ΡΟΕΣ

«Ως προς την ουσία, η εικονοκλαστική, αντιθρησκευτική – ανθρωποκεντρική θεώρηση της πράξης του Χριστού απέναντι στον κόσμο στην Πανούκλα στο Μπέργκαμο –ξεκάθαρη άρνηση της κοινωνίας απ’ την πλευρά του Σωτήρα- η πρωτοτυπία της έμπνευσης και το βαθύ νόημα –πέραν της Στυλιστικής και των καθαυτό «κινηματογραφικών» σκηνών, με τις φωτοσκιάσεις ή το παραλήρημα των προσώπων- το κατατάσσουν, με τα πιο απαιτητικά κριτήρια ανάμεσα στ’ αριστουργήματα του είδους, ως αξονικό της σύνολης ευρωπαϊκής διηγηματογραφίας. Ασχέτως όμως του εντυπωσιακού «μέταλλου» του γραψίματος και της γενναίας σύλληψης, το διήγημα αφήνει έμμεσα περιθώριο εικασιών για την προσωπικότητα ή τις ιδέες του ποιητή-δημιουργού. Αν και κριτικός, αμφισβητίας –και υποδορικός σαρκαστής ενίοτε- της κατεστημένης οπτικής και ερμηνείας του κόσμου. Ο Γιάκομπσεν δε μοιάζει να θέλη ν’ αντιταχτή, στην κοινωνία με το απόλυτο νιτσεϊκό ή ιψενικό Εγώ (του Μπραντ ή του Εχθρού του Λαού)… Ο Δανός νατουραλιστής παρατηρεί και θέλει να πείσει ότι επέχει. Παίρνει θέση, μα με τον παράδοξο, προσωπικό του τρόπο… Ταράσσει συθέμελα, δίχως κραυγές ή μηδενιστικού τύπου διακηρύξεις, την καθεστηκυία θρησκευτική τάξη, προβάλλοντας δικές του αντιδογματικές παραλλαγές απέναντι στον επίσημα παραδιδόμενο Μύθο της Σταύρωσης […] Η σπουδαιότητα του διηγήματος έγκειται όχι μόνο στην εικονική δύναμη, την ανατομία της πίστης και των πιστών, την κοινωνική διάσταση που αναδεικνύεται και τη θεματική πρωτοτυπία ή την ισχυρή Εκφραστική, μα, κυριώτατα στη ρηξικέλευθη «λύση», την καθαυτό επαναστατική πρόταση, υπό τον μανδύα ενός τάχα πιστού. Το κομμάτι, μες στην συντομία του, έχει ρωμαλέες ιδεολογικές διαστάσεις, μπήγει βαθιά πιρούνια στην κρατούσα ηθική, που κανονικά θα χρειάζονταν μυθιστόρημα ολάκερο για να δοθούν επαρκώς και να αναπτυχθούν…». (Από την Εισαγωγή της έκδοσης)

Ο Δανός Jens Peter Jacobsen (1847-1885) ήδη πολύ νέος επαμφοτερίζει ανάμεσα στην ποίηση και την βοτανολογία όντας θερμός υποστηρικτής του Δαρβίνου. Εγγράφεται στο Τμήμα Βοτανικής του Πανεπιστημίου της Κοπεγχάγης, γράφει άρθρα για τον Δαρβίνο, μεταφράζει την Εξέλιξη των Ειδών, ενώ ταυτόχρονα μπαίνει σε φιλολογικούς κύκλους και μυείται στις ιδέες των Γάλλων ρεαλιστών. Το 1872 δημοσιεύεται το πρώτο το διήγημα το οποίο και εισάγει τον νατουραλισμό στην Δανία, την επόμενη χρονιά βραβεύεται για την διατριβή του πάνω στα φύκια, αλλά και προσβάλλεται από φυματίωση κατά την διάρκεια ερευνών και παρατηρήσεων για την βλάστηση των βαλτότοπων. Ταξιδεύει στην Γερμανία, στην Τσεχοσλοβακία, την Αυστρία και στην Ιταλία, αλλά και συνεχίζει την συγγραφή μυθιστορημάτων και διηγημάτων, ενώ το 1875 μεταφράζει την Καταγωγή του Ανθρώπου του Κάρολου Δαρβίνου. Το συγγραφικό του έργο δεν σταματά παρά ο θάνατός του. Η παρούσα έκδοση εκτός της Πανούκλας στο Μπέργκαμο περιλαμβάνει και το διήγημα Εδώ θα πρέπει να ’ταν Ρόδα.

Πέτερ Μπρέγκελ, Ο θρίαμβος του θανάτου. «Ταγμένα τα ριζιμιά λιθάρια του αρχαίου Μπέργκαμο να κάτσουν στον τόπο τους. Αλλά μέρα τη μέρα η ζέστη γίνονταν πιο αφόρητη, και, σαν να μην έφτανε, το φρικαλέο μίασμα ολοένα θέριευε. Ωσότου ο τρόμος ζύγωσε την τρέλλα… Λες και βάλθηκε η γης να καταπιή κάθε τάξη και Νόμο, ξεσκεπάζοντας τα κατώτερα ένστικτα της ανθρώπινης φύσης..».

