5 Μαΐου, 2021
από Anarchy Press
223 προβολές


πνευματική-ένδειαΘα ήταν λογικό η είδηση της εφόδου και της κατάληψης του Καπιτωλίου από το πλήθος να πρόσφερε χαρά σε πάρα πολλούς αγωνιζόμενους ανθρώπους. Όπως, επίσης, είναι λογικό σύμβολα της εξουσίας που αποδίδουν μια σταθερή καταπιεστική σχέση με τους ανθρώπους να γίνονται αντικείμενο καταστροφών. Στην πρόσφατη «ελεύθερη» είσοδο στο Καπιτώλιο από το πλήθος δεν χαρήκαμε ούτε από την έφοδο ούτε από τις σέλφι εντός του κτηρίου. Η όλη εικόνα ήταν αποκρουστική και απογοητευτική για πάρα πολλούς, όχι με την ίδια αφετηρία σκέψης ασφαλώς. Διαφορετικά είδαν την συγκεκριμένη κατάληψη οι Δημοκρατικοί, διαφορετικά άλλα ριζοσπαστικά ρεύματα. Η απέχθεια μας και η λύπη μας για τέτοιες συμπεριφορές πηγάζουν από το γεγονός ότι πολλοί, πάρα πολλοί δυστυχώς, ενεργούν βάσει υποδείξεων. Δεν είναι μονάχα η ακροδεξιά πλέμπα που ξενίζει, το ίδιο θα ίσχυε και με ακροαριστερό μάχιμο τάγμα που θα ενεργούσε καθ’ υπόδειξιν της ηγεσίας του ή μιας καλά οργανωμένης εξουσιαστικής ομάδας υποκίνησης. Και οπωσδήποτε το κάθε εθνικό ακροατήριο που σέρνεται σε πολέμους παρασυρόμενο από τα εθνικά ιδεώδη. Η εξουσία μέσω των ηγεσιών της κατορθώνει είτε να «ενώνει» είτε να «διαχωρίζει» τους ανθρώπους, πάντα πλασματικά και πάντα προς όφελος της διατήρησης των κεκτημένων της. Γράφει ο Κροπότκιν σε κείμενο του το 1913: «Από αυτό τον πόλεμο και τη νίκη ενάντια στη Γαλλία (εννοεί γαλλογερμανικό πόλεμο του 1870) δημιουργήθηκε επιτέλους μια Γερμανική Αυτοκρατορία –το όνειρο Ριζοσπαστών, Κρατικών Σοσιαλιστών και μέρους των Γερμανών Συντηρητικών από το 1848»[1].

Τα εθνικά ιδεώδη, υποστηριζόμενα και ενισχυόμενα από σοσιαλιστές, κομμουνιστές και συντηρητικούς, έχουν χτίσει αυτοκρατορίες κατάλληλες για ιμπεριαλιστικές επεκτάσεις που η ελίτ έχει προδιαγράψει. Έχει σημασία, όμως, να αναφέρουμε, ότι η εξέγερση του 1848 σε κρατίδια της γερμανικής συνομοσπονδίας επέφερε την κατάργηση της δουλοπαροικίας, αλλά και την μαζική μετάβαση νέων αγροτών από την ύπαιθρο στις πόλεις και στις νέες βιομηχανίες. Η φάκα-πόλη είχε στηθεί και η λεία ήταν έτοιμη να παράξει για την καινούργια ελίτ. «Από την εποχή εκείνη, σε όλα τα κοινωνικά στρώματα της Γερμανίας –τόσο σε αυτά των εκμεταλλευομένων όσο και σε εκείνα των εκμεταλλευτών– υπήρχε μια παθιασμένη επιθυμία να ενοποιηθεί η Γερμανία με κάθε κόστος»[2]. Η οικονομική και πολιτική δύναμη του γερμανικού κράτους χτίστηκε βήμα-βήμα, πετραδάκι-πετραδάκι, με την αρωγή και συμμετοχή όλων των πολιτικών δυνάμεων.

Για να είναι εφικτή αυτή, η κατ’ ουσίαν εξαπάτηση των περισσοτέρων ανθρώπων από την εξουσία, πρέπει να είναι γενικευμένη και διάχυτη η πνευματική φτώχεια, η απαιδευσιά και η α-καλλιέργεια. Η απομάκρυνση του ανθρώπου από τη φύση και την ύπαιθρο, από το περιβάλλον του, δηλαδή, δύναται μόνο όταν έχουν απωλεσθεί ή απονευρωθεί βασικές λειτουργίες κριτικής σκέψης, οι οποίες, παράλληλα με την απώλεια και στρέβλωση της αίσθησης της κοινότητας, αποτελούν οδυνηρά «κτυπήματα» της νεωτερικότητας. Η αποφυσικοποίηση και η αποξένωση του ανθρώπου. Αυτές οι αλλαγές στον τρόπο λειτουργίας του ανθρώπινου βίου οδήγησαν και οδηγούν στην ιδιώτευση. Αυτό που πολύ εύστοχα η αγγλική γλώσσα μεταφράζει το idiot ως ηλίθιο. Η αίσθηση της κοινότητας και της συλλογικής-κοινής κουλτούρας αποτελούν ανθρώπινες ανάγκες, οι οποίες σταδιακά συρρικνώνονται μέσω των σύγχρονων δημοκρατικών διαδικασιών και των οικονομικά ισχυρών με τελευταία παρουσίαση την γενικευμένη και παγκόσμια εδραίωση της ψηφιακής εποχής, η οποία εισβάλλει αναπόδραστα στις ζωές μας σε πάμπολλα επίπεδα και σε όλες τις ηλικίες. Δουλειά από το σπίτι, ψώνια από το σπίτι, ψυχαγωγία από το σπίτι. Αλλά και «σχολείο» από την οθόνη, παιχνίδια από την οθόνη, διασκέδαση και επαφές από οθόνες. Ο δημόσιος χώρος έχει συρρικνωθεί σε λειτουργίες και υπάρχει, κυρίως, για να υποδεχθεί επιχειρηματικούς σχεδιασμούς και έργα (projects). Ο ιδιωτικός χώρος ενσωμάτωσε δημόσιες λειτουργίες και ο δημόσιος χώρος περιορίστηκε στις ιδιωτικές οικονομικά πρωτοβουλίες. Μην θεωρήσουμε ότι όλα αυτά γίνονται και πραγματώνονται λόγω κορωναϊού. Επιταχύνθηκαν λόγω αυτού αλλά το πρόσφορο έδαφος και οι κατάλληλες συνθήκες προϋπήρχαν. Ήταν έτοιμα τα βουνά για τα χιόνια.

Η διαπιστωμένη –από πολλούς– πνευματική νωθρότητα της εποχής δεν προκύπτει ουρανοκατέβατη. Για παράδειγμα το περασμένο καλοκαίρι το υπουργείο Παιδείας αποφάσισε τον εξοβελισμό της μουσικής και των καλλιτεχνικών μαθημάτων από το ωρολόγιο πρόγραμμα του Λυκείου, σε συνέχεια προηγούμενων αποφάσεων για περιορισμό των ωρών διδασκαλίας μαθημάτων τέχνης και φυσικής αγωγής σε όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης. Αυτές οι αποφάσεις δεν είναι ούτε αθώες ούτε άδολες. Πριν από μερικά χρόνια η Βρετανία άρχιζε να πληρώνει το «τίμημα» αυτής της πολιτικής. Ένας στους τέσσερις δασκάλους έπεφτε θύμα επίθεσης από μαθητή κάθε εβδομάδα. Είχε εφαρμόσει παλιότερα την ίδια με τώρα πολιτική του ελληνικού υπουργείου Παιδείας, δηλαδή ενίσχυση της τεχνολογίας και των επιστημών, μείωση και υποβάθμιση εικαστικών, θεατρικών και μουσικών μαθημάτων.

Είναι ευρέως αποδεκτό ότι ο ρόλος της τέχνης είναι καταλυτικός στην ανάπτυξη της φαντασίας και της κριτικής σκέψης, της καλλιέργειας αξιών, αλλά και της ψυχοκοινωνικής αποκατάστασης. Όταν σε ένα παιδί δεν δίδεται η δυνατότητα να εκφραστεί πάνω σε ένα χαρτί ή μέσω ενός πενταγράμμου, τότε ο ψυχικός του κόσμος μπορεί να νοσήσει. Και νοσεί ακόμη περισσότερο όταν οι ώρες παιχνιδιού με σωματική επαφή και δράση ελαχιστοποιούνται για χάρη μοντέρνων και σύγχρονων ψηφιακών μοντέλων. Συνεπώς, οι πολιτικές-κρατικές αποφάσεις παράγουν, επεκτείνουν και εντείνουν την πνευματική φτώχεια. Τόσο κοντόφθαλμα αναγκαία για αυτούς. Και λέμε κοντόφθαλμα γιατί και οι ίδιες οι δημοκρατικές εξουσίες ήδη στροβιλίζονται από προβλήματα διαχείρισης της τυραννίας από την ολιγαρχική ελίτ. Φθάνοντας στο σημείο να υιοθετήσουν ακραία σενάρια και πρακτικές, όπως η επανάληψη κλασσικών ιστορικών παραδειγμάτων τύπου περίπτωσης Χίτλερ, ο οποίος ενώ εμφανίστηκε αδύναμος πολιτικά με την φυλάκιση του το 1923, η Δημοκρατία τού παρέδωσε τα κλειδιά διαχείρισης της χώρας το 1933 και οι ισχυροί βιομήχανοι χρηματοδοτούσαν το μεγάλο ψέμμα.

Ως γνωστόν ένας από τους αξιακούς πυλώνες της δημοκρατίας είναι η ελευθερία έκφρασης. Γνωρίζουμε πολύ καλά ότι αυτό αποτελεί έναν πολύ καλό αστικό μύθο. Είναι τουλάχιστον ειρωνικό, όμως, ξεδιάντροπα να φιμώνεται μέσω των λογαριασμών κοινωνικής δικτύωσης ο πρόεδρος της φιλελεύθερης –κατά τ΄ άλλα– Αμερικής Ν. Τράμπ και οι δημοσιογράφοι να σφυρίζουν κλέφτικα. Είναι οι ίδιοι φυσικά που αυτό-/ή ετερο- φιμώνονται όπως στην περίπτωση του Τ. Ασάνζ, η οποία αποτελεί όνειδος για την σύγχρονη δημοσιογραφία αφού συστηματικά θάβει, για χάρη της μεγάλης εξουσίας, το θέμα. Την ίδια στιγμή, όμως, μπορεί να γράφει σεντόνια, να κάνει αφιερώματα και να βγαίνει με ίδια εξώφυλλα αλληλεγγύης στην επίθεση που δέχεται η ελευθερία της έκφρασης μέσω των επιθέσεων στους γελοιογράφους της Γαλλίας, για παράδειγμα και που έρχεται χέρι-χέρι με την κρατική εξουσία να πορευτεί το δρόμο της υπεράσπισης της ελευθερίας της έκφρασης. Η λέξη ξεφτίλα είναι λίγη αλλά φανερώνει την πνευματική κατάπτωση και σαπίλα που υπάρχει και στη δημοσιογραφία. Έτσι οδηγηθήκαμε από το γαλλικό νόμο περί της ελευθερίας των δημοσιογράφων απέναντι στην εξουσία του κράτους (1881), οι δημοσιογράφοι να αποτελούν, στην σύγχρονή εποχή, τους βασικούς στρατιώτες χειραγώγησης και οκνηρίας της σκέψης των ανθρώπων. Πιστεύουμε ότι, όπως εύστοχα έγραψε ο Ζακ Ρανσιέρ σχετικά με τις γελοιογραφίες του Μωάμεθ, «αυτές οι γελοιογραφίες δεν εκφράζουν καμμία έμφυτη αρχή ελευθερίας. Ούτε άλλωστε προορίζονται για να μεταδώσουν κάποιο πάθος για ελευθερία. Εκφράζουν, μεταξύ άλλων, το πνεύμα ανθρώπων που πιστεύουν πως ανήκουν σε μια πεφωτισμένη ελίτ και απευθύνουν ένα αίσθημα περιφρόνησης προς τη θρησκευτική πίστη πληθυσμών τους οποίους οι ίδιοι κρίνουν οπισθοδρομικούς… Θα ήταν ίσως η στιγμή να πούμε(…) πως μια γελοιογραφία δεν είναι παρά μια γελοιογραφία, πως αυτές οι γελοιογραφίες είναι μέτριας αξίας και εκφράζουν «ποταπά» συναισθήματα και πως καμμιά τους δεν αξίζει να εκθέτει τις ζωές των δημοσιογράφων, των δασκάλων και όλων αυτών που κάνουν δημόσια χρήση ενός λόγου στην τρέλα δολοφόνων. Είναι επίσης ώρα να αποδώσουμε στην ελευθερία(…) πιο αξιοπρεπή σύμβολα από αυτά»[3].

Με απλά λόγια, υποστηρίζεται με σθένος από όλο το φάσμα της κρατικής εξουσίας, των μμε και λοιπών πολιτικών οργανώσεων η ελευθερία στην έκφραση μεν, η οποία, ταυτόχρονα, προσβάλει και περιφρονεί αλαζονικά δε. Διδάσκοντας συνάμα έναν ανώτερο πνευματικό ελιτισμό υποκριτικό και διαχωριστικό( αφήνοντας αλώβητη σταθερά την πολιτική και οικονομική εξουσία. Δυο μέτρα και δυο σταθμά στην υπεράσπιση της ελευθερίας της έκφρασης, λοιπόν.

Σε αυτό το σημείο έχει ενδιαφέρον να σημειώσουμε ένα γεγονός που συνδέει την Δημοκρατία, τα κόμματα, την ελευθερία της έκφρασης και την πνευματική οξύνοια ή αναπηρία. Αναφερόμαστε στον Φραντς Γαιγκερσταϊτερ, έναν αυστριακό αγρότη ο οποίος δολοφονήθηκε με γκιλοτίνα σε φυλακή του Βερολίνου το 1943. Πέντε χρόνια νωρίτερα τον Απρίλιο του 1938, οργανώνεται δημοψήφισμα εθελούσιας Προσάρτησης της Αυστρίας στην Γερμανία. Είχε προηγηθεί, φυσικά, τον περασμένο Μάρτιο η παραίτηση του αυστριακού καγκελάριου και η αναίμακτη είσοδος των ναζί στη Βιέννη. Άπαντα τα πολιτικά κόμματα, λοιπόν, και οι σοσιαλδημοκράτες κάνουν έκκληση να υπερψηφιστεί η Προσάρτηση (Anschluss). Ποσοστό 99,73% ψηφίζει υπέρ της Προσάρτησης. Όμως στα σύνορα με Βαυαρία, σε ένα χωριό, ένας αγρότης ο Φραντς Γαιγκερσταϊτερ, ψηφίζει αρνητικά. Η μοναδική αρνητική ψήφος! Δεν ανήκε σε καμμία πολιτική οργάνωση, δεν ήταν κομματικοποιημένος και εάν πρέπει να του δώσουμε μια ταυτότητα θα πούμε ότι ήταν ένας πιστός χριστιανός. Αρνείται να καταταγεί στο στρατό των ναζί και καταδικάζεται σε θάνατο από το στρατοδικείο. Πιστεύει ότι είναι καλύτερα μερικές στιγμές να υπακούς στον Θεό παρά στους ανθρώπους και θα τηρήσει μέχρι τέλους την εντολή για αγάπη στο πλησίον σου. Το παράδειγμα του, ένα παράδειγμα αντίστασης στους ναζί, δεν προσμετράται στην αντίσταση ως πολιτικού αγωνιστή αλλά ως πιστού χριστιανού. Γιατί, όμως, κατάφερε να μην λερώσει τα χέρια του με αίμα και με συνενοχή, ένας από τους ελάχιστους σε όλη την Αυστρία; Το πιθανότερο είναι να μην ήξερε τίποτα από ριζοσπάστες συγγραφείς και εξεγέρσεις, αλλά διέθετε μια πνευματική διαύγεια και ανεξαρτησία και ας ήταν πιστός μιας θρησκείας. Την ίδια ώρα που οι επίσκοποι και η εκκλησία της Αυστρίας αναφανδόν ψήφιζαν υπέρ της ναζιστικής Προσάρτησης, εκείνος διατηρούσε την αξιοπρεπή του στάση μόνος και συνεπής.

Η απελευθέρωση του ανθρώπου δεν θα έρθει, όπως πολύ καλά γνωρίζουμε, ούτε από υλιστικές εξεγέρσεις, για το ποιος θα κατέχει τα μέσα παραγωγής και ποιος θα νέμεται την εξουσία, αλλά ούτε από μια εξέγερση ενάντια σε κάθε μορφής εξουσία, εάν δεν διατηρήσουμε σε υψηλό επίπεδο την διαύγεια της σκέψης μας και την κριτική ανάλυση σε όλους και όλα και με εμάς παρόντες. Αποτελεί ίσως την πιο δύσκολη διαδρομή, διότι η ψηφιακή ολοκληρωτική λαίλαπα και η κρατική εξουσία φροντίζουν και εντείνουν την προσπάθεια ώστε να παραμένουμε ως άνθρωποι πνευματικώς ανάπηροι έρμαιά τους, συμπορευόμενοι και υπερασπιζόμενοι –δήθεν– την ελευθερία της έκφρασης, της κατάληψης ενός κοινοβουλίου για την παράταση μιας προεδρικής θητείας ή ενός εθνικού ιδεώδους.

Όμως, εάν ο ένας δρόμος δείχνει αυτή την ένδεια των αγώνων, υπάρχει ταυτόχρονα και ο δικός μας αγώνας, εκείνος που κρατά τη φλόγα της εξέγερσης και της ελπίδας για ελευθερία, αναμμένη όπως πρόσφατα στη Χιλή, στη Γουατεμάλα και αλλού όπου τα πυρπολημένα κοινοβούλια φωτίζουν τις πτυχές και τις δυνατότητες για ανυπακοή και διατήρηση του αγώνα για την πραγματική και ανεξούσια ελευθερία.

Αναρχικός Πυρήνας Χαλκίδας

Δημοσιεύθηκε στην ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φ. 212, Φεβρουάριος 2021

[1]. Οι Αναρχικοί στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, Ανατρεπτικές εκδόσεις, 2018.

[2]. Π. Κροπότκιν, Πόλεμοι και Καπιταλισμός, σελ. 88, ό.π.

[3]. Εφσυν,19/12/20, σ. 41.




Πηγή: Anarchypress.wordpress.com