16 Μαρτίου, 2021
από Anarchy Press
408 προβολές


«Είκοσι χρόνια αργότερα, αρκετοί απ’ όσους ήμασταν τότε, είμαστε ακόμα ζωντανοί. Άλλοι εξαντλήθηκαν, πολλοί σάπισαν. Οι περισσότεροι δεν συσσώρευσαν άλλες ήττες στη ζωή εκτός απ’ αυτές που τους επιβλήθηκαν. Ήττες, ένα σωρό, όμως παράδοση ελάχιστες φορές. Το ’68 μάς έδωσε αυτά τα καύσιμα αντίστασης και το πείσμα που σημάδεψε το σύνολο του κινήματος, μάς έδωσε ένα αίσθημα του τόπου, ένα «νόημα της πατρίδας» μέσα στη σάρκα μας ως το κόκαλο». Paco Ignacio Taibo II, ’68 Mεξικό

«Το ωραίο και το δύσκολο δεν είναι να κρατήσεις
είναι να πέσεις και να σηκωθείς». Θ. Κωσταβάρας

Η λέξη ήττα προέρχεται από το αρχαιότατο επίρρημα ήκα, δηλαδή ήκ- jα > ήσσα (αττική διάλεκτος) > ήττα. Το επίρρημα ήκα δήλωνε τόσο ποιότητα όσο και ποσότητα, όμως, δήλωνε ελάχιστη ποσότητα, άρα και κάποια σχετική ποιότητα, έστω λίγη.

Στην Ιλιάδα και στην Οδύσσεια το επίρρημα ήκα σημαίνει ασθενικά, ήσυχα, με πραότητα, ήσυχα, ήπια, ελαφρώς, όχι δυνατά, όχι βίαια, με ηρεμία, βραδέως, σιγανά, επομένως αρχικά δεν δηλώνει την αρνητική έκβαση του πολέμου, αλλά τον τρόπο με τον οποίο γίνεται, δηλαδή τον τρόπο με τον οποίο επέρχεται το δυσμενές αποτέλεσμα.

Πολλές φορές, μάλιστα, υπήρχε αμφισβήτηση όσον αφορά για το ποιος ηττήθηκε, καθώς κάτι τέτοιο επέτρεπαν λόγου χάρη οι ισάριθμες ανθρώπινες απώλειες των εμπόλεμων μερών.

Η ήττα, λοιπόν, από μόνη της δεν συνεπαγόταν την συντριβή ή τον όλεθρο ή τον αφανισμό, δεν συνεπαγόταν καν τον τέλος ενός πολέμου, αλλά χαρακτήριζε την έκβαση μιας συγκεκριμένης μάχης.

Η σημασία των λέξεων αλλοιώνεται είτε από αμάθεια είτε σκοπίμως και προς όφελος βραχυπρόθεσμων ή μακροπρόθεσμων εξουσιαστικών σχεδιασμών. Όπως έλεγε ο Θουκυδίδης «Και την ειωθυίαν αξιώσιν των ονομάτων ες τα έργα αντήλλαξαν τη δικαιώσει», δηλαδή «Άλλαξαν ακόμα και την καθιερωμένη σημασία των λέξεων, για να δικαιολογήσουν τις πράξεις τους». Η σύγχυση, που προκαλείται από «λανθασμένες» επανερμηνείες, εμπεδώνει την εξαπάτηση και τον έλεγχο συνειδήσεων. Οι τεχνικοί της εξουσίας, αλλά και των κινημάτων το γνωρίζουν καλά και δραστηριοποιούνται συστηματικά στο συγκεκριμένο πεδίο.

Μια συγκεκριμένη ήττα, λοιπόν, δεν αποκλείει την συνέχεια, την αναδίπλωση, την ανασυγκρότηση όσων αγωνίζονται για έναν σκοπό, για μιαν Ιδέα. Εδώ πρέπει να κάνουμε μια σημαντική διάκριση. Οι συνέπειες μιας ήττας δεν ταυτίζονται με τις συνέπειες μιας παράδοσης. Η σύγχυση όσον αφορά αυτό το ζήτημα δεν είναι τυχαία, καθώς όσοι την καλλιεργούν εξυπηρετούν φανερές ή μη σκοπιμότητες.

Ας δούμε, όμως, ορισμένα χαρακτηριστικά της παράδοσης.

Εκείνος ή εκείνοι, οι οποίοι παραδίδονται σπεύδουν να αναγνωρίσουν την εξουσία, που τους επιβλήθηκε, να δεχθούν τους όρους της, ουσιαστικά να αποδεχθούν τον αφοπλισμό τους με την στενή ή την ευρεία έννοια. Για τον λόγο αυτό σε αμέτρητες περιπτώσεις είτε στη λαϊκή παράδοση είτε γενικότερα στη συλλογική μνήμη παραμένουν φωτεινές, εκείνες οι περιπτώσεις αγώνων κατά τους οποίους δεν επιλέχθηκε η παράδοση, ακόμα και αν η επιλογή αυτή έφερε μεγάλο βάρος.

Η μη παράδοση θεωρείται, λοιπόν, απόδειξη ήθους, ειλικρίνειας, ανιδιοτέλειας, βαθιάς αίσθησης της συνέχειας, έκφραση μιας αγωνιστικότητας, η οποία δεν δέχεται την πολιτική της εκπροσώπηση, που δεν είναι διατεθειμένη να πουληθεί σ’ όσους έρχονται πρόθυμα να την κοστολογήσουν να την ζυγίσουν, να την αγοράσουν προσφέροντας δικαιώματα και κάθε λογής ανταλλάγματα.

Η μη παράδοση κινείται πρώτα απ’ όλα από τον αυτοσεβασμό εκείνων των ανθρώπων, που κοιτούν στα μάτια την ήττα και δεν δέχονται ούτε για μια στιγμή να τους τσακίσει.

Η μη παράδοση έρχεται να λοιδωρήσει την ισχύ εκείνων, που επιβλήθηκαν, έρχεται να κραυγάσει ότι τίποτα δεν τελείωσε ότι όλα συνεχίζονται, όχι με φθηνά λόγια και υποσχέσεις, αλλά έμπρακτα δίχως υποσημειώσεις, δίχως κίβδηλους λεονταρισμούς.

Και για να εξηγούμαστε. Η παύση μιας δραστηριότητας, η αποφυγή της διεξαγωγής μιας μάχης με συγκεκριμένους όρους ή σε συγκεκριμένες συνθήκες δεν ταυτίζεται φυσικά με την επιλογή της παράδοσης. Η παράδοση είναι ένα πηγάδι δίχως φως, μια πληγή που κακοφορμίζει, ένα άλγος δίχως οριστική ανακούφιση.

Η ήττα, όπως είπαμε, δεν αποκλείει την συνέχεια, δεν στομώνει την θέληση, συνήθως επιβάλλεται δίχως την θέληση εκείνου ή εκείνων, που υφίστανται τις συνέπειές της. Λέμε συνήθως, γιατί οφείλουμε να καταγράψουμε και εκείνες τις «ήττες», οι οποίες αποτελούν προϊόν διαπραγμάτευσης στα πλαίσια πολιτικών διευθετήσεων όσον αφορά την «τύχη» ανεξέλεγκτων αγώνων, όποια μορφή και αν αυτοί έχουν. Εδώ η «ήττα» προετοιμάζεται μεθοδικά για να εμφανιστεί ως αποτέλεσμα «λάθους» ή ενός τυχαίου λανθασμένου υπολογισμού, ακριβώς για να καλυφθεί ό,τι έχει προηγηθεί ό,τι έχει συμφωνηθεί ή έχει επιβληθεί ως «τέλος». Εδώ τελικά η «ήττα» δεν είναι τίποτα άλλο παρά συγκαλυμμένη παράδοση.

Η παράδοση, βέβαια, ταυτόχρονα σηματοδοτεί την είσοδο σε μια διαδικασία, που η μια υποχώρηση φέρνει την άλλη, έστω και αν αυτό δεν γίνεται με εκκωφαντικό τρόπο, έστω και αν οι αλλεπάλληλες υποχωρήσεις βαπτίζονται τακτικοί ελιγμοί ή όπως αλλιώς.

Έχουμε στο παρελθόν επανειλημμένως καταγράψει τις διαφορές ανάμεσα στην άσκηση της βίας και στην καταστολή. Θα επαναλάβουμε και πάλι ότι όταν δεχόμαστε βία δεν σημαίνει ότι μας καταστέλλουν. Μπορούμε, λοιπόν, να δεχόμαστε βία και να απαντάμε στην εξουσία επιλέγοντας τις μορφές του αγώνα μας και να συνεχίζουμε να δραστηριοποιούμαστε με αμείωτη ένταση.

Η διάκριση της ασκούμενης κρατικής βίας από την κρατική καταστολή είναι σημαντική πρώτα απ’ όλα για έναν απλό λόγο. Οι συνέπειες στην μια περίπτωση είναι διαφορετικές από την άλλη. Η σκόπιμη εξομοίωσή τους στις περισσότερες περιπτώσεις δικαιολογεί την προσφυγή στην πολιτική «λύση» του «προβλήματος», στην αποδοχή εκ μέρους των μη μυημένων της διαδικασίας της πολιτικής κεφαλαιοποίησης της δράσης τους.

Πλήθος κινηματικών «απαντήσεων» στην κρατική καταστολή θα μπορούσαν να παρατεθούν ως εύλογα παραδείγματα. Σε παρόμοιες περιπτώσεις, ενώ η παράδοση είναι εκείνη, που έχει επιλεγεί, προβάλλεται το αντίθετο, δηλαδή μια κίβδηλη αγωνιστικότητα με φερετζέ την μαζικότητα. Έτσι, αναζητούνται πολυπληθείς συμπαραστάτες και όχι αλληλέγγυοι, ενεργοποιούνται κομματικοί φορείς, κομματικές νεολαίες και λοιποί κινηματικοί συγγενείς, φυσικά προς ιδίαν κομματική δόξα.

Η αγωνιστικότητα εδώ μοιάζει με ένα εντυπωσιακό πυροτέχνημα, που φωτίζει τον ουρανό, τον πλημμυρίζει χρώματα αλλά και ήχους, μόνο που διαρκεί ελάχιστα και αφήνει πίσω του τον ίδιο σκοτεινό ουρανό. Μοιάζει με εκείνη την πυρκαγιά, που θα έκαιγε τον παλιό κόσμο, αλλά φαίνεται ότι αργεί ακόμη και θα αργήσει και άλλο όσο οι αυταπάτες, όχι μόνο δεν σβήνουν, αλλά η μία δίνει ατέρμονα την θέση της στην επόμενη.

Γιατί οι ήττες μπορούν και να διώξουν τις αυταπάτες, η παράδοση ποτέ, οι ήττες μπορούν να φέρουν την διάθεση για μεγαλύτερη σύγκρουση, η παράδοση μόνο το σκοτάδι. Στο ίδιο σκοτάδι, όμως, οδηγούν και οι περιβόητες ήττες, που εμφανίζονται ως νίκες γιατί τα πρόβατα πρέπει να παραμείνουν μαντρωμένα στα κινηματικά μαντριά, άβουλα να αμφισβητήσουν έστω τα αυτονόητα, έρμαια της καθοδήγησης που ζέχνει κομματίλα.

Κλείνουμε με μερικούς στίχους του Μ. Αναγνωστάκη:

«Κι ήθελε ακόμη πολύ φως να ξημερώσει. Όμως εγώ/ Δεν παραδέχτηκα την ήττα. Έβλεπα τώρα/ Πόσα κρυμμένα τιμαλφή έπρεπε να σώσω/ Πόσες φωλιές νερού να συντηρήσω μέσα στις φλόγες./ Μιλάτε, δείχνετε πληγές αλλόφρονες στους δρόμους/ Τον πανικό που στραγγαλίζει την καρδιά σας σα σημαία/ Καρφώσατε σ’ εξώστες, με σπουδή φορτώσατε το εμπόρευμα/ Η πρόγνωσίς σας ασφαλής: Θα πέσει η πόλις./ Εκεί, προσεχτικά, σε μια γωνιά, μαζεύω με τάξη,/ Φράζω με σύνεση το τελευταίο μου φυλάκιο/ Κρεμώ κομμένα χέρια στους τοίχους, στολίζω/ Με τα κομμένα κρανία τα παράθυρα, πλέκω/ Με κομμένα μαλλιά το δίχτυ μου και περιμένω./ Όρθιος, και μόνος σαν και πρώτα περιμένω.».

Υ.Γ.: Εκτός από την ήττα και την παράδοση υπάρχει το χειρότερο: η πανωλεθρία.

 Συσπείρωση Αναρχικών

Δημοσιεύθηκε στην ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φ. 192, Απρίλιος 2019



Πηγή: Anarchypress.wordpress.com