17 Ιανουαρίου, 2023
από Anarchy Press
211 προβολές

Κοινωνικές προεκτάσεις των πολιτικών στέγασης, Προσφυγική οπτική και αντιστάσεις των αποκλειόμενων.

Εκδόσεις Αλφειός/Ιστορία και Θεωρία της Ιστορίας/2, Πρώτη έκδοση Ιούνιος 2022, σελ. 264

Σπύρος Γ. Ντελέζος

«Η στέγαση των προσφύγων του ’22 στις πόλεις αποτέλεσε ένα πολυσύνθετο εγχείρημα. Το ελληνικό κράτος και οι φορείς που ανέλαβαν την πραγμάτωσή του δημιούργησαν το πλαίσιο εντός του οποίου οι ίδιοι οι πρόσφυγες θα αποκτούσαν τη δυνατότητα επανεκκίνησης της ζωής τους. Οι πολιτικές που ακολουθήθηκαν κατά την πρώτη δεκαετία από την άφιξή τους βρίσκονται στο επίκεντρο της παρούσας έρευνας, με τις στοχεύσεις της εξουσίας και τα κοινωνικοπολιτικά επίδικα της περιόδου να τίθενται στο μικροσκόπιο.

Ο συνοικισμός Βύρωνος αποτέλεσε τον πρώτο αστικό προσφυγικό συνοικισμό της χώρας. Η παρακολούθηση των διαδικασιών ίδρυσής του αποτυπώνει την πορεία χιλιάδων ανθρώπων προς την επίτευξη της πολυπόθητης μόνιμης εγκατάστασης. Παράλληλα, φωτίζει τις εσωτερικές διαφοροποιήσεις του προσφυγικού κόσμου σε κοινωνικό και οικονομικό επίπεδο.

Οι πολιτικές γύρω από την κατοικία συχνά οδήγησαν σε αποκλεισμούς. Έτσι, οι πρόσφυγες των πόλεων μέσω της αυτοοργάνωσης προσπάθησαν να προωθήσουν αιτήματα, ενώ υιοθέτησαν επιθετικές μορφές αντίδρασης, φτάνοντας στην κατάληψη οικημάτων σε συνοικισμούς της Αθήνας στα 1925.

Τα γεγονότα που έλαβαν χώρα στον συνοικισμό Βύρωνος αναδεικνύουν τη δυναμική που χαρακτήρισε ένα διακριτό προσφυγικό κομμάτι της περιόδου το οποίο πέτυχε την επανεμφάνισή του στο προσκήνιο της ιστορίας, διεκδικώντας εμφατικά τον επαναπροσδιορισμό των όρων στέγασής του».

(Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου)

Ο συγγραφέας αναδεικνύει το γενικότερο πλαίσιο και τις συνθήκες εγκατάστασης των προσφύγων της μικρασιατικής καταστροφής κατά την πρώτη δεκαετία από τον ξεριζωμό τους. Όπως εξηγεί, το ελληνικό κράτος προχώρησε στην κατασκευή ενός συμπλέγματος φορέων, κρατικών υπηρεσιών, νομοθετημάτων που όρισαν το πλαίσιο υποδοχής και εγκατάστασής τους. Παραθέτει, λοιπόν, τα έκτακτα μέτρα, τις νομοθετικές ρυθμίσεις, τα στεγαστικά προγράμματα, τα κριτήρια, τις προϋποθέσεις και τους όρους ένταξης σ’ αυτά και βέβαια την ίδρυση των συνοικισμών, αλλά και τις μορφές αυτοστέγασης.

Προχωρά, στην συνέχεια, στην έρευνα και την εξέταση των διαδικασιών ίδρυσης του πρώτου αστικού προσφυγικού συνοικισμού της χώρας, του συνοικισμού Βύρωνος, στην ανοικοδόμηση των πρώτων οικημάτων στους πρόποδες του Υμηττού μέχρι τη δημιουργία μιας προσφυγούπολης και αρκετών συνοικισμών στα πέριξ αυτής. Όπως παρατηρεί ο Σπύρος Ντελέζος στην Εισαγωγή της έκδοσης, είναι σημαντικό να διερευνηθεί, εάν η κοινωνική διαστρωμάτωση των προσφύγων, οι οποίοι, φυσικά, δεν είχαν κοινό τόπο διαμονής προηγουμένως, τους ακολούθησε και με ποιον τρόπο στον ελλαδικό χώρο, εάν λόγου χάριν η οικονομική τους κατάσταση επηρέασε και με ποιον τρόπο την πρόσβασή τους στα στεγαστικά προγράμματα και εάν ο παράγοντας αυτός οδήγησε σε αντιπαραθέσεις με το κράτος και τους αρμόδιους φορείς. Ο συγγραφέας δίνει, επίσης, ιδιαίτερο βάρος στην έρευνα για την στάση που κράτησαν οι ίδιοι οι πρόσφυγες έναντι των κρατικών πολιτικών που αφορούσαν στην στέγασή τους, την κριτική που άσκησαν, την συλλογικότητα και την αυτενέργεια που επέδειξαν όσον αφορά στην προώθηση των αιτημάτων τους για την βελτίωση της διαβίωσής τους στους προσφυγικούς οικισμούς.

Νόμος 2870

Άρθρον 1: «Απαγορεύεται η εν Ελλάδι αποβίβασις προσώπων ομαδόν αφικνούμενων εξ αλλοδαπής, εφ’ όσον ούτοι δεν είναι εφωδιασμένοι δια τακτικών διαβατηρίων νομίμως τεθεωρημένων…»

Άρθρον 2: «Πας πλοιοκτήτης, πράκτωρ, πλοίαρχος ή άλλο οιονδήποτε μέλος του πληρώματος πλοίου, όστις ήθελεν αναλάβει, διευκολύνει ή δεχθή της εις την Ελλάδα μεταφοράν των περί ων η εν άρθρω 1 απαγόρευσις προσώπων τιμωρείται δια φυλακίσεως εξ τουλάχιστον μηνών και δια χρηματικής ποινής…»

Εν Αθήναις τη 16η Ιουλίου 1922

Όπως σημειώνει ο συγγραφέας, ο παραπάνω νόμος ψηφίστηκε από το ελληνικό κράτος σχεδόν ένα μήνα πριν την τελική ήττα της εκστρατείας στην Μικρά Ασία, την βίαιη εκτόπιση 1.200.000 προσφύγων και την είσοδο στον ελλαδικό χώρο των 5 περίπου εκατομμυρίων κατοίκων, βάσει της πρωτοφανούς διεθνώς υποχρεωτικής ανταλλαγής πληθυσμών βάσει θρησκεύματος που προέβλεπε η Συνθήκη της Λωζάννης. Η αντιβενιζελική κυβέρνηση, λοιπόν, γνώριζε ήδη από την άνοιξη την έκβαση του πολέμου και προετοίμαζε την «υποδοχή» των προσφύγων, που στην πλειοψηφία τους ήταν βενιζελικοί. Πλήθος κόσμου τούς υποδέχθηκε «θερμά» σε πολλές περιπτώσεις στα λιμάνια φωνάζοντας ρυθμικά, όταν κατέβαιναν από τα πλοία «Έξω οι τουρκόσποροι από την πατρίδα μας».

Οι γέροντες, οι ανήλικοι και οι γυναίκες αποτελούσαν την πλειοψηφία των προσφύγων, από τους οποίους το 54% κατέφυγε σε πόλεις, ενώ το 46% σε αγροτικές περιοχές κυρίως στην Μακεδονία και στην Θράκη. Θα πρέπει να έχουμε υπ’ όψιν μας, ότι την προηγούμενη δεκαετία, λόγω των πολεμικών επιχειρήσεων και των ανακατατάξεων στα Βαλκάνια και εξαιτίας των επιπτώσεων της Πρώτης Μεγάλης Ανθρωποσφαγής και μέχρι το 1922, είχαν ήδη εισέλθει 800.000 πρόσφυγες, παρ’ ότι πολλοί από αυτούς επέστρεψαν στις εστίες τους.

Η διαδικασία των λοιμοκαθαρτηρίων που αρχικά λειτούργησαν στον Άγιο Γεώργιο στο Κερατσίνι, στο Καραμπουρνού της Θεσσαλονίκης και αργότερα στην Μακρόνησο ήταν η πρώτη οδυνηρή εμπειρία για τους πρόσφυγες που, σύμφωνα με τις μαρτυρίες τους, βίωσαν άθλιες συνθήκες κράτησης και διατροφής, εξευτελιστικές συνθήκες και καταστάσεις, με τις γυναίκες να υποβάλλονται σε εξαναγκαστικό κούρεμα και με τον θάνατο κυριολεκτικά να θερίζει.

Όπως τονίζει ο συγγραφέας: «Στην ηττημένη Ελλάδα του 1922 εκκίνησε μια τέτοια προσπάθεια από μεγάλο μέρος του ντόπιου στοιχείου, το οποίο ανέλαβε να καταστήσει σαφές προς τους πρόσφυγες πως ο μόνος χώρος που υπήρχε να διεκδικήσουν βρισκόταν στα κατώτερα στρώματα. Ο ρατσισμός στην καθημερινότητα και οι προσπάθειες αποκλεισμού σε διάφορες εκφάνσεις του δημόσιου βίου αποτέλεσαν το όχημα για την οριοθέτηση αυτή, καθ’ όλη την διάρκεια του Μεσοπολέμου. Η λέξη «πρόσφυγας» απέκτησε υποτιμητική έννοια και αμφισβήτηση της ελληνικής εθνικής τους ταυτότητας οδήγησε πολλούς Μικρασιάτες να αλλάξουν το επίθετό τους ή να διαγράψουν τουρκικά προθέματα και καταλήξεις. Οι προσφωνήσεις «τουρκόσποροι» και «τουρκογεννημένοι» ήταν ενδεικτικές, ενώ το «γιαουρτοβαφτισμένοι» είχε να κάνει με την αμφισβήτηση της ορθόδοξης πίστης τους, δηλαδή ότι δεν βαπτίστηκαν σε νερό αλλά σε γιαούρτι».

Η όξυνση του ρατσισμού και των σχέσεων μεταξύ του ντόπιου στοιχείου και των προσφύγων μεγάλωσε εξαιτίας του γεγονότος, ότι οι πρόσφυγες αναγκάζονταν λόγω ανέχειας να εργάζονται με φθηνότερα μεροκάματα, περισσότερες ώρες ακόμα και τις Κυριακές, οι απεργίες έγιναν πιο δύσκολες, ενώ η διαπραγματευτική δύναμη των εργατών σημείωσε ύφεση. Στις Σέρρες, ντόπιοι, αντιτιθέμενοι στην απαλλοτρίωση γης για να εγκατασταθούν πρόσφυγες, τους επιτέθηκαν με όπλα, μαχαίρια και ρόπαλα τραυματίζοντας σοβαρά αρκετούς.

Οι γυναίκες πρόσφυγες δέχθηκαν ιδιαίτερο ρατσισμό, την ίδια στιγμή που οι ίδιες έσπαγαν πολλά στερεότυπα της εποχής ενώ εισήλθαν μαζικά στην αγορά εργασίας: «Επιπλέον, η παρουσία τους στον δημόσιο χώρο μέσα στους συνοικισμούς διέφερε από την παρουσία των γηγενών γυναικών στις δικές τους περιοχές. Τις περισσότερες ώρες της ημέρας τους τις περνούσαν εκτός σπιτιού λόγω της στενότητας του χώρου των οικημάτων. Στα κατώφλια, στις αυλές και τους δρόμους μπροστά από τα σπίτια δημιουργούσαν δεσμούς συλλογικότητας μεταξύ τους. Τέλος λόγω του διαφορετικού τρόπου ζωής δέχθηκαν χλευασμό και για όλες τις άλλες συνήθειές τους. Ο χαρακτηρισμός «παστρικές» που τους αποδόθηκε με αφορμή πως έκαναν μπάνιο παραπάνω φορές από όσες ήταν «φυσιολογικές» εκείνη την περίοδο και το γεγονός ότι πρόσεχαν την εξωτερική τους εμφάνιση συνέτειναν στη διάδοση αρνητικής φήμης για το ήθος τους».

Η συγκυρία της αγροτικής μεταρρύθμισης, που αν και είχε ξεκινήσει το 1917 προχώρησε το 1923, προέκρινε την «αποκατάσταση» των προσφύγων σε επαρχιακές περιοχές έναντι τις στέγασής τους στις πόλεις όπου οι εργασιακές προοπτικές ήταν ιδιαίτερα δύσκολες, άρα και η επιβίωσή τους. Μια αγροτική μεταρρύθμιση, που οφειλόταν στην ανησυχία της εξουσίας, εξαιτίας του αναβρασμού που επικρατούσε ανάμεσα στους λεγόμενους Παλαιοελλαδίτες ακτήμονες και του φόβου μιας πιθανής συνένωσης αγροτών και εργατών των πόλεων σε ανατρεπτική κατεύθυνση. Την ίδια ανησυχία είχε και ο δυτικός κόσμος, γεγονός που εξηγεί την προθυμία της Δύσης να προχωρήσει σε απανωτές επιδοτήσεις το 1925, όταν σε Αθήνα και Πειραιά ο αριθμός των προσφύγων ανέρχεται στις 100.000 ανθρώπους.

Ενδεικτική της εν δυνάμει εκρηκτικής κοινωνικής κατάστασης είναι η αναφορά του Charles Howland προέδρου της Επιτροπής Αποκαταστάσεως Προσφύγων: «Ο σεβασμός στην τάξη και τους νόμους εξαφανίζεται, όταν κανείς βλέπει την γυναίκα του και τα παιδιά του να πεθαίνουν από δυστυχία, και ο άνδρας γίνεται αναρχικός. Και δεν έλειπαν από την Ελλάδα αυτοί που ήταν πανέτοιμοι να ψαρέψουν σ’ αυτά τα νερά με τον δυναμίτη του λαθροθήρα. Παροχή βοήθειας σε δυστυχία τέτοιου είδους συνιστά πολιτική ανάγκης, αλλά και ζήτημα ανθρωπιάς».

Η Επιτροπή Αποκαταστάσεως Προσφύγων λαμβάνοντας υπ’ όψιν την εγκατάσταση των προσφύγων σε περιοχές της Αθήνας και Πειραιά προέτρεπε την εγκαθίδρυση βιομηχανιών εντός των πλησίον των προσφυγικών συνοικισμών, μ’ ενδεικτικές τις περιπτώσεις της Ν. Ιωνίας, του Βύρωνα και της Καισαριανής, ενώ εναλλακτικά προκρίθηκε η εγκατάσταση των προσφύγων κοντά σε υπάρχοντα εργοστάσια.

Περιεχόμενα

  1. Εισαγωγή
  2. Η άφιξη
  3. Η στόχευση. Αστική και αγροτική αποκατάσταση
  4. Στεγαστική αποκατάσταση στα αστικά κέντρα: Η πρώτη φάση
  5. Στεγαστική αποκατάσταση στα αστικά κέντρα: Η δεύτερη φάση
  6. Ο συνοικισμός Βύρωνος
  7. Οικιστική εξάπλωση του αρχικού συνοικισμού
  8. Η αποτύπωση των ταξικών ανισοτήτων εντός του προσφυγικού κόσμου στον τρόπο στέγασής του
  9. Προσφυγικές αντιδράσεις και αυτενέργεια έναντι των πολιτικών αστικής στεγαστικής αποκατάστασης
  10. Συμπεράσματα
  11. Πηγές
  12. Βιβλιογραφία

Συσπείρωση αναρχικών

Δημοσιεύθηκε στην ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φ.233, Iανουάριος 2023




Πηγή: Anarchypress.wordpress.com