Το «Κακό» (η Πανούκλα) εμφανίζεται κάτω στο νέο Μπέργκαμο ξαφνικά, δίχως κάποια προειδοποίηση και απλώνεται ασυνήθιστα γοργά στο παλαιό υψωμένο κατάκορφα σ’ ένα μικρό βουνό Μπέργκαμο. Οι άνθρωποι αρχίζουν να πεθαίνουν, άλλοι εγκαταλείπουν την πόλη και σκορπίζονται στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα σαν κυνηγημένα αγρίμια. Οι της πάνω πόλης κάθε ξένο που γυροφέρνει τα κτήματά τους τον καταδιώκουν δίχως έλεος, τον πετροβολούν δίχως οίκτο, τον τσακίζουν σαν σκυλί λυσσασμένο. Στην αρχή οι κάτοικοι προσπάθησαν να μείνουν ενωμένοι, φρόντιζαν να θάβωνται με τάξη και με τιμή τα πτώματα, άναβαν πελώριες φωτιές για να απλώνεται παντού ο θεράπιος καπνός, αιθέρια έλαια και ξύδι μοιράζονταν στους φτωχούς, ενώ περισσότερο απ’ όλα έτρεχαν στις εκκλησίες, έκαναν λιτανείες, νηστείες, τάματα, εκθέταν λείψανα για εξιλέωση.

Μάταια όμως όλα αυτά. Και τότε «η αμαρτία, από βουβή, ύπουλη αρρώστια, έμοιαζε να τo ’χε γυρίσει σε κακιά, μανιασμένη πανούκλα, που, χέρι-χέρι με το ξεκλήρισμα πάσκιζε και τις ψυχές τους να σκοτώση –όπως τσάκισε τα κορμιά». Η αρρώστια πλέον θεριεύει και μαζί της κάθε «αφανέρωτη» ως τώρα «αμαρτία». Αχαλίνωτοι οι άνθρωποι με τις βλαστήμιες τους να διασχίζουν τον αγέρα, ρίχνονται στο ποτό και στο φαγητό, τύφλα στο μεθύσι βογκούν αποκτηνωμένοι. Η συμπόνια απουσιάζει, η αλληλεγγύη είναι άγνωστη λέξη. Καθένας το τομάρι του: «κι αν τύχαινε κάνας φουκαράς να σωριαστή καταμεσής στη στράτα, αποκαμωμένος απ’ το πρώτο πυρετικό παραλήρημα της πανούκλας, οι ξώθυρες μέναν θεόκλειστες… μόν’ τον ανάγκαζαν κιόλα, με κοντάρια και πέτρες, να κάνη πέρα από το διάβα των γερών – τρομάρα τους

Καραβάτζιο: «Οι Επτά Πράξεις του Ελέους» (1606-1607).
Ένα από τα πιο τρομερά αποτελέσματα της πρώτης πανδημίας στην Ευρώπη ήταν το ότι οι νεκροί δεν θάβονταν με αξιοπρέπεια. Αυτή ήταν μια βασική «πράξη ελέους» μιας χριστιανικής κοινότητας, όπως δείχνει ο Καραβάτζιο σ’ αυτό το σκοτεινό όραμα ανθρώπων που κάνουν καλές πράξεις στα κακόφημα στενά της Νάπολης. Στο αριστουργηματικό έργο του, που κοσμεί την αγία τράπεζα της εκκλησίας Pio Monte della Misericordia στην καρδιά της Νάπολης,
ένας ιερέας κρατάει έναν πυρσό καθώς ένας άνδρας
μεταφέρεται για να ταφεί μέσα στη νύχτα,
και μόνο τα πόδια του φαίνονται έξω από το σάβανό του.

Και ενώ η πανούκλα θερίζει, ο ήλιος πυρώνει τη χώρα ολάκερη, στάλα βροχής δεν πέφτει, ούτε ένα μικρό αεράκι δεν φυσά ν’ απαλύνει την αφόρητη μπόχα από τα πτώματα και ο πνιγηρός αγέρας μαζεύει σμήνη από κάθε λογής όρνεα, που καραδοκούν λαίμαργα την στιγμή που η δύσμοιρη πόλη θα δώσει τελικά την θέση της σ’ έναν απέραντο λάκκο με ψοφίμια.

Και τότε η μονοτονία έξαφνα θρυμματίζεται.

«Έντεκα βδομάδες είχαν περάσει ακριβώς αφότου πλάκωσε το θανατικό, και μια μέρα οι βαρδιάτορες των πύργων, μα κι όσοι ’ταν απάνω στους προμαχώνες, ξεδιάκριναν μιαν απόκοσμη πομπή, που τράβαε απ’ την πεδιάδα μες στα στενορύμια της νέας πόλης, περπατώντας κατά μήκος των σκότεινων απ’ την κάπνα πέτρινων τειχών, πάνω σε σωρούς στάχτες».

Οι νεοφερμένοι με τις καφετιές, γκρίζες ή μαύρες φορεσιές τους φέρουν τον κόκκινο σταυρό στο στήθος, κουβαλούν κόκκινα λάβαρα και μαύρους σταυρούς, έχουν μαστίγια στα χέρια, ασκητικές μορφές, πεινασμένοι, με βαθουλωμένα τα μάγουλα, πρόσωπα κοκκαλιάρικα, με χείλη άναιμα, με μελανιές κάτω από τις κόγχες των ματιών.

Ανάμεσα τους ο φοβερός καλόγερος με τα λόγια του να ηχούν σαν τις σάλπιγγες κατά την έξοδο της απόκοσμης αυτής πομπής από την καρβουνιασμένη πλατεία της νέας πόλης με κατεύθυνση προς την φωτεινή πεδιάδα…

Συσπείρωση Αναρχικών




Πηγή: Anarchypress.wordpress.com