16 Αυγούστου, 2021
από Anarchy Press
106 προβολές


Του PACO IGNACIO TAIBO II

Εκδόσεις Άγρα / 2018  / σελ. 176

68-Mexico«Σήμερα το κίνημα του ’68 είναι ένα ακόμα μεξικανικό φάντασμα, από τα πολλά αλύτρωτα και άυπνα φαντάσματα που κατοικούν στον τόπο μας: Ο άγιος Φραγκίσκος της Ασίζης των αμφισβητήσεών μας, ο άγιος Τσε Γκεβάρα των συγκινήσεών μας, ο άγιος Φίλιπ Μάρλοου των ερευνών μας, η αγία Τζέην Φόντα των αγωνιών μας. Το ’68 φαίνεται ότι δεν έχει απλώς εγκατασταθεί στο εργοστάσιο νοσταλγίας, που λειτουργεί μέσα στο κεφάλι μας, συγκατοικώντας με τον Λέονταρντ Κοέν και τα ποιήματα του Μπλας δε Οτέρο, αλλά επίσης φαίνεται ότι έχει παραγάγει καύσιμα επικών ποσοτήτων για να τροφοδοτήσει είκοσι χρόνια αντίστασης. Μάς κράτησε πεισματάρηδες μέσα σ’ ένα έδαφος υποταγής, μας έβαλε στο στόμα το «Όχι» και το «στ’ αρχίδια μου ό,τι κι αν γίνει», εκατοντάδες φορές. Μάς πρόσφερε δεκάδες φορές ανεργία, μάς ανάγκασε να τριγυρίζουμε στον κόσμο πουλώντας την εργατική μας δύναμη και όσο το δυνατό μικρότερο μέρος της ψυχής μας, μας προστάτεψε από τους πειρασμούς της εξουσίας, μάς απομάκρυνε από το δηλητηριώδες φίλημα του μεξικανικού κράτους. Ή τουλάχιστον έφτιαξε για μας ένα αναπόφευκτο σημείο αναφοράς, χρήσιμο για την περηφάνια, την ενοχή και τη σύγκριση.

Έχω συναντήσει και κάποιους, που λένε ότι όλα αυτά δεν υπήρξαν ποτέ. Μερικοί λένε ότι δεν βρίσκονταν εκεί, ότι ήταν κάποιοι άλλοι. Σ’ εμένα δεν πιάνουν τέτοιες μπούρδες. Ήμασταν εμείς, αλλά ήμασταν διαφορετικοί. Τότε ζω δεν σήμαινε θυμάμαι. Τότε ήταν πιο εύκολο το να ζεις.

Μοιραζόμασταν την αγάπη για τα σαντουιτσάδικα, την ομόφωνη ψήφο υπέρ της μίνι φούστας και το πάθος μας για τους Μπητλς. Δεν ήμασταν οι μεν καλύτεροι από τους δε, παρ’ ότι ίσως τότε εμείς αυτό πιστεύαμε. Ήμασταν απλώς διαφορετικοί.

Έβρεχε τις μέρες εκείνες και η πόλη είχε γίνει τεράστια. Εγώ ήθελα να συλλάβω το κίνημα μέσα σ’ ένα ποίημα και δεν τα κατάφερνα. Ευτυχώς, άλλοι τα κατάφεραν». (Από το οπισθόφυλλο της έκδοσης)

Ο Πάκο Ιγνάσιο Τάμπο ΙΙ αγναντεύει τις συλλογικές και προσωπικές μνήμες του ’68, ενός ακόμα μεξικανικού φαντάσματος ομολογώντας ότι νιώθει χρέος με μεγάλη αγάπη προς τους «τέσσερις μήνες της τρέλας εκείνου του μαγικού έτους». Ο εχθρός φάνταζε μεγάλος, ξένος απόμακρος· το κράτος μια έννοια αφηρημένη, βγαλμένη από τα βιβλία. Ατέρμονες ιδεολογικές συζητήσεις ανάμεσα στους πιστούς κάθε δόγματος, ατελείωτες συνεδριάσεις νύχτα και μέρα, κύκλοι μελέτης, επισκέψεις στις εργατικές συνοικίες (επειδή την επανάσταση έπρεπε να την κάνει η εργατική τάξη, όπως πρόσταζαν τα μαρξιστικά εγχειρίδια), και φυσικά οι «μπριγαδίστας» εκείνες οι «ιπτάμενες» ομάδες υποδαύλισης κοινωνικών ταραχών, αποτελούμενες από πέντε-έξι άτομα, οι οποίες άοκνα έστηναν αστραπιαία μικρές συγκεντρώσεις.

