24 Μαρτίου, 2021
από Anarchy Press
414 προβολές


Στις 25 Μαρτίου του 2021, θα εορταστεί η επέτειος της επανάστασης του 1821 και τα διακόσια χρόνια από αυτήν. Η επίσημη διδασκαλία η οποία αφορά τουλάχιστον τις σχολικές βαθμίδες μέχρι και την μέση λεγόμενη εκπαίδευση ασχολείται με μια σειρά γεγονότων, ημερομηνιών, προσώπων κ.λπ. που συνοπτικά έχει χαρακτηριστεί ιστορία της ελληνικής επαναστάσεως του 1821. Μια ιστόρηση, κατά την οποία άλλα γεγονότα μετατοπίζονται εύκολα και βολικά από τον χρόνο και το χώρο που αυτά διαδραματίστηκαν, και άλλα εξαφανίζονται από τους επίσημους και αναγνωρισμένους ιστοριογράφους για να κατασκευαστεί μια ιστορία, κομμένη και ραμμένη στα μέτρα των επιδιώξεων του κράτους και της εξουσίας. Η στρατευμένη αυτή εξιστόρηση, εκτός των άλλων, λειτουργεί ως πλυντήριο που επιχειρεί να ξεπλύνει τους πραγματικούς εχθρούς του κοινωνικού χώρου διαχρονικά και να τους αποδώσει καθαρούς και αστραφτερούς παρουσιάζοντας τους ως εθνεγέρτες, ήρωες και πρωτοστάτες της επαναστατικής διαδικασίας.

Αρκεί μια ματιά, στην διορισμένη επιτροπή του κράτους για να αναγνωρίσουμε τα πρόσωπα, τους θεσμούς και τα συμφέροντα που αυτά αντανακλούν και να κατανοήσουμε τον ρόλο ορισμένων από τους διαχρονικά εχθρούς του κοινωνικού χώρου.

Στον αντίποδα θέτουμε το εξής ερώτημα:

Τί γνωρίζουμε πραγματικά για την ιστορία του 1821; Πόσο έτοιμοι είμαστε να αμφισβητήσουμε βεβαιότητες που αποτελούν μέρος της υποτιθέμενης γνώσης μας;

Η Αγία Λαύρα και η 25η Μαρτίου

«Το Εικοσιένα. Έχουμε ως την ώρα την ιστορία του; Φοβάμαι πως όχι.

Τη μυθολογία του; Φοβάμαι πως ναι». Κωστής Παλαμάς)

Οι μύθοι που κατασκευάστηκαν γύρω από την επανάσταση του 1821, είναι άρρηκτα συνδεδεμένοι με τη διαμόρφωση μιας νεοπαγούς εθνικής συνείδησης και ταυτότητας στον ελλαδικό χώρο, βασισμένη σε μια, ως ένα βαθμό, επινοημένη και διαπλατυμένη βάση του κοινού προγονικού παρελθόντος. Με δεδομένο τον κεντρικό ρόλο, που θα διαδραμάτιζε η εκκλησία στο νεοσυσταθέν ελλαδικό κράτος, εκμεταλλευόμενη την πίστη των ανθρώπων, ενίσχυσε τα μέγιστα και από τη δική της σκοπιά συνέβαλε στη διαμόρφωση της ιστορικής και νεο-εθνικής συνείδησης.

Ως χρόνος έναρξης της ελληνικής επανάστασης, έχει επικρατήσει η 25η Μαρτίου και ως τόπος εκκίνησης αυτής, το μοναστήρι της Αγίας Λαύρας. Εκεί σύμφωνα με τις κρατικές διδαχές, ο επίσκοπος Παλαιών Πατρών Γερμανός, αφού πρώτα όρκισε τους αρχηγούς της Επανάστασης, σήκωσε το χρυσοκέντητο λάβαρο της μονής και κάπως έτσι ξεκίνησε η επανάσταση του 1821· ευλογημένη και έχοντας τις υπερφυσικές διαβεβαιώσεις για την επιτυχή της έκβαση, από την Παναγιά την βρεφοκρατούσα, μιας και η μέρα αυτή συμπίπτει με τον εορτασμό της Παναγίας της ευαγγελίστριας.

Το περί ου λόγος αφήγημα της Αγίας Λαύρας είναι ένας κατασκευασμένος μύθος, που η αφετηρία του μπορεί να ανιχνευθεί στην περιγραφή του Γάλλου περιηγητή και ιστορικού Φρ. Πουκεβίλ, ο οποίος έγραψε την τετράτομη «Ιστορία της αναγεννήσεως της Ελλάδος» (1824). Ο Πουκεβίλ κατ’ αρχάς ήταν απών και στην ιστορία του λησμονεί να καταγράψει συγκεκριμένες ημερομηνίες. Καταλυτική ως προς την κατασκευή και αφομοίωση του μύθου, ήταν και η επίδραση του σχετικού πίνακα του ζωγράφου Θεόδωρου Βρυζάκη (1814-1878) «Ο Παλαιών Πατρών Γερμανός ευλογών την σημαίαν της Επαναστάσεως» (1865).

Η αλήθεια των διαδραματισθέντων γεγονότων, δεν επιβεβαιώνει καθόλου αυτή την εκδοχή, αν και για να είμαστε ειλικρινείς, είναι πολύ πιθανό να ισχύει ότι υπήρξε σχεδιασμός που πρόκρινε την 25η Μαρτίου ως ημέρα εκκίνησης των επαναστατικών γεγονότων. Μετά τη συνέλευση της Βοστίτσας, όπου οι καλικάντζαροι (πρόκριτοι) της Πελοποννήσου εξετάζουν ως εναλλακτικές ημερομηνίες κήρυξης της Επανάστασης την 23 Απριλίου και την 21 Μαΐου, εορτές του Αγίου Γεωργίου και των αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης αντίστοιχα, προτείνεται ως ημέρα έναρξης της επανάστασης από τον Αλέξανδρο Υψηλάντη «ως ευαγγελιζομένη την πολιτικήν λύτρωσιν του ελληνικού έθνους»[1] η 25η Μαρτίου, εορτή του Ευαγγελισμού για τους Ορθοδόξους.

Αυτό, όμως, δεν είναι παρά μία κατασκευή των εξουσιαστών, διότι ακόμη και να είχε οριστεί η 25η Μαρτίου έμεινε τελικά στις επιθυμίες αυτών, που την όρισαν μιας και οι προπαρασκευαστικές ενέργειες ξεκινούν στις 14 Μαρτίου, από τον πρώην κάπο (κάποι=σώματα ενόπλων των προυχόντων) Νικόλαο Χριστοδούλου ή Σολιώτη (από το χωρίο Σόλο της Αχαΐας)[2]. Ο συγκεκριμένος στήνει ενέδρα με μερικούς άλλους, στη θέση Πόρτες κοντά στο χωριό Αγρίδι και σκοτώνουν τρεις τούρκους εισπράκτορες (γυφτοχαρατζήδες) που έρχονταν από την Τριπολιτσά[3]. Το ίδιο ακριβώς γεγονός, ο ιστορικός Διονύσης Κόκκινος το τοποθετεί στις 16 Μαρτίου.[4]

Τις επόμενες μέρες έχουμε μια σειρά παρόμοιων γεγονότων, καθώς πραγματοποιούνται αιφνιδιαστικές επιθέσεις εναντίον τούρκων και Ελλήνων αξιωματούχων της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, από διάφορες ομάδες που επιχειρούν χωρίς να δρουν με συνοχή ή συνεννόηση μεταξύ τους.[5]

Τα γεγονότα αυτά εξαναγκάζουν μερίδα των κοτζαμπάσηδων, που μέχρι εκείνη τη στιγμή λειτουργούσαν ανασταλτικά ως προς την επαναστατική υπόθεση, να λάβουν μέρος, μιας και η άλλη τους επιλογή ήταν να πέσουν απ’ το σπαθί, είτε των Οθωμανών της αυτοκρατορίας είτε των εξεγερμένων.

Χαρακτηριστικό, είναι το χτύπημα μετά από ενέδρα στη θέση Χελωνοσπηλιά, όπου οι Χοντρογιανναίοι, καθ’ υπόδειξη του Ζαΐ­μη, επιτίθενται εναντίον του Σεϊδή Λαλιώτη, του τραπεζίτη Ν. Ταμαπακόπουλου και της συνοδείας τους που αποτελούντο από 10 Έλληνες και τούρκους φύλακες[6].

Κατά την 21η Μαρτίου εκδηλώνεται η επανάσταση στα Καλάβρυτα, την Καρύταινα, τα Λαγκάδια, το Ρίο και την Πάτρα, όπου, μετά από πέντε ημέρες μάχης, τελικά οι τούρκοι παραδίνονται μετά την υπογραφή συνθήκης. Επίσης, στις 21 Μαρτίου ο Φιλικός και αρχηγός των επαναστατών της Πάτρας Παναγιώτης Καρατζάς (λαογέννητος ηγέτης που δολοφονήθηκε αργότερα από τους προκρίτους) κάλεσε τον λαό της πόλης στα όπλα και με τη μάχη την οποία έδωσαν στο Τάσι –όπου πολλοί Τούρκοι σκοτώθηκαν και όσοι σώθηκαν κατέφυγαν στον πύργο και κλείστηκαν σε αυτόν– απελευθερώθηκε η Πάτρα την επομένη μέρα. Εξ άλλου την ίδια ημέρα αρχίζει και η πολιορκία των Καλαβρύτων από τον Σωτήρη Χαραλάμπη και τους Πετμεζαίους, που θα λήξει νικηφόρα έπειτα από πέντε μέρες.

Στις 23 Μαρτίου οι Μανιάτες υπό την αρχηγία του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη και τη συνδρομή του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη καταλαμβάνουν την Καλαμάτα και με διακήρυξή τους γνωστοποιούν στη διεθνή κοινότητα τον ξεσηκωμό των Ελλήνων. Την ίδια ημέρα οι άντρες του Αντρέα Λόντου θέτουν υπό τον έλεγχό τους τη Βοστίτσα (σημερινό Αίγιο).

Όπως γίνεται αντιληπτό, ο εορτασμός της 25ης Μαρτίου ως ημέρα έναρξης της Επανάστασης δεν συνδέεται με κανένα ιστορικό γεγονός. Η επίθεση στα Καλάβρυτα ξεκίνησε στις 21 Μαρτίου του 1821 και στην Αγία Λαύρα στις 25 Μαρτίου δεν βρισκόταν κανείς. Ακόμη και ο ίδιος ο Παλαιών Πατρών Γερμανός στα απομνημονεύματά του, δεν αναφέρει τίποτα γι’ αυτό, παρ’ όλο που εκδόθηκαν το 1837 και μάλλον θα ήταν δύσκολο να ξεχάσει μια τέτοια μέρα. Στην πραγματικότητα, στην Αγία Λαύρα έγινε, στις 10 ή στις 13 Μαρτίου, μια σημαντική σύσκεψη των προκρίτων και των αρχιερέων, που είχαν αρνηθεί να μεταβούν στην Τριπολιτσά και να δηλώσουν την πίστη τους στην σουλτανική εξουσία, διότι γνώριζαν πως ήταν παγίδα των τούρκων προκειμένου να τους αιχμαλωτίσουν.

Μάλιστα, στα εν λόγω απομνημονεύματα ο Παλαιών Πατρών Γερμανός επιβεβαιώνει ότι στις 24 και 25 Μαρτίου ήταν μαζί με τους προύχοντες/προεστούς Αντρέα Ζαΐμη και Αντρέα Λόντο στην επαναστατημένη Πάτρα, όπου σύνταξαν έγγραφο ζητώντας την εύνοια και προστασία των «χριστιανικών βασιλείων», το οποίο έστειλαν την επομένη (26/3) στους προξένους των μεγάλων δυνάμεων (Αγγλία, Γαλλία, Αυστρία και Ισπανία) οι οποίοι έδρευαν στην Πάτρα. Ο μύθος, όπως προείπαμε, οφείλεται στον Γάλλο ιστορικό Πουκεβίλ που έγραψε, το 1824, την ιστορία της ελληνικής επανάστασης. Η εδραίωση, η διατήρηση και η επιβολή, όμως, του μύθου, οφείλεται στο Βασιλικό Διάταγμα του 1838 του Όθωνα, με το οποίο η 25η Μαρτίου καθιερώθηκε ως εθνική εορτή της επανάστασης.

«Θεωρήσαντες ότι η ημέρα της 25 Μαρτίου, λαμπρά καθ’ εαυτήν εις πάντα Έλληνα διά την εν εαυτή τελουμένην εορτήν του Ευαγγελισμού της Υπεραγίας Θεοτόκου είναι προσέτι λαμπρά και χαρμόσυνος διά την κατ’ αυτήν την ημέραν έναρξιν του υπέρ της ανεξαρτησίας αγώνος του ελληνικού έθνους, καθιερούμεν την ημέραν ταύτην εις το διηνεκές ως ημέρα ΕΘΝΙΚΗΣ ΕΟΡΤΗΣ».

Εν Αθήναις την 15 Μαρτίου 1838.
ΟΘΩΝ.
Ο επί των εκκλησιαστικών κ.τ.λ.
Γραμματεύς της Επικράτειας Γ. ΓΛΑΡΑΚΗΣ»

Η εκκλησιαστική ευλογία της επαναστατικής υποθέσεως

Ένας δεύτερος μύθος, καλλιεργημένος εντέχνως γύρω από την επανάσταση συνολικά αφορά τη στάση της Εκκλησίας, τόσο πριν όσο και αφότου αυτή εκδηλώθηκε, αλλά και μετά το πέρας αυτής. Η Εκκλησία (ο ανώτερος και ανώτατος κλήρος, στην μεγάλη πλειοψηφία του), αποτέλεσε διαχρονικά έναν εκ των χειροτέρων τυράννων, ο οποίος καταδυνάστευσε τους σκλαβωμένους και υπήρξε, ένας εκ των σημαντικότερων μηχανισμών που βοήθησε την οθωμανική αυτοκρατορία να κρατήσει την κυριαρχία της στον ελλαδικό χώρο για πάνω από τεσσερισήμισι αιώνες.

Μετά την επανάσταση και ευρισκόμενη πάντα στο πλευρό του κάθε κατακτητή, αποτέλεσε έναν εκ των θεσμών που, μαζί με το κράτος και την αναδυόμενη εξουσία του νεοσύστατου ελλαδικού κράτους, έπαιξε ρόλο αναμορφωτή. Υπήρξε ένας εκ των δυο βασικών πυλώνων που, μαζί με το εκπαιδευτικό σύστημα, καλλιέργησε το μύθο της κοινής νέο-εθνικής συνείδησης με σκοπό να διαμορφωθεί η εθνική ταυτότητα.

Στην «Ελληνική Νομαρχία – Ήτοι λόγος περί Ελευθερίας», του «Ανωνύμου του Έλληνος», η εικόνα που καταγράφεται για την Εκκλησία δεν είναι καθόλου κολακευτική γι’ αυτήν. Θα παραθέσουμε ορισμένα αποσπάσματα:

«Ω συ μιαρά Σύνοδος της Κωνσταντινουπόλεως, εις τι ομοιάζεις; Ήθελα να ξεύρω από σε τώρα όπου σε ερωτώ, εις τι, λέγω, ομοιάζεις τους ιερούς και θείους αποστόλους του λόγου της σοφίας του Ιησού Χριστού; Ίσως στην αφιλοκέρδεια, όπου εκείνοι εκήρυττον; Αλλ’ εσύ είσαι γεμάτη από χρήματα, όπου καθημερινώς κλέπτεις από τους ταλαίπωρους χριστιανούς…

Συ είσαι μία μάνδρα λύκων, όπου δεν υπακούεις τον ποιμένα σου και κατατρώγεις τα αθώα και πολλά ήμερα πρόβατα της ορθοδόξου εκκλησίας…. Η Σύνοδος αγοράζει τον πατριαρχικό θρόνο από τον οθωμανικό αντιβασιλέα διά μίαν μεγάλη ποσότητα χρημάτων, έπειτα τον πωλεί ούτινος της δώσει περισσότερο κέρδος, και τον αγοραστή τον ονομάζει πατριάρχην. Αυτός, λοιπόν, διά να ξαναλάβει τα όσα εδανείσθη διά την αγορά του θρόνου, πωλεί τας επαρχίες, στις αρχιεπισκοπές, ούτινος δώση περισσοτέραν ποσότητα, και ούτως σχηματίζει τους αρχιεπισκόπους, οι οποίοι πωλώσει και αυτοί εις άλλους τας επισκοπάς των. Οι δε επίσκοποι τας πωλώσει των χριστιανών, δηλαδή γυμνώνουσι τον λαό, διά να εβγάλωσι τα όσα εξώδευσαν.

Και ούτος εστίν ο τρόπος, με τον οποίον εκλέγονται των διαφόρων ταγμάτων τα υποκείμενα, δηλαδή ο χρυσός… Τόσαι εκατοντάδες μοναστήρια, όπου πανταχόθεν ευρίσκονται, είναι τόσαι πληγαί εις την πατρίδα, επειδή, χωρίς να την ωφελήσουν εις το παραμικρό, τρώγωσι τους καρπούς της και φυλάττουσι τους λύκους… Ιδού, ω Ελληνες, αγαπητοί μου αδελφοί, η σημερινή αθλία και φοβερά κατάστασις του ελληνικού ιερατείου, και η πρώτη αιτία όπου αργοπορεί την ελευθέρωσιν της Ελλάδος…»[7].

Ίδια ήταν η στάση του ανώτατου κλήρου και μετά την επανάσταση, όταν αυτή έδειχνε ότι έχει δυναμική και μπορούσε να οδηγήσει στην απελευθέρωση. Γράφει ο Παναγιώτης Πιπινέλης: «Πολλάκις έχομεν περιπτώσεις καθ’ ας τα Πατριαρχεία ενεφανίσθησαν ως υπέρμαχα της διατηρήσεως της κρατούσης τάξεως πραγμάτων εν τη οθωμανική επικρατεία, φθάσαντα και μέχρι καταπολεμήσεως πάσης επαναστατικής εθνικής εκδηλώσεως του υπόδουλου ελληνισμού»[8].

Στα πλαίσια της κατασκευής του νέου εθνικού μύθου, συμπεριλαμβάνονται και τα σύμβολα που ανάγονται σε εθνικά και ακόμη και σήμερα κάποιοι μωροί το πνεύματι βγάζουν φλύκταινες, εξοργίζονται ή είναι ακόμη έτοιμοι και να πεθάνουν γι’ αυτά.

Σχετικά με το πολυθρύλητο «ιερό λάβαρο της Αγίας Λαύρας», κάποιοι ιστορικοί δεν αποκλείουν την πιθανότητα κάτι σχετικό να χρησιμοποιήθηκε ως επαναστατική σημαία από τους Καλαβρυτινούς αγωνιστές κατά την πολιορκία/εξέγερση στις 21 Μαρτίου 1821. Ακόμη όμως και να ισχύει αυτό, είναι αλήθεια, επίσης, πως ο σταυρός δεν υπήρχε σε όλες τις σημαίες των επαναστατικών χρόνων, γεγονός που αποδεικνύει τις διαφορετικές κουλτούρες που ενυπήρχαν στον ελλαδικό χώρο. Στην ιστορία έχουν καταγραφεί διάφορα χρώματα σημαιών, όπως κόκκινη ή με εμβλήματα. όπως νεκροκεφαλές, φίδια, άγκυρες, αστέρια κ.λπ.

Επίσης, η επικρατούσα εκδοχή της γαλανόλευκης σημαίας, που ψευδώς έχει χαρακτηριστεί ότι συμβολίζει θάλασσα και ουρανό, επιλέχτηκε, διότι τα χρώματα αυτά συμβόλιζαν τον βαυαρικό οίκο απ’ τον οποίο προερχόταν ο Όθωνας.

Στον επίλογο του άρθρου αυτού, –το οποίο θα αποτελέσει αρχή του επόμενου– είναι χρήσιμο να αναφέρουμε πως στα τέλη του 18ου και αρχές του 19ου αιώνα, που θα λάβει χώρα και η επανάσταση στον ελλαδικό χώρο, οι μέχρι τότε χρονικογράφοι διασκεδαστές, προκρίνονται χρήσιμοι από την εξουσία για να γράψει την ιστορία της. Έτσι, αναβαθμίζονται σε αυθεντία της επιστήμης με εντολή να φτιάξουν στη δύση και ειδικά στην Ευρώπη, την ιστορία του έθνους κράτους, που ξεπήδαγε από τις παραπαίουσες και φθαρμένες αυτοκρατορίες. Σκοπός τους ήταν να κατασκευάσουν την λεγόμενη εθνική συνείδηση και ταυτότητα των υπηκόων της, που να τους ομογενοποιεί απαλείφοντας τις μέχρι τότε φυλετικές διαφορές και κουλτούρες σε μια βίαιη μεταβολή στον εθνικά συνειδητοποιημένο και ομογενοποιημένο πολίτη.

Προσοχή, όμως, θέλει και η επιχείρηση «αποκατάσταση της αλήθειας», με την οποία καταπιάνεται η πλειοψηφία των ιστορικών, από τα τέλη του 20ου αρχές 21ου αιώνα για να εγκαθιδρύσει το νέο μύθο της εξουσίας, αυτόν του ά-ριζου, παγκοσμιοποιημένου πολίτη. Η κυριαρχία, πλέον, ξεπερνώντας την ανάγκη διαμόρφωσης εθνικής συνείδησης, προκειμένου να προωθήσει και να εξυπηρετήσει τα συμφέροντά της ελέω παγκοσμιοποίησης, ανακατασκευάζει τους μύθους για να στηρίξει την διαδικασία διαμόρφωσης του νέου παγκόσμιου υπηκόου.

Η σύγκρουση που εκτυλίσσεται ανάμεσα στο παλαιό και το νέο, δεν είναι μια μάχη ανάμεσα στο καλό και το κακό, αλλά ανάμεσα στο κακό και το χειρότερο κακό. Είναι μια ενδοεξουσιαστική σύγκρουση, που αποτελεί τη μετάβαση στο νέο μοντέλο εξουσίας και καθυπόταξης των ανθρώπων.

Ως αναρχικοί δεν συμμεριζόμαστε την λογική του λιγότερο κακού, ούτε θεωρούμε κάθε τι «νέο» εν γένει απελευθερωτικό. Η ελευθερία δεν βρίσκεται εκεί, δύναται όμως να ξεπροβάλει απ’ τις ρωγμές αυτής της ενδοεξουσιαστικής διαμάχης για την ηγεμονία και τη διαδοχή. Στο χέρι των ανθρώπων είναι και πάλι να απορρίψουν και τα νέα δεσμά, όποια μορφή κι αν έχουν, όπως ήταν πάντοτε άλλωστε.

Λούπους

Δημοσιεύθηκε στην ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φ. 213, Μάρτιος 2021

[1]. Σπ. Τρικούπη, Ιστορία Ελληνικής Επαναστάσεως, έκδοση 1860, τομ. Α´, σελ. 23.
[2]. Σπηλιάδου απομνημονεύματα, σελ. 13.
[3]. Βακαλόπουλος, Ιστορία του νέου ελληνισμού, Η μεγάλη ελληνική επανάσταση (1821-1829), τομ. Ε΄, σελ. 328. Φωτάκου απομνημονεύματα, σελ. 69-71.
[4]. Δ. Κόκκινος, Η Ελληνική Επανάστασις, τομ. Α´, σελ. 175.
[5]. Βακαλόπουλος, Ιστορία του νέου ελληνισμού, Η μεγάλη ελληνική επανάσταση (1821-1829), τομ. Ε´, σελ. 328, Σπηλιάδου απομνημονεύματα, σελ. 28-29. Φωτάκου απομνημονεύματα, σελ. 64-69.
[6]. Φωτάκου απομνημονεύματα, σελ. 70. Το γεγονός επιβεβαιώνεται και από τον Δ. Κόκκινο, «Η Ελληνική Επανάστασις, τομ. Α´, σελ 175, αλλά και από τον Βακαλόπουλο, Ιστορία του νέου ελληνισμού, Η μεγάλη ελληνική επανάσταση (1821-1829), τομ. Ε´, σελ. 328.
[7]. Ανωνύμου του Έλληνος: «Ελληνική Νομαρχία – ήτοι Λόγος Περί Ελευθερίας», εκδόσεις Αποσπερίτης, Αθήνα 1982, σελ. 152, 164, 173).
[8]. Τάκη Πιπινέλη: «Πολιτική Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως», Εκδοτικός Οίκος «Αγών», Εν Παρισίοις, 1927, σελ. 43)




Πηγή: Anarchypress.wordpress.com