10 Φεβρουαρίου, 2021
από Mpalothia - Αντιπληροφόρηση
184 προβολές


Λάβαμε 09/02/2021

Τοποθέτηση της Πόλας Ρούπα για το πολιτικό έγκλημα, το δικαίωμα αντίστασης, την κατηγορία της διεύθυνσης και την αναρμοδιότητα του δικαστηρίου στο εφετείο της 3ης δίκης του Επαναστατικού Αγώνα (6/11/2020 – Απομαγνητόφωνηση)

Π. Ρούπα: Έχουμε κάνει αρκετά δικαστήρια που αφορούν τη δράση του Επαναστατικού Αγώνα για την οποία συμμετοχή έχουμε αναλάβει την πολιτική ευθύνη και εγώ προσωπικά από την πρώτη στιγμή που είχα συλληφθεί. Υπερασπιζόμαστε μέσα σε αυτές τις διαδικασίες αλλά και εκτός των δικαστηρίων την πολιτική υπόσταση αυτών των διώξεων και των κατηγοριών και την πολιτική υπόσταση τη δική μου ως άνθρωπο. Είμαι πολιτική κρατούμενη, πιστεύω ότι είμαι πολιτική κρατούμενη. Και αυτό έρχεται σε αρμονία –να το πω έτσι– με μια παράδοση παλιά, η οποία τώρα έχει πάψει βέβαια πια να υπάρχει γιατί δεν αναγνωρίζονται αυτές οι πράξεις ως πολιτικές από τη νομολογία –όχι από τη νομική επιστήμη και ανάλυση–, από την ίδια τη νομολογία. Δηλαδή, τα ίδια τα δικαστήρια έχουν αποκλείσει τη δράση όπως αυτή του Επαναστατικού Αγώνα από τη σφαίρα του πολιτικού ‘‘εγκλήματος’’. Καθώς έχουμε κάνει αρκετές ενστάσεις για την αναρμοδιότητα του δικαστηρίου –όπως σας είπα και την προηγούμενη φορά–, αυτό δεν αφορά πρόσωπα και ανθρώπους. Τη σύσταση δηλαδή, του δικαστηρίου. Αφορά τη διεκδίκηση ενός δικαιώματος κατοχυρωμένου από το ίδιο το Σύνταγμα και το άρθρο 97 που λέει ότι τα πολιτικά εγκλήματα εκδικάζονται από μικτά ορκωτά. Έχουν εξαιρεθεί βέβαια, πολλές πράξεις και οι συγκεκριμένες απ’ αυτό το δικαίωμα, αλλά αυτή η εξαίρεση ποτέ δεν έχει δικαιολογηθεί, δεν έχει αναλυθεί και δεν έχει τεκμηριωθεί επιστημονικά. Και αυτό δεν το λέω εγώ, το λένε αναλυτές που έχω διαβάσει γιατί με αφορά. Καθώς λοιπόν έχουμε κάνει αρκετές ενστάσεις περί της αναρμοδιότητας των δικαστηρίων που μας έχουν δικάσει, μου προέκυψε η ανάγκη να κάνω μια μεγαλύτερη έρευνα γιατί θα ήθελα να γίνει κάτι πιο ολοκληρωμένο σε σχέση με το ζήτημα αυτό. Μέχρι τώρα, οι ενστάσεις που κάναμε αφορούσαν τη νομολογία και τις τάσεις που υπήρχαν μέσα στο νομικό κόσμο, το σύγχρονο νομικό κόσμο, στο ζήτημα της αντικειμενικής, της υποκειμενικής, της μικτής περί του πολιτικού εγκλήματος θεωρία, το σύνθετο, το αμιγές πολιτικό ‘‘έγκλημα’’ κλπ. Οι ενστάσεις μας έμεναν ως εκεί. Όμως, κάποια στιγμή υποχρεώθηκα να αρχίσω να ερευνώ λίγο την ιστορία του πολιτικού ‘‘εγκλήματος’’ για να δω και τις ρίζες τις δικές μου, τις πολιτικές μου ρίζες μέσα στην ιστορία. Καθώς διάβαζα ένα βιβλίο το οποίο αναφερόταν στο πολιτικό έγκλημα δια μέσω των αιώνων, διαπίστωσα ότι αναφερόταν στο πολιτικό έγκλημα μόνο υπό την οπτική της εκάστοτε κρατικής εξουσίας, είτε αυτή η κρατική εξουσία ήταν δομημένη και συγκροτημένη και διευρυμένη, είτε όχι. Πρόκειται για το βιβλίο του Κομματά. Τι εννοώ; Αναφερόταν για παράδειγμα, στο ζήτημα του πολιτικού εγκλήματος την περίοδο της αρχαίας αθηναϊκής δημοκρατίας, στην περίπτωση της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας και ‘‘δημοκρατίας’’, στην περίπτωση του Βυζαντίου, στη περίπτωση του μεσαίωνα κλπ. Όμως από τις ίδιες μου τις γνώσεις που έχω και με βάση αυτά που έχω διαβάσει –γιατί διάβασα και μέσα στη φυλακή και κάποια άλλα ιστορικά στοιχεία– διαπίστωσα ότι είναι τελείως παραπλανητική αυτή η προσέγγιση. Τι εννοώ: Το πολιτικό ‘‘έγκλημα’’ δεν υφίσταται πάντοτε υπ’ αυτόν τον όρο γιατί δεν υπήρχε πάντοτε συγκροτημένη κρατική εξουσία. Υπήρχαν κρατικά μορφώματα αρχικά, τα οποία διεκδικούσαν το ρόλο τους ως κράτος, ως πολιτική οντότητα η οποία έλεγχε τις κοινωνίες. Όμως, η αρχική σύγκρουση σε σχέση με το πολιτικό έγκλημα, αφορούσε το ίδιο το κράτος. Δηλαδή, τα πρώτα πολιτικά εγκλήματα έγιναν από το κράτος και όχι από τις κοινωνίες. Τι εννοώ; Κατ’ αρχήν να κάνουμε ένα διάλειμμα, θέλω να σας καταθέσω τη δουλειά που έχω κάνει μέσα στη φυλακή που ήταν πολύ δύσκολη…

(Πρόεδρος: Μισό λεπτό κα Ρούπα, πρώτα θα μας πείτε το ισχυρισμό σας και μετά να καταθέσετε ό, τι έγγραφα θέλετε. Ισχυρίζεστε ότι είναι πολιτικό έγκλημα. Να μας πείτε λοιπόν τους λόγους).

Π. Ρούπα: Αυτά δεν έχω απαίτηση να τα διαβάσετε τώρα, θα σας τα καταθέσω. Είναι ένα δώρο επί της ουσίας για το δικαστήριο. Δεν είναι ακριβώς οι ενστάσεις που έχετε γνωρίσει, είναι μια δουλειά την οποία έκανα με κόπο, δεν την έχω ακόμα ολοκληρώσει, λόγω των συνθηκών που κρατούμαι, γιατί ούτε το υλικό είχα ούτε τη δυνατότητα, τους όρους και τις συνθήκες για να κάνω μια τέτοια δουλειά και στο βαθμό που την έφτασα μέχρι σήμερα που ορίσατε τη δικάσιμο, αυτό και σας καταθέτω. Βέβαια, κάποια στιγμή στο μέλλον θα εμπλουτιστεί αυτό, είναι μια πρώτη προσπάθεια. Τέλος πάντων, συνεχίζω.

Είχα μείνει στο ζήτημα της σύγκρουσης σε σχέση με το πολιτικό έγκλημα, κράτους-κοινωνίας. Οι κοινωνίες δεν ήταν πάντα ‘‘κρατικές’’. Το κράτος δεν υπήρχε από πάντα, είναι ένα σύγχρονο ιστορικό φαινόμενο. Υπάρχουν πάρα πολλοί αναλυτές –αλλά εγώ έχω βασιστεί πολύ στο Π. Κροπότκιν που ήταν αναρχικός ανθρωπολόγος και σε άλλες πηγές τις οποίες βέβαια, δεν μπορώ να τις κατονομάσω αυτή τη στιγμή γιατί θα κουραστούμε– οι οποίες έλεγαν ότι οι κοινωνίες είχαν δομηθεί σε κοινότητες. Οι κοινότητες αυτές δεν είχαν ιεραρχία, δεν είχαν τη συγκροτημένη μορφή ιεραρχίας που γνωρίζουμε, ήταν αυτόνομες, ήταν δημοκρατικά διαρθρωμένες –με την έννοια της άμεσης δημοκρατίας– και ένα τέτοιο παράδειγμα γνωρίζουμε από την αθηναϊκή δημοκρατία. Η αθηναϊκή δημοκρατία ήταν άμεση δημοκρατία, δεν είχε καμία σχέση με το σημερινό πολίτευμα της αντιπροσώπευσης. Το σημερινό πολίτευμα της αντιπροσώπευσης, όποιος έχει ασχοληθεί, γνωρίζει ότι ήταν απαράδεκτο για τους αρχαίους Αθηναίους. Η άμεση δημοκρατία κατ’ αυτούς σήμαινε άμεση συμμετοχή όλων των πολιτών στα όργανα τα πολιτικά και όπως έλεγε και ο Αριστοτέλης ‘‘δημοκρατία ήταν το πολίτευμα το οποίο λειτουργούσε δια του κλήρου’’. Δηλαδή μπορούσε οποιοσδήποτε να συμμετάσχει με την κλήρωση, να μπορέσει να λάβει συγκεκριμένα αξιώματα. Στην εκκλησία του Δήμου συμμετείχαν 6.000 άνθρωποι σε ένα πληθυσμό 30.000 ανθρώπων, το οποίο όργανο αποφάσιζε τα πάντα. Ήταν εκτελεστική εξουσία, ήταν νομοθετική εξουσία, ήταν δικαστική εξουσία. Και το πολιτικό έγκλημα σ’ αυτή τη περίπτωση αναφέρεται σε αναλύσεις επιστημόνων συγχρόνων, θεωρείτο ότι ήταν αυτό που βαλλόταν κατά της πολιτειακής τάξης στην αρχαία Αθήνα. Βέβαια, οι αρχαίοι Αθηναίοι δεν αναγνώριζαν πολιτικό ή μη πολιτικό έγκλημα. Τα διαχώριζαν με βάση τα κοινά και τα ιδιωτικά αδικήματα. Τα κοινά ήταν πάρα πολλά και αφορούσαν όλη τη πόλη, όπως η ανθρωποκτονία, το να πουλάει κάποιος το σώμα του ως δούλο, ακόμα και η ληστεία ήταν –όπως στην εποχή μας– ένα κοινό έγκλημα. Όμως, αυτά που βάλλονταν κατά του πολιτεύματος αντιμετωπίζονταν με αρκετή αυστηρότητα. Όπως για παράδειγμα στην εκκλησία του Δήμου το να προωθήσει κάποιος ένα νόμο ο οποίος ήταν αντισυνταγματικός, διωκόταν. Ή όποιος δεχόταν δωροδοκία διωκόταν και μάλιστα, πολύ αυστηρά. Όποιος έλεγε ψέματα στην εκκλησία του Δήμου, επίσης του ασκούσαν δίωξη. Δηλαδή, όλες αυτές οι πρακτικές που σήμερα στο αντιπροσωπευτικό σύστημα βλέπουμε να περνάνε ατιμώρητες, στην αρχαία Αθήνα διώκονταν με πάρα πολύ μεγάλη αυστηρότητα. Το πολιτικό έγκλημα όμως στη πάροδο των χρόνων μέχρι να συγκροτηθούν τα σύγχρονα κράτη, στην ουσία διεξαγόταν –και αυτό φαινόταν πολύ έντονα και πριν την αρχαία αθηναϊκή δημοκρατία σε όλο το φάσμα των ανθρώπινων κοινωνιών, αλλά και αργότερα μέχρι τον ύστερο μεσαίωνα–, ως μια σύγκρουση που διεξήγαγε το κράτος ενάντια στις αυτόνομες κοινότητες προκειμένου να κατισχύσει, να καταφέρει να επιβάλει την εξουσία πάνω τους. Οι κοινότητες, όπως σας είπα, είχαν μια αυτονομία, πάρα πολλές απ’ αυτές συγκροτούνταν σε ένα επίπεδο συνομοσπονδιών…

Πρόεδρος: Κα Ρούπα, πείτε μας γιατί το δικό σας έγκλημα είναι πολιτικό;

Π. Ρούπα: Θα φθάσουμε σε αυτό, θα σας πω. Σας λέω, είναι οι ρίζες μου κε πρόεδρε. Είναι οι πολιτικές ρίζες μου. Οι ρίζες μου φθάνουν από την αρχαία Αθήνα μέχρι… Κοιτάξτε κε πρόεδρε, αυτό που προτείνουμε εμείς ως Επαναστατικός Αγώνας είναι η άμεση δημοκρατία προς αντικατάσταση της αντιπροσωπευτικής. Προτείνουμε την άμεση δημοκρατία με την έννοια ότι υπάρχει μια κοινωνία δομημένη με πυρήνα τις κομμούνες όπως ήταν η αρχαία αθηναϊκή δημοκρατία –ήταν μια κομμούνα στην ουσία–, γιατί κομμούνες υπήρχαν πάντα στους αιώνες, υπήρχαν και στο μεσαίωνα. Οι κομμούνες συγκροτούσαν τις ελεύθερες μεσαιωνικές πόλεις που ήταν συνομοσπονδία κομμουνών, είχαν αυτονομία οι άνθρωποι εκεί και συγκροτούσαν και συντάγματα, για τα οποία μπορεί να έχετε ακούσει. Είναι οι περίφημες Χάρτες του μεσαίωνα στις οποίες κατοχύρωναν το βαθμό ελευθερίας που είχαν απέναντι στους επίδοξους άρχοντες, βασιλείς, δούκες, επισκόπους, δηλαδή και στους κοσμικούς και στους εκκλησιαστικούς άρχοντες για το τι πρέπει να κάνουν και τι δεν πρέπει να κάνουν και μέχρι πού είναι τα όρια των αρμοδιοτήτων τους. Και κατοχυρωνόταν αυτό νομικά, με νομικούς όρους, με τα συντάγματα της εποχής τους, τις περίφημες Χάρτες του μεσαίωνα. Και που σε αυτές, κατοχυρωνόταν νομικά το δικαίωμά τους να αντιστέκονται σε όποιον επιβουλευόταν τις εξουσίες που είχε, σε όποιον προσπαθούσε να κατισχύσει πάνω στις μεσαιωνικές κομμούνες. Κατοχυρωνόταν το δικαίωμα στην επανάσταση. Και μάλιστα, άμα είχα χρόνο και άμα μου δίνατε την ευκαιρία, θα σας διάβαζα αποσπάσματα που δείχνουν ότι υπήρχαν οι βασιλείς οι οποίοι εδραίωναν την εξουσία τους με βάση κοινά ποινικά εγκλήματα, όπως θα τα χαρακτηρίζαμε σήμερα: όπως είναι οι κλοπές, οι απαγωγές εμπόρων, οι αρπαγές ζώων, οι καταπατήσεις γης, κλπ. Απέναντι σε αυτή την εξουσία οργανώνονταν οι μεσαιωνικές πόλεις και οι κομμούνες για να αντιπαρατεθούν και να πολεμήσουν απέναντι σε όλους αυτούς, ενόπλως.

Οι μεσαιωνικές πόλεις στην πραγματικότητα, δημιουργήθηκαν μετά από μια πανευρωπαϊκή –θα έλεγα– εξέγερση και σχεδόν ταυτόχρονα κατά τον πρώιμο μεσαίωνα μετά από μια πανευρωπαϊκή εξέγερση απέναντι στη φεουδαρχία. Έκτισαν τείχη, επιτέθηκαν στα κάστρα των επίδοξων βασιλιάδων, πριγκίπων και επισκόπων, τα κατέστρεψαν και έφτιαξαν ελεύθερες δομές. Αυτές οι κομμούνες στη συνέχεια πολεμήθηκαν πολύ άγρια μέχρι που κατεστάλη η ελευθερία τους. Κάποιες πολεμούσαν για 70 χρόνια, όπως κάποιες μεσαιωνικές πόλεις στην Ιταλία. Για 70 χρόνια πολεμούσαν για να διατηρήσουν την ανεξαρτησία τους. Όλα αυτά τα λέω γιατί; Γιατί οι άνθρωποι κάποτε δεν χρειάζονταν το κράτος για να μπορούν να συνυπάρχουν ειρηνικά. Το κράτος είναι αυτό που δημιουργήθηκε με βάση τη βία κι’ αυτό ήταν που έκανε πρώτο την εξέγερση ενάντια στις πρώτες κοινωνίες, τις κομμούνες. Γι’ αυτό και σε αυτή τη δουλειά που έχω κάνει για το πολιτικό ‘‘έγκλημα’’, στην πραγματικότητα ο τίτλος που θα της άρμοζε είναι ‘‘Κράτος εναντίον Κομμούνας’’. Στη πορεία, αυτή η ιστορία της σύγκρουσης ανάμεσα στους ανθρώπους, στην τάση των ανθρώπων να δημιουργούν κοινωνίες αποκεντρώνοντας την εξουσία και στο κράτος από την άλλη που πάντα δρούσε σε μια κατεύθυνση συγκεντροποίησης της εξουσίας, φθάσαμε στις επαναστάσεις. Υπερβαίνουμε, δηλαδή περνάμε όλα τα επόμενα χρόνια –και για να μην κουράζω– για να φθάσουμε στις επαναστάσεις, ειδικά στη Γαλλική Επανάσταση που είναι και η ιστορική αφετηρία για τη νομική καταγραφή του πολιτικού εγκλήματος. Πιστεύω ότι αυτό είναι κατανοητό για να μπούμε λίγο στο πιο σύγχρονο πεδίο.

Η Γαλλική Επανάσταση όμως ήταν επίσης, μια προσπάθεια δημιουργίας ενός τέτοιου αποκεντρωμένου συστήματος εξουσίας με κομμούνες, συνομοσπονδίες κομμουνών, τις οποίες βέβαια πολεμούσε αρχικά το καθεστώς που προϋπήρχε του βασιλιά του Λουδοβίκου του 16ου και στην πορεία το κράτος που δημιουργήθηκε με την καθοριστική εξουσία των μεγαλοαστών. Γιατί δεν ήταν μια αστική επανάσταση –απλώς η αστική τάξη κατάφερε να κατισχύσει επί της επανάστασης και να καταπολεμήσει, να βάλει ένα ‘‘φρένο’’ στην επαναστατική ορμητικότητα εκείνου του λαού– και να καταφέρει να δημιουργήσει ένα συγκεντρωτικό αστικό κράτος. Με τη μόνη διαφορά, ότι αυτό το κατάφερε με τη χρήση της τρομοκρατίας. Μιλάω για το κράτος των Ιακωβίνων. Εκεί λοιπόν, στη Γαλλική Επανάσταση συναντάμε και αναγνωρίζουν όλοι, νομικοί και αναλυτές, ότι τότε υπήρξε για πρώτη φορά η καταγεγραμμένη νομολογία του πολιτικού εγκλήματος αλλά και της τρομοκρατίας. Ποιας τρομοκρατίας όμως; Της κρατικής τρομοκρατίας την οποία αναγνώριζε εκείνο το καθεστώς ότι ήταν μια κρατική στρατηγική για να μπορέσει να κατισχύσει πάνω στο γαλλικό λαό και να καταφέρει να δημιουργήσει τις συνθήκες για να δομήσει και να εδραιώσει το σύγχρονο αστικό κράτος. Διαβάζοντας για παράδειγμα, τον Α. Λοβέρδο, βλέπουμε ότι θεωρεί ότι ήταν αναγκαία η τρομοκρατία για εκείνη την περίοδο γιατί δεν υπήρχαν αυτές οι δομές οι αστικές, π.χ. οι συνταγματικές που ήταν αναγκαίες για να δομηθεί και να δημιουργηθεί το σύγχρονο αστικό κράτος. Όχι, δεν ήταν καθόλου αναγκαίες, γιατί δομές κοινωνικές υπήρχαν. Υπήρχαν οι αυτόνομοι Τομείς, υπήρχαν οι συνελεύσεις στις επαρχίες, είχαν το τοπικά δικαστήρια, υπήρχε μια ισότητα που διαρθρωνόταν κατά την πρόοδο της επανάστασης. Όμως αυτή η διαδικασία χτυπιόταν ξανά και ξανά.

Αναλύω σε αυτό το βιβλίο που έχω γράψει, πώς προέκυψε ένας λαός να διαπράττει πολιτικά εγκλήματα και για ποιο λόγο αυτά τα ‘‘εγκλήματα’’ έγιναν τόσο βίαια. Έχει μείνει στην ιστορία ότι η Γαλλική Επανάσταση εκδήλωσε τόσο μεγάλο βαθμό βιαιότητας, που στο τέλος –συνδεδεμένη με το κράτος της τρομοκρατίας των Ιακωβίνων ως απόληξη της επανάστασης– χρησιμοποιείται η Γαλλική Επανάσταση ως παράδειγμα προς αποφυγή για όλες τις επαναστάσεις. Δηλαδή, τι λένε ότι είναι οι επαναστάσεις; ‘‘Οι επαναστάσεις είναι ένα θέατρο βιαιοπραγιών και εγκλημάτων τόσο σφοδρών και τόσο ανελέητων που καλύτερα είναι να έχεις μια εξουσία έστω και αν είναι κάπως αυταρχική, παρά να προβαίνουν σε έναν τέτοιο αλληλοσπαραγμό τόσο σφοδρό, τόσο βίαιο οι κοινωνίες’’. Όμως, αυτή η ‘‘τρομοκρατία’’ που ασκήθηκε από τα κάτω, τα πολιτικά ‘‘εγκλήματα’’ όπως θα λέγαμε σήμερα, ήταν απόρροια μιας ανένδοτης εξουσίας η οποία δεν έκανε καμία υποχώρηση στις διεκδικήσεις ενός λαού που μαζικά διεκδικούσε να κατοχυρώσει.

Για το πολιτικό έγκλημα τώρα, διαβάζοντας και προσπαθώντας να καταλάβω την ιστορία, έβλεπα ότι υπήρχαν διαφοροποιήσεις. Δηλαδή, στην περίπτωση της Γαλλίας –αναφέρει πάλι ο Λοβέρδος– ότι ενώ αναγνωριζόταν για παράδειγμα, το 1810 το πολιτικό έγκλημα (υπάρχουν αναφορές του όρου στις προπαρασκευαστικές εργασίες του γαλλικού ποινικού κώδικα ως στοιχεία καθορισμού του πεδίου επιβολής των ποινών) δεν αναγνωριζόταν με πιο επιεικείς όρους αλλά πιο αυστηρά. Στη πορεία, λίγα χρόνια αργότερα, το 1830 στην Ιουλιανή μοναρχία, υπάρχει κατοχυρωμένο στο γαλλικό σύνταγμα το πολιτικό ‘‘έγκλημα’’ και μάλιστα, αντιμετωπιζόταν με ευνοϊκούς όρους οι πολιτικοί ‘‘εγκληματίες’’. Ήταν μια περίοδος που αντιμετωπίζονταν ως πρόσωπα με ευγενή κίνητρα, ως πρόσωπα τα οποία δικαιούνται έναν σεβασμό, να μην τους επιβάλλεται ατιμωτικός τρόπος εκτέλεσης των ποινών τους. Είχε καταργηθεί για τα πολιτικά ‘‘εγκλήματα’’ η θανατική ποινή που ίσχυε για άλλα, έπρεπε να εκτελούν τις ποινές τους σε ειδικές συνθήκες και όχι όπως οι υπόλοιποι κρατούμενοι, κλπ, κλπ. Αυτό ανετράπη. Ανετράπη μέσα στην εξέλιξη της πολιτικής ιστορίας της ίδιας της Γαλλίας. Όλη η ιστορία της νομολογίας με δυο λόγια, από την εποχή της Γαλλικής Επανάστασης μέχρι σήμερα για το πολιτικό ‘‘έγκλημα’’, είναι άμεση συνέπεια των πολιτικών συνθηκών που επικρατούν. Δηλαδή, η νομολογία ποτέ, όπως αναγνωρίζουν όλοι, ποτέ δεν έχει καταλήξει σε έναν ορισμό και σε μια ανάλυση κοινώς αποδεκτή για το τι είναι πολιτικό ‘‘έγκλημα’’ και αυτό να το εφαρμόζει. Και στην ελληνική νομολογία, ισχύει το ίδιο. Έχουν δομήσει κάποιες θεωρίες με βάση τις οποίες πρέπει να ερευνάται αν κάτι είναι πολιτικό ‘‘έγκλημα’’ ή όχι, κλπ. Συναντάμε για παράδειγμα στην Γαλλία, όπως ήδη ανέφερα, τη σύνθεση υποκειμενικής –των κινήτρων δηλαδή του δράστη– και αντικειμενικής θεωρίας· δηλαδή το προσβαλλόμενο, όπως λέει ,αγαθό είναι πολιτικό. Στη πορεία, άρχισε να γίνεται μια έρευνα για το ποια από όλες τις θεωρίες είναι η ορθή και ποια όχι. Αυτό το βιβλίο που αναφέρω και που το χρησιμοποιώ ως πηγή σε αυτό που έχω γράψει, καθώς και ο ο καθηγητής Ι. Μανωλεδάκης αλλά και άλλοι, έχουν κάνει μεγάλη ανάλυση για το αν θα έπρεπε, για παράδειγμα, το φαινόμενο της ‘‘τρομοκρατίας’’ να αναγνωρίζεται ή όχι ως πολιτικό ‘‘έγκλημα’’. Αυτοί έχουν καταλήξει ότι θα έπρεπε, υπό κάποιες προϋποθέσεις. Θεωρούν ότι όλες οι θεωρίες που έχουν καταγραφεί, έχουν τα προβλήματά τους. Όμως η κατάληξη της νομολογίας να χρησιμοποιεί τη στενή του πολιτικού εγκλήματος θεωρία, δηλαδή ότι και άμεσα πρέπει να έχεις προσβάλει το κράτος, το πολίτευμα, και να τα έχεις καταφέρει να το ανατρέψεις. Όπως έλεγε η Συμεωνίδη-Καστανίδου ‘‘όποιος δεν έχει καταφέρει να το ανατρέψει, δεν είναι πολιτικός εγκληματίας, όποιος τα έχει καταφέρει, είναι’’. Δηλαδή, μια μάταιη συνθήκη σε σχέση με τους ανθρώπους οι οποίοι διεκδικούν την πολιτική ταυτότητά τους μέσω των δικαστηρίων. Η στενή αντικειμενική, λένε όλοι, ότι δεν ήταν ποτέ αποτέλεσμα έρευνας και ανάλυσης στη νομική επιστήμη. Είναι μια κατάληξη της ίδιας της νομολογίας για να καταστείλει το πολιτικό έγκλημα και να το αποπολιτικοποιήσει. Δηλαδή, μέσω της αποπολιτικοποίησης να καταφέρει η δικαστική εξουσία την πιο αποτελεσματική καταστολή του. Σε αυτό έχουν καταλήξει –όχι εγώ, όλοι αυτοί που έχουν αναλύσει το πολιτικό ‘‘έγκλημα’’.

Όσον αφορά τον Επαναστατικό Αγώνα και τον 187Α, το άρθρο με το οποίο δικάζομαι: Ο 187Α δικάζει στην ουσία πολιτικά ‘‘εγκλήματα’’. Δηλαδή αναφέρει τις αντικειμενικές προϋποθέσεις για να διωχθεί μια πράξη με βάση τον 187Α η οποία γίνεται ‘‘σε τρόπο και σε έκταση που είναι δυνατόν να προκαλέσει βλάβη σε μια χώρα’’. Μένει να εξηγηθεί τι εννοούμε ‘‘χώρα…’’. Προφανώς δεν εννοούμε τον αέρα. Εννοούμε συγκεκριμένα πολιτικά και κοινωνικά χαρακτηριστικά συγκρότησης της χώρας. Που σημαίνει ότι οι αντικειμενικές προϋποθέσεις για να θεωρήσεις ως πολιτικό έγκλημα μια πράξη αναφέρεται σωρευτικά, όχι διαζευκτικά, όπως πολλά δικαστήρια διαβάζανε και το ‘‘και’’ το έκαναν ‘‘ή’’. Πρέπει δηλαδή να υπάρχουν σωρευτικά τα πολιτικά κίνητρα με στόχο και σκοπό να δημιουργήσει κάποιος βλάβη και ανατροπή στο υπάρχον πολιτικο-οικονομικό καθεστώς. Το λέω τώρα περιφραστικά για να μην το διαβάζω κατά λέξη και καθυστερούμε. Προφανώς ο 187Α είναι ένας νόμος ο οποίος περιέχει –δεν κάνουμε ανάλυση την αντικειμενική και την υποκειμενική, προφανώς αυτά τα γνωρίζετε– τη μικτή περί του πολιτικού εγκλήματος θεωρία. Περιέχει την αντικειμενική θεωρία, δηλαδή, ο στόχος που πλήττεται πρέπει να είναι πολιτικός, το οποίο αφορά τις αντικειμενικές προϋποθέσεις του ‘‘εγκλήματος’’, προκειμένου να αναγνωριστεί και η υποκειμενική θεωρία γιατί αναφέρονται και τα κίνητρα. Όμως η νομολογία δεν αναγνωρίζει τα πολιτικά κίνητρα, παρόλο που φωτογραφίζει τα πολιτικά κίνητρα, φωτογραφίζει την αντικειμενική πολιτική υπόσταση μιας πράξης.

Παρ’ όλα αυτά έχει εξορίσει, έχει διαγράψει τη μικτή περί του πολιτικού εγκλήματος θεωρία με τη χρησιμοποίηση του σύνθετου πολιτικού ‘‘εγκλήματος’’, όχι του αμιγούς, την αντικειμενική με το σύνθετο. Την έχει διαγράψει η νομολογία ως μη πρόσφορη για να γίνει η έρευνα και για να αναγνωριστεί κάποιος ότι διαπράττει πολιτικό ‘‘έγκλημα’’. Και όλες οι ενστάσεις που έχουμε κάνει περί αναρμοδιότητας του δικαστηρίου καταλήγουν να μην γίνονται δεκτές με τη χρησιμοποίηση της στενής αντικειμενικής θεωρίας.. Αυτό είναι μια τεράστια αντίφαση. Δηλαδή, έχεις ένα νόμο που σου περιγράφει το πολιτικό ‘‘έγκλημα’’, αλλά πολιτικό έγκλημα δεν αναγνωρίζεται. Αναγνωρίζεται ως πολιτικό ‘‘έγκλημα’’ μόνο το πραξικόπημα.

Το πραξικόπημα όμως δεν διεξάγεται ποτέ από έναν πολιτικό αντίπαλο του συστήματος εξουσίας. Οπότε δεν μπορεί να νοηθεί, όπως έλεγε ο Μανωλεδάκης, πολιτικός ‘‘εγκληματίας’’ ο οποίος έχει μια υπαλληλοστρατιωτική ιδιότητα μέσα στο κράτος. Είναι αντιφατικό. Άρα καταλήγουμε ως πολιτικά εγκλήματα να αναγνωρίζονται από τη σύγχρονη νομολογία, μόνο τα πραξικοπήματα. Δηλαδή, η προσπάθεια μιας αλλαγής, ή μάλλον ενός πολιτεύματος από ανθρώπους οι οποίοι συμμετέχουν από τα πριν μέσα σε αυτό.

Δεν θεωρώ ότι είναι προς τιμήν του σύγχρονου νομικού συστήματος. Ειλικρινά. Δεν αναγνωρίζει πολιτικό αντίπαλο. Έχει γραφτεί και αυτό, ότι στις σύγχρονες δημοκρατίες δεν νοείται πολιτικός αντίπαλος. Μα είναι δυνατό να έχει φθάσει σε αυτό το επίπεδο, στην ύψιστη μορφή τελειότητας αυτό το σύστημα εξουσίας που δεν νοείται κάποιος να αντιπαρατίθεται σ’ αυτό; Είναι μια στάση ολοκληρωτισμού. Δηλαδή, το να μην αναγνωρίζεις τον πολιτικό σου αντίπαλο και να κάνεις τα πάντα για να μην έχει αυτό το χαρακτηρισμό και ενώ υπάρχει, να κάνεις ότι δεν υπάρχει, είναι μια στάση ολοκληρωτισμού. Ένα σύστημα ολοκληρωτικό, φυσικά και δεν αναγνωρίζει ότι υπάρχει κάποιος ο οποίος διαφωνεί μαζί του. Αναφέρω μέσα σε αυτό που έχω γράψει και το δικαίωμα στην αντίσταση, γιατί θεωρώ ότι σαν πολιτικό υποκείμενο είχα δικαίωμα να αντισταθώ απέναντι στις αδικίες και απέναντι σε ένα σύστημα εξουσίας το οποίο ανακυκλώνεται και αναπαράγεται στη βάση της αδικίας, στη βάση των διαχωρισμών, στη βάση της κοινωνικής περιθωριοποίησης, της φτώχειας, κλπ.

Η πράξη τώρα για την οποία ο Επαναστατικός Αγώνας ανέλαβε την πολιτική ευθύνη, η τοποθέτηση της βόμβας στη ΤτΕ που είναι παράρτημα της Ε.Κ.Τ –δεν είναι αυτόνομος μηχανισμός– και το Δ.Ν.Τ, έγινε σε μια περίοδο η οποία ήταν η περίοδος των ‘‘μνημονίων’’. Και μάλιστα έγινε σε μια περίοδο, που έχει γίνει στην ιστορία ως η περίοδος των ‘‘μνημονίων’’. που είχαν παύσει να εκδηλώνονται κοινωνικές αντιδράσεις στα ‘‘μνημόνια’’. Μιλάμε για ένα στόχο, μια δομή η οποία είναι οικονομικής φύσεως αλλά και πολιτική διότι η διασύνδεση πολιτικής και οικονομίας σήμερα είναι πάρα πολύ έντονη και το γνωρίζουν όλοι. Επίσης, δεν είναι μόνο εθνικός, είναι υπερεθνικός οργανισμός και ο ένας και ο άλλος. Μιλάμε δηλαδή, για δύο δομές, που είναι και πολιτικές –όχι μόνο πολιτικές– γιατί διαμορφώνουν τις πολιτικές μέσα σε μια χώρα και μάλιστα τις επιβάλλουν, δεν είναι αποτέλεσμα ‘‘δημοκρατικών’’ διαδικασιών τι θα επιβάλει το ΔΝΤ και τι η ΕΚΤ μέσω της ΤτΕ.

Τα μνημόνια ήταν αντισυνταγματικά και αυτό το έχουν αναγνωρίσει πλήθος συνταγματολόγων, μεταξύ των οποίων ο Κασιμάτης που έχει βγάλει και ένα βιβλίο. Δεν έχω βέβαια, όλα τα βιβλία που χρειαζόμουν γιατί είμαι στην κατάσταση που είμαι (λόγω των συνεχών μεταγωγών). Πάντως ο Κασιμάτης αναγνωρίζει και είχε καταγράψει, είχε αναλύσει για ποιους λόγους τα ‘‘μνημόνια’’ ήταν και είναι αντισυνταγματικά για πάρα πολλούς λόγους. Όμως δεν αναγνωρίστηκαν όλες αυτές οι παραβιάσεις του Συντάγματος από τα ‘‘μνημόνια’’ ως κατάλυση του συντάγματος. Η κατάλυση όμως του συντάγματος υπήρχε, από κάποιους έχει λεχθεί. Ο Κασιμάτης κάποια στιγμή έλεγε σε μια εκδήλωση ότι εφόσον δεν βρεθούν οι οδοί αυτοί ώστε να ανατραπεί το καθεστώς των ‘‘μνημονίων’’, τότε το λόγο τον έχει ο λαός με το άρθρο 120 του Συντάγματος. Όμως το άρθρο 120 Σ. που δικαιολογεί την αντίσταση σε περίπτωση καταλύσεως του Συντάγματος, είναι περιοριστικό. Όπως σας είπα και πριν στις Χάρτες του μεσαίωνα υπήρχε το δικαίωμα στην επανάσταση και την αντίσταση. Το ίδιο υπήρχε και σε άλλα συντάγματα, στο γαλλικό ή στο σύνταγμα του Hampshire του 1784 στην Αμερική, υπήρχε το ‘‘Δικαίωμα στην επανάσταση’’. Και μάλιστα, με γενικούς όρους, όχι περιοριζόμενο στη προάσπιση της συνταγματικής τάξης, αλλά στη προάσπιση των δικαιωμάτων της κοινωνίας.

Γράφει για παράδειγμα ο Σπυρόπουλος στο «Δικαίωμα αντίστασης», εφόσον έχεις κατάλυση του συντάγματος, το α 120 του Συντάγματος, παύει να έχει ισχύ γιατί ήδη το Σύνταγμα έχει καταλυθεί. Πού μπορεί να βασιστεί όμως το δικαίωμα στην αντίσταση σε αυτή τη περίπτωση; Η απάντηση που δίνει είναι ‘‘στο φυσικό δίκαιο’’. Το φυσικό δίκαιο όμως είναι υπέρτερο του θετικού όπως αναγνωρίζει πλήθος νομικών. Το φυσικό δίκαιο αντλεί την παράδοσή του από το βάθος των αιώνων και έχει στο πυρήνα του την αλληλεγγύη, τη δικαιοσύνη, τη πραγματική δικαιοσύνη, την κοινωνική ισότητα όλων των ανθρώπων και όχι μόνο απέναντι στο νόμο, τη πολιτική ισότητα. Πράγματα δηλαδή, τα οποία εξοβελίζονται από τη σύγχρονη κοινωνία.

Θεωρώ ότι η πράξη αυτή για την οποία δικάζομαι, κατ’ αρχήν ήταν πολιτική πράξη. Δηλαδή, πληροί όλες τις προϋποθέσεις. Και αυτές της αντικειμενικής θεωρίας και όσον αφορά τα κίνητρα, εννοείται ότι ήταν πολιτικά. Οπότε μιλάμε για μια πράξη που διώκεται και θα μπορούσε να αναγνωριστεί ως πολιτική με βάση όλες τις θεωρίες: την αντικειμενική, την υποκειμενική, τη μικτή περί του πολιτικού εγκλήματος και ακόμα και τη στενή αντικειμενική. Αλλά σε αυτό το τελευταίο που επικαλούμαι τώρα, δεν το έχω πει εγώ. Το έχει πει ο εισαγγελέας στην προηγούμενη δίκη, ο οποίος στην αγόρευσή του επί των ποινών, αναφέρει κάτι το οποίο εγώ δεν το είχα πει ποτέ, αλλά το είπε ο ίδιος. Ότι θα μπορούσε να είχε καταρρεύσει το κτίριο της ΤτΕ και εφόσον είχε καταρρεύσει το συγκεκριμένο κτίριο, θα είχε καταρρεύσει το ελληνικό τραπεζικό σύστημα. Εφόσον όμως, λέω εγώ, κατέρρεε το τραπεζικό σύστημα και είχε δίκιο ο κ. εισαγγελέας τότε –εντάξει, υπερέβαλε–, όμως αν είχε δίκιο, δηλαδή, αν όντως υπό κάποιες προϋποθέσεις μπορούσε να προκληθεί κατάρρευση του τραπεζικού συστήματος στην Ελλάδα, μιλάμε για κατάρρευση του καθεστώτος. Οπότε αναγνώριζε –χωρίς να το θέλει ο ίδιος– τη προσφορότητα μιας μόνο ενέργειας σε σχέση με αυτό που απαιτεί και η στενή αντικειμενική περί του πολιτικού εγκλήματος θεωρία. Δηλαδή, να υπάρχει ανατροπή ενός συστήματος εξουσίας.

Ήθελα όμως να σας πω –επειδή την έχετε την απόφαση για τον κ. Δράκο– επειδή αντέδρασα άμεσα γιατί γνωρίζω, είχα ενημερωθεί γι’ αυτά τα ζητήματα και αναγνώρισα ότι στην ουσία ανέτρεψε όλη την ελληνική νομολογία από τις αρχές του αιώνα –τη νομολογία του Α.Π– σε σχέση με τη στενή αντικειμενική, η οποία παγιώθηκε το 1977 με την υπόθεση απέλασης του Pohle. Δεν ξέρω αν την γνωρίζετε, ενός Γερμανού αντάρτη πόλης μέλος της RAF (Φράξια Κόκκινος Στρατός). Στην υπόθεση αυτή υπήρξε δικαστική αντιπαράθεση για το αν ο Pohle ήταν πολιτικός ‘‘εγκληματίας’’ με βάση το σύνταγμα και αν έπρεπε να εκδοθεί στη Γερμανία ή όχι. Το Εφετείο τότε τον είχε αναγνωρίσει ως πολιτικό ‘‘εγκληματία’’. Είχαν συνταχθεί με το ‘‘γενναίο’’ όπως έλεγαν τότε εφετείο Αθηνών, πάρα πολλοί πολιτικοί του ΠΑΣΟΚ –ο Α. Παπανδρέου και πάρα πολλοί άλλοι– οι οποίοι έλεγαν ‘‘ότι ναι, εδώ μιλάμε για μια περίπτωση όπου ισχύει η μικτή περί του πολιτικού εγκλήματος θεωρία, έχουμε συναφή με το πολιτικό ‘‘έγκλημα’’ πράξεις, καλύπτεται η περίπτωση Pohle από το Σύνταγμα και ορθώς αποφασίστηκε να μην εκδοθεί στη Γερμανία γιατί είναι πολιτικός κρατούμενος με βάση το σύνταγμα’’. Και βάσισαν την απόφασή τους στο γεγονός ότι το ίδιο το σύνταγμα λέει ότι δεν έχουν δικαίωμα να απελάσουν έναν άνθρωπο ο οποίος ‘‘διώκεται για τη δράση του υπέρ της ελευθερίας’’. Αυτό δεν συγκεκριμενοποιεί ποια ακριβώς θεωρία πρέπει να εφαρμοστεί, συνεπώς η μικτή περί του πολιτικού εγκλήματος θεωρία και η θεωρία για τις συναφείς με το πολιτικό ‘‘έγκλημα’’ πράξεις, ήταν κατάλληλες για να μπορέσουν να αναγνωριστεί ο Pohle ως πολιτικός κρατούμενος. Όμως μετά τοποθετήθηκε ο Α.Π ενάντια σε αυτή την απόφαση, βγάζοντας τη νομολογία αυτή η οποία χρησιμοποιείται παγίως μέχρι τις μέρες μας με διάφορες παραλλαγές χωρίς ωστόσο να αναφέρεται ποτέ ότι εφαρμόζεται αυτή η συγκεκριμένη θεωρία, η στενή περί του πολιτικού ‘‘εγκλήματος’’ θεωρία. Απλώς, την εφαρμόζουν χωρίς ποτέ να την κατονομάζουν.

Στη δική μου περίπτωση, στη περίπτωση του Επαναστατικού Αγώνα μιλάμε καθαρά, καθαρότατα για πολιτικές πράξεις και πολιτική δράση. Και εγώ πληρώ όλες τις προϋποθέσεις για να αναγνωριστώ ως πολιτικό υποκείμενο. Επίσης, θα ήθελα να κάνω μια υποσημείωση γιατί η συζήτηση στο εφετείο που εκδικαζόταν η υπόθεση της επίθεσης στη ΤτΕ για το Νίκο Μαζιώτη ο κος εισαγγελέας είχε πει ‘‘ότι ορθά είναι αυτά που λέτε περί του συντάγματος, όμως η αντίσταση πρέπει να είναι μέσα στα υπάρχοντα νόμιμα πλαίσια’’. Πλην όμως αυτό είναι αντιφατικό. Ο Σπυρόπουλος που σας ανέφερα στο βιβλίο «αντίσταση με βάση το α. 120 του Συντάγματος», λέει ότι αντίσταση νόμιμη δεν υφίσταται. Ότι αντίσταση που δεν παραβιάζει το νόμο, δεν είναι αντίσταση. Γιατί η νομιμότητα είναι αυτή που εξασφαλίζει για το σύστημα τη συμμόρφωση σε μια συνθήκη όπου η συνταγματική νομιμότητα έχει καταλυθεί. Η μη συμμόρφωση και η αντίσταση πρέπει να παραβιάζει το νόμο. Άρα δεν μπορεί να είναι νόμιμη. Το αναφέρει πιο αναλυτικά και πιο επιθετικά, θα έλεγα. Δεν θα επεκταθώ άλλο σε αυτό. Δηλαδή, ακόμα και σε αυτό το επίπεδο, το ζήτημα του δικαιώματος αντίστασης στη συγκεκριμένη περίοδο, πιστεύω ότι ακόμα και σε αυτή τη περίπτωση πληρώ, πληρούμε όλες τις προϋποθέσεις. Οπότε πιστεύω ότι το αρμόδιο όργανο, το αρμόδιο δικαστήριο για να δικάσει τις δικές μου υποθέσεις, είναι το μικτό ορκωτό με βάση το Σύνταγμα. Αυτά τώρα που έχω γράψει και σας καταθέτω, τα διαβάζετε με την ησυχία σας και επειδή θα εκδοθεί εν καιρώ, είσαστε οι πρώτοι που το παίρνετε.

Πόλας Ρούπα: Για την κατηγορία της διεύθυνσης και το δεδικασμένο

Συμπληρωματικά σε όσα είπαν οι συνήγοροι, θέλω επιγραμματικά να προσθέσω κάτι. Μια φράση μόνο θα χρησιμοποιήσω της Ε. Συμεωνίδη-Καστανίδη σε σχέση με το γεγονός ότι δεν έχει προσδιοριστεί από τη νομολογία το πολιτικό έγκλημα. Όμως εξαιρούνται –για εξ’ εφόδου αποπολιτικοποίηση μίλαγε ο Λοβέρδος– μια σειρά από πράξεις από την έννοια του πολιτικού εγκλήματος. Για τη βίαιη, απολυταρχική, όπως χαρακτηρίζεται από τον ίδιο, αποπολιτικοποίηση των πράξεων που χαρακτηρίστηκαν ως τρομοκρατικές. Απ’ αυτό το κενό, ναι, δημιουργείται νόμος από τη νομολογία. Το γνωρίζω αυτό. Αλλά συμπληρώνει μια πολιτική σκοπιμότητα –όπως είπα και πριν, πράγματα που λένε και άλλοι αναλυτές–, ότι δεν είναι αποτέλεσμα αναλύσεων, αφορά μια πολιτική σκοπιμότητα. Η πολιτική σκοπιμότητα είναι να περιχαρακωθεί σε τέτοιο βαθμό το πολιτικό ‘‘έγκλημα’’ ώστε να εξαιρεί τους πάντες, οποιονδήποτε άνθρωπο αντιδρά εμπράκτως απέναντι σε ένα πολιτικό σύστημα εξουσίας και να κρατήσει αυτήν την πολιτική ιδιότητα μόνο γι’ αυτούς οι οποίοι προέρχονται από το ίδιο το σύστημα. Δηλαδή, περιχαρακώνει την έννοια της αντίστασης στο εσωτερικό του ίδιου του κρατικού μηχανισμού.

Αλλά αυτό δεν υφίσταται στην ιστορική πραγματικότητα, ποτέ. Ποτέ δεν υπήρξε σύστημα εξουσίας που να μην είχε έναν αντίπαλο, κάποιους αντιπάλους οι οποίοι με τον άλφα ή βήτα τρόπο να το αντιμάχονται. Ή να επιδιώκουν κάποια αλλαγή, κάποια μεταβολή ή ακόμα και την ανατροπή του. Με μία πρόταση όμως, η οποία θα αφορά μια άλλου τύπου κοινωνική οργάνωση και όχι απλώς ως διαμαρτυρία. Αλλά ακόμα και ως διαμαρτυρία να εκφράζεται –δεν με αφορά εμένα αυτό γιατί δεν ήταν διαμαρτυρία η δράση του Επαναστατικού Αγώνα–, οι πράξεις που με αφορούν απέναντι στην παραβίαση δικαιωμάτων, και αυτό αναγνωρίζεται από πολλούς αναλυτές ως πολιτικό έγκλημα. Η προάσπιση δηλαδή, ενός δικαιώματος το οποίο καταπατάται από το υπάρχον σύστημα εξουσίας.

Για να κλείσω, θα αναφέρω μόνο τη σκέψη της Συμεωνίδη-Καστανίδη η οποία λέει σε σχέση με αυτά τα ζητήματα: ‘‘ ό, τι θα’ ταν πιο απλό, πιο σίγουρο και πιο σύμφωνο με τις επιταγές του Συντάγματος για ασφάλεια στην απονομή της δικαιοσύνης (άρθρο 8 Συντάγματος 1975), να προσδιορίσει δηλαδή στο κείμενο του νόμου την έννοια του πολιτικού εγκλήματος, αρνήθηκε μέχρι τώρα να το κάνει ο Έλληνας νομοθέτης, από το φόβο –τον πολύ εύλογο– πως ό, τι σήμερα αντιμετωπίζεται με πολιτική συμπάθεια, αύριο μπορεί να στραφεί ενάντια σ’ αυτούς που με την κοινοβουλευτική τους πλειοψηφία εκφράζουν κάθε φορά την πολιτική κρατική βούληση’’. Αυτό το αναφέρει η Ε. Συμεωνίδη-Καστανίδη στην ανάλυσή της «Η ποινική προστασία των πολιτικών σωμάτων στο ελληνικό δίκαιο». Αυτό είναι η πραγματικότητα και αυτό το αναγνωρίζουν πάρα πολλοί. Ότι δηλαδή, η νομολογία διαμορφώθηκε με βάση πολιτικούς σκοπούς και όχι στη βάση αναγκών της νομικής επιστήμης.

Να πω δυο λόγια για το ζήτημα της ‘‘διεύθυνσης’’ και το δεδικασμένο. Κατ’ αρχήν η κατηγορία της ‘‘διεύθυνσης’’ αποδόθηκε σε μένα και στο σύντροφό μου Νίκο Μαζιώτη όχι από την αρχή, αλλά από τη στιγμή που πρόεκυψε ανάγκη να αναλάβουμε την πολιτική ευθύνη. Δηλαδή, εφόσον βγήκαμε και δηλώσαμε ότι αναλαμβάνουμε τη πολιτική ευθύνη για συμμετοχή στη συγκεκριμένη οργάνωση, τον Επαναστατικό Αγώνα, ασκήθηκε ποινική δίωξη γι’ αυτό το λόγο. Για κανέναν άλλο λόγο. Επειδή υπερασπιζόμαστε πολιτικά την ιστορία μας, τις επιλογές μας, τους λόγους και τους πολιτικούς σκοπούς που είχε αυτή η οργάνωση, κλπ. Το πρώτο δικαστήριο που μας δίκασε για τη δράση της οργάνωσης από το 2003 μέχρι το 2010, δέχτηκε ότι δεν υφίσταται διεύθυνση. Ο κος Λιόγας, ο εισαγγελέας τότε, είχε δεχθεί και έκανε πρόταση για απαλλαγή από την κατηγορία αυτή γιατί όπως είπε ‘‘έχουμε πειστεί ότι επειδή είναι αναρχικοί και οι αναρχικοί δεν προσβλέπουν σε καμία ιεραρχική οργάνωση, δεν έχουν ιεραρχία μέσα στις δικές τους οργανώσεις και μέσα στα δικά τους πολιτικά σχήματα, άρα δεν ευσταθεί η κατηγορία της διεύθυνσης’’. Επίσης, χρησιμοποίησε και κάποια και στοιχεία που υπήρχαν μέσα στη δικογραφία τότε, σε σχέση με κάποια τηλεφωνήματα που φαινόταν ο αμεσοδημοκρατικός χαρακτήρας των αποφάσεων –και είχε τότε κατονομάσει κάποια πρόσωπα– μέσα από το κατηγορητήριο για κάποιες τηλεφωνικές επικοινωνίες, Βέβαια, δεν τα έχω μπροστά μου τώρα αυτά τα στοιχεία, αλλά τα χρησιμοποίησε συν το επιχειρήματα αυτό –όπως σας είπα–, ‘‘επειδή είναι αναρχικοί, άρα δεν έχουν συγκεντρωτικά μοντέλα, ιεραρχικά, αυτού του τύπου οι πολιτικές οργανώσεις τους’’.

Όμως το ζήτημα της εκκρεμοδικίας ή του δεδικασμένου που έχω προβάλλει ως ένσταση και σε άλλα δικαστήρια…. Να σας πω εδώ ότι στο εφετείο του Νίκου Μαζιώτη για την ίδια υπόθεση, της ΤτΕ, η κατηγορία της διεύθυνσης είχε καταρρεύσει, δεν έχει καταδικαστεί γι’ αυτό. Μένει να δούμε τι θα γίνει τώρα με εμένα.

Όμως υπάρχει ένας κατακερματισμός του χρόνου της ύπαρξης και της δράσης της οργάνωσης. Έτσι με βάση αυτό τον κατακερματισμό, τα δικαστήρια βγαίνουν και λένε ότι μιλάμε για διαφορετική περίοδο δράσης της οργάνωσης, άρα πρέπει να εξετάσουμε εκ νέου αν στη νέα περίοδο υφίσταται κάποιο νέο διευθυντήριο το οποίο μπορεί να υπήρχε την προηγούμενη φορά ή να μην υπήρχε. Πάντως το άλλο δικαστήριο δέχτηκε ότι δεν υπήρχε. Εγώ έθετα πάντα –και οι συνήγοροί μου– το ερώτημα, ότι αν μιλάμε για την ίδια οργάνωση, την οποία αναγνωρίζουν όλα τα κατηγορητήρια ότι είναι ίδια –γιατί προϋποθέτει και τη διάρκεια για να υφίσταται αυτή η κατηγορία–, τότε η διεύθυνση, αν υπάρχει διεύθυνση, αν υπάρχει διευθυντήριο σε κάποια τέτοια οργάνωση, θα πρέπει να είναι δομικό στοιχείο της ίδιας της οργάνωσης. Που σημαίνει, αν κατακερματίζεις το χρόνο και μιλάς για μια οργάνωση με διευθυντήριο και μια οργάνωση χωρίς διευθυντήριο σε διαφορετικούς χρόνους, τότε μιλάς για άλλη οργάνωση. Πάνω σε αυτό το διάλογο και τη διαφωνία, η απάντηση των δικαστηρίων ήταν ότι πρόκειται για στιγμιαίο έγκλημα και όχι για διαρκές (το ζήτημα της ‘‘διεύθυνσης’’).

Όμως δεν μπορώ να καταλάβω και το εξηγώ με απλά λόγια και το ερωτώ: Πώς είναι δυνατόν να κρίνεις ένα ‘‘έγκλημα’’ ως στιγμιαίο όταν διαρκεί κάποια χρόνια; Δύο, τρία, τέσσερα, πέντε; Δεν μου δόθηκε ποτέ μια απάντηση σε αυτό. Το ζήτημα όμως είναι ότι παραμένει το ερώτημα αν εδώ πέρα ισχύει με βάση τη νομολογία, όπως ανέπτυξε η συνήγορός μου, το δεδικασμένο και αν μπορεί να αναγνωριστεί ότι αυτό πρέπει να επεκταθεί, χωρίς να εξεταστεί από αυτό το δικαστήριο το ζήτημα της απαλλαγής μου από τη συγκεκριμένη κατηγορία.

Βέβαια, το ζήτημα της απαλλαγής μου για μένα, δεν είναι τόσο σε επίπεδο της ποινικής αντιμετώπισης όσο της πολιτικής μου αντιμετώπισης. Δηλαδή, δεν θέλω να αποδεχτώ, δεν μπορώ να αποδεχτώ το ρόλο της διευθύντριας, διότι πολύ απλά, δεν είχαμε διευθυντές ποτέ στις οργανώσεις μας. Και όπως έλεγε και ο Ηρόδοτος (στο Γ΄ Βιβλίο των Ιστοριών του) «οΰτε γάρ άρχειν οΰτε άρχεσθαι έθέλω». Αυτή είναι η αρχή μου στην ζωή μου, στη δράση μου και στην οργάνωση για την οποία ανέλαβα την πολιτική ευθύνη, γι’ αυτό το λέω. Και θέλω να πέσει αυτή η κατηγορία.

Πόλα Ρούπα μέλος του Επαναστατικού Αγώνα




Πηγή: Mpalothia.net