Οι συμμετέχοντες «παράξενα όντα», που συχνά μπορούσαν ακόμα και να στραγγαλίσουν ο ένας τον άλλον για τις θέσεις που έπαιρνε ένα κόμμα για το τάδε ή το δείνα ζήτημα. Μαοϊκοί, αλλά και νεομαοϊκοί, λενινιστές, τροτσκιστές, σπαρτακιστές «καθαροί» και σπαρτακιστές «μολυσμένοι», οι αιώνιοι μενσεβίκοι του ΚΚ στολισμένοι με το περιφρονητικό χαρακτηριστικό ρεφορμιστές, και βέβαια αναρχικοί.

Όμως, «Πώς μαγειρεύτηκε η μαγεία; Με τί τροφοδοτούνταν η φωτιά; Από πού ξεφύτρωσαν τριακόσιες χιλιάδες φοιτητές που έφτασαν στην πλατεία Σόκαλο τη μέρα της διαδήλωσης της σιωπής; Ποιος έδωσε βενζίνη στο απλωμένο χέρι;».

Η απεργία των μαθητών το ’67, η διαδήλωση κατά των βομβαρδισμών στο Ανόι, η απεργία πείνας του Δεμέτριο Βαγέχο για την απελευθέρωση κρατουμένων, οι φοιτητικές πορείες που διέλυε με βία η αστυνομία, οι εισβολές των δυνάμεων καταστολής στους πανεπιστημιακούς χώρους, ο γαλλικός Μάης, που βρισκόταν στα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων δίπλα-δίπλα με τις κινητοποιήσεις για την Άνοιξη της Πράγας, τους φοιτητικούς αγώνες στην Βραζιλία, την κατάληψη του πανεπιστημίου Κολούμπια της Νέας Υόρκης, η εξέγερση στην Κόρδοβα της Αργεντινής.

Και το κύμα μεγάλωνε, φούσκωνε δίχως να το καταλαβαίνουν οι συμμετέχοντες, όπως εκείνοι οι φοιτητές που κύκλωναν φοιτητικές γειτονιές, σταματούσαν λεωφορεία και συγκρούονταν με τους γραναδιέρους που έβρισκαν την ευκαιρία για νέους ξυλοδαρμούς· αλλά οι απεργίες δεν σταματούσαν, το ίδιο και οι συνελεύσεις, που αποφάσιζαν νέες απεργίες και νέες πορείες που μεταφέρονταν και σε άλλες σχολές έχοντας την επιθυμία για ομοφωνία. Και η ένταση μεγάλωνε και μεγάλωνε με τις ομάδες πληροφόρησης και τις φήμες να μιλούν για συνεχιζόμενες μικροσυμπλοκές στο κέντρο, για φλεγόμενα λεωφορεία, για πετροπόλεμο, για αστυνομικούς μαχαιρωμένους και για φοιτητές άγρια ξυλοκοπημένους.

<img aria-describedby="caption-attachment-37864" data-attachment-id="37864" data-permalink="https://anarchypress.wordpress.com/2021/08/16/1968-%ce%bc%ce%b5%ce%be%ce%b9ko/%ce%bc%ce%b5%ce%be%ce%b9%ce%ba%cf%8c-68/" data-orig-file="https://anarchypress.files.wordpress.com/2021/08/ce9cceb5cebeceb9cebacf8c-68.jpg" data-orig-size="240,223" data-comments-opened="0" data-image-meta="{"aperture":"0","credit":"","camera":"","caption":"","created_timestamp":"0","copyright":"","focal_length":"0","iso":"0","shutter_speed":"0","title":"","orientation":"0"}" data-image-title="Μεξικό-68" data-image-description data-image-caption="

Τρύπα από σφαίρα σε τοίχο της περιοχής Τλατελόλκο.

” data-medium-file=”https://anarchypress.files.wordpress.com/2021/08/ce9cceb5cebeceb9cebacf8c-68.jpg?w=240″ data-large-file=”https://anarchypress.files.wordpress.com/2021/08/ce9cceb5cebeceb9cebacf8c-68.jpg?w=240″ class=”alignnone size-full wp-image-37864″ src=”https://anarchypress.files.wordpress.com/2021/08/ce9cceb5cebeceb9cebacf8c-68.jpg?w=530″ alt=”Μεξικό-68″ srcset=”https://anarchypress.files.wordpress.com/2021/08/ce9cceb5cebeceb9cebacf8c-68.jpg 240w, https://anarchypress.files.wordpress.com/2021/08/ce9cceb5cebeceb9cebacf8c-68.jpg?w=150 150w” sizes=”(max-width: 240px) 100vw, 240px”>

Τρύπα από σφαίρα σε τοίχο της περιοχής Τλατελόλκο.

Και τότε μια εξουσία τυφλωμένη (;) από την αλαζονεία και αποφασισμένη να τελειώνει, στέλνει τον στρατό εναντίον του πρώτου Προπαρασκευαστικού σχολείου, μια βολή από μπαζούκας πάνω σε μια αποικιακού τύπου πόρτα, πυροβολισμοί, εκατοντάδες συλληφθέντες. Και η απάντηση; Καμμία υποχώρηση. Οι πολύγραφοι δεν σταματούν να δουλεύουν, επιδρομές στις αποθήκες χαρτιού του πανεπιστημιακού τυπογραφείου, συνεχής δράση των ομάδων αντιπληροφόρησης, νέες σχολές συμμετέχουν στην απεργία, τα συνθήματα καλύπτουν τις πόρτες των αιθουσών, τους φράχτες, τα παράθυρα, τα λεωφορεία, τις ταράτσες των σχολών· οι συγκρούσεις στο κέντρο συνεχίζονται και αυτή τη φορά πρωταγωνιστές είναι οι πιο νεαροί μαθητές των σχολείων, εκείνοι που δεν σκαμπάζουν ούτε από Μάο ούτε από Λένιν, αλλά μπορούν να δείχνουν στους φοιτητές πώς να εκτοξεύουν μακρύτερα τα τούβλα και να τους εξηγούν ότι οι μολότοφ πρέπει να έχουν κοντό φυτίλι, αλλά και να μαθαίνουν οι ίδιοι πως τυπώνονται οι προκηρύξεις και πως στήνουν συγκεντρώσεις οι «μπριγαδίστας».

Και ο απλός κόσμος αγκαλιάζει και συμπαθεί τούτους τους φοιτητές, τα παιδιά, τα ξαδέρφια του τάδε γείτονα, του δείνα φίλου τους χειροκροτεί, τους εμψυχώνει, τους ευλογεί, παίρνει τις προκηρύξεις που μοιράζουν, γεμίζει τα μαυροκόκκινα τενεκεδάκια με κέρματα, τους χαρίζει ψωμί, πεπόνια και πατάτες στις λαϊκές αγορές, αβοκάντο και παπάγιες, τους προμηθεύει με πλαστικά και χαρτόνια για να προφυλαχτούν από την βροχή… Συγκροτούνται και οι πρώτοι οργανωτικοί σύμμαχοι, καθηγητές, διανοούμενοι, καλλιτέχνες και συγγραφείς, ζωγράφοι και δικηγόροι.

Ο χρόνος, όπως παρατηρεί ο Ιγνάσιο Τάμπο, «σβήνει τις αποχρώσεις, εξαφανίζει τις διαφωνίες, τα ομογενοποιεί όλα. Τώρα φαίνεται ότι ήμασταν όλοι ένα κλαμπ με ομοφωνία στις ψηφοφορίες, ένα όλο δίχως διαφορές […] Δεν υπήρχαν καθόλου αγάπες, μόνο μικροί πόλεμοι. Στο εσωτερικό του κινήματος γίνονταν άγριοι καβγάδες, μερικές φορές πιο βίαιοι απ’ ότι ήταν απαραίτητο».

Έτσι, λόγου χάρη, η «δεξιά πτέρυγα» του κινήματος με επικεφαλής τον πρύτανη και με την υποστήριξη μεγάλου μέρους των υπαλλήλων του Πανεπιστημίου και με επιρροή σε μερικούς καθηγητές του UNAM και του Πολυτεχνείου, προσπαθεί να διατηρήσει την σύγκρουση μέσα στα φοιτητικά όρια, με στόχους την γρήγορη επιστροφή στην «κανονικότητα», την αυτοτέλεια και την απελευθέρωση των κρατούμενων φοιτητών.

Παρ’ όλα αυτά έρχεται «επιτέλους, η διαδήλωση της 27ης Αυγούστου που ξεκίνησε από το Μουσείο Ανθρωπολογίας, οι δρόμοι φίσκα, μισό εκατομμύριο άνθρωποι, και στο εξής πια δεν θα μας ένοιαζε η ενδεχόμενη ήττα του κινήματος, δεν θα μας ένοιαζε αν θα μας σκότωναν όλους, αν θα σκόρπιζαν τις στάχτες μας πάνω από τον Κόλπο του Μεξικού. Το τώρα ήταν για πάντα».

Το κράτος περνάει στην αντεπίθεση, τα τεθωρακισμένα βγαίνουν στους δρόμους και στρατιώτες με τις ξιφολόγχες επί του όπλου προελαύνουν εναντίον τριών χιλιάδων φοιτητών που παραμένουν στο Σόκολο· οι φοιτητές, όπως περιγράφει ο Ιγνάσιο Τάμπο, υποχωρούν συγκροτημένα, με περηφάνια, η διαδήλωση αναδιπλώνεται σταματώντας κάθε τόσο για να εκφωνηθούν λόγοι, οι διαδηλωτές αρνούνται να τρέξουν, να γυρίσουν την πλάτη στους Γρεναδιέρους, ενώ προηγουμένως ένας εξ αυτών με μια σιδερένια σωλήνα βγαίνει μπροστά απ’ όλους και χτυπάει την θωράκιση του τανκ, ενώ οι σύντροφοι του τον τραβούν σέρνοντάς τον υπό το παγωμένο βλέμμα του χειριστή του τεθωρακισμένου.

Μεξικό-68ΑΟι δρόμοι αρχίζουν να κλείνουν, τα τεθωρακισμένα βγαίνουν για δεύτερη φορά στους δρόμους, «μπριγαδίστες» συλλαμβάνονται, βολές πυροβόλων όπλων χτυπούν σχολεία, όμως ταυτόχρονα αρχίζουν να έρχονται στις σχολές ολιγάριθμες ομάδες εργατών και να συγκροτούν επιτροπές αλληλεγγύης. Την πρώτη Σεπτεμβρίου ο πρόεδρος Δίας Ορδάς στο διάγγελμα του αρνείται να αναγνωρίσει τα αιτήματα των φοιτητών και απειλεί με την χρήση των ένοπλων δυνάμεων.

Έτσι έρχεται η μεγάλη διαδήλωση της σιωπής· διαδηλωτές με μονωτική ταινία στο στόμα, να δείχνουν ότι η σιωπή ήταν δική τους επιλογή, ότι δεν την επέβαλε ο αντίπαλος: «Για να λέμε την αλήθεια, εγώ ήμουν απολύτως αντίθετος με μια σιωπηρή διαδήλωση, αυτή ήταν μια ιδέα του Κέντρου, που την περίοδο εκείνη είχε την ηγεσία του κινήματος. Εγώ, τα χρόνια εκείνα, δεν είχα την αίσθηση του θεάματος. Θυμάμαι το ένα βουβό πρόσωπο μετά το άλλο, και με τον τρόπο αυτόν την δύναμη των εκφράσεων, τα δάκτυλα να σχηματίζουν το V της νίκης σε χέρια που σηκώνονταν ξανά και ξανά, τις υψωμένες γροθιές μπροστά στην αμερικάνικη πρεσβεία, τα χειροκροτήματα του ατελείωτου φράχτη αλληλεγγύης που σχημάτιζαν οι γονείς και οι θεατές, αυτό που τότε ονομάζαμε λαό γενικά, που προστάτευε δεξιά και αριστερά την πορεία σε μήκος πολλών χιλιομέτρων».

Η τελική επίθεση της κυβέρνησης βρίσκεται προ των πυλών, καθώς η πίεση αυξάνεται με ορίζοντα, τουλάχιστον, την έναρξη των επερχόμενων Ολυμπιακών Αγώνων. Ορισμένοι πολύγραφοι μετακινούνται από την Πανεπιστημιούπολη και κρύβονται σε άλλα σημεία μαζί με τα αρχεία, αυξάνονται οι νυχτερινές βάρδιες περιφρούρησης των σχολών, γίνονται συνεδριάσεις εκτός σχολών, ενώ επίσης συγκροτείται και οργανώνεται συντονιστική επιτροπή εφεδρικών «μπριγάδων», που θα αναλάμβαναν δράση σε περίπτωση οξυμμένης κρατικής καταστολής. «Περιμέναμε το χτύπημα, αλλά δεν πιστεύαμε ότι θα είχε τόση κτηνωδία».

Στις 18 Σεπτεμβρίου ο στρατός εισβάλλει στο Πανεπιστήμιο κρατώντας όπλα με ξιφολόγχες. Κινητοποιούνται δέκα χιλιάδες στρατιώτες που τελικά συλλαμβάνουν 600 άοπλους φοιτητές. Επικρατεί φόβος, οργή, αδυναμία. Επιχειρείται να διοργανωθούν πολλές πολυπληθείς συγκεντρώσεις, όμως οι περισσότερες καταστέλλονται από την αστυνομία. «Στο σχολείο Βόκα 7 εισέβαλλαν οι γρεναδιέροι, αλλά οι μαθητές τούς απάντησαν με βόμβες μολότοφ. Το Κολέγιο του Μεξικού δέχτηκε ριπές από σφαίρες, η αστυνομία έριξε πυροβολισμούς σε μερικές σχολές του Πολυτεχνείου στο Σακατένκο. Ως δια μαγείας, η δράση των μπριγάδων συνεχιζόταν».

Έπειτα από νέες μάχες το Βόκα 7 πέφτει στα χέρια του στρατού, ενώ στις 24 του μηνός καταλαμβάνεται με πυροβολισμούς και η Πολυτεχνειούπολη Σάντο Τομάς, έδρα των μισών σχολών του Πολυτεχνείου: «Για πρώτη φορά υπήρξε απάντηση. Ανάμεσα στους φοιτητές που υπερασπίζονταν την περιοχή υπήρχαν ένοπλοι εκτός από μια ντουζίνα άτομα με πιστόλια και τέσσερις ή πέντε κυνηγετικές καραμπίνες. Ωστόσο υπήρξαν πυρά απάντησης στην επίθεση του στρατού. Οι γρεναδιέροι έβγαλαν το άχτι με τους συλληφθέντες. Ξύλο, βασανιστήρια, περισσότεροι από τριάντα τραυματίες. Θα ήταν μόνο ο πρόλογος, η τρομερή προειδοποίηση για το τί θα επακολουθούσε».

Στις 30 Σεπτεμβρίου ο στρατός αποχωρεί από τις εγκαταστάσεις του Πανεπιστήμιου και η κυβέρνηση υπολογίζει ότι η απεργία θα τερματιστεί· την 1η Οκτωβρίου, όμως, οι συνελεύσεις αποφασίζουν την συνέχιση της απεργίας και απαιτούν την αποχώρηση του στρατού απ’ όλες τις σχολές του Πανεπιστημίου. Στις 2 Οκτωβρίου ο στρατός μακελεύει την συγκέντρωση στο Τλατελόλκο, όπου λαμβάνει χώρα μια πραγματική σφαγή.

«Δυστυχώς η 2 Οκτωβρίου με την τρομερή δύναμη των τετρακοσίων νεκρών μας, από τους οποίους πολλοί έμειναν ανώνυμοι και πετάχτηκαν από στρατιωτικά αεροπλάνα στον Κόλπο του Μεξικού την ίδια εκείνη νύχτα, με τις εικόνες των τραυματιών που τους έσερναν από τα μαλλιά ακινητοποιημένες για πάντα σε μια φωτογραφία, με την ανάμνηση του αίματος στο βρεγμένο έδαφος, με το φως των δύο φωτοβολίδων που έδωσαν το σύνθημα για τη σφαγή να τρυπάει τον αμφιβληστροειδή μας για να μείνει εκεί για πάντα, με τις ιστορίες από νοσοκομεία όπου εισέβαλλαν άνδρες του Τμήματος Δίωξης Εγκλήματος της αστυνομίας για να αποτελειώσουν τους τραυματίες, έχει μείνει μόνη της μέσα στον χρόνο».

Η σφαγή τρομοκρατεί τους γονείς των φοιτητών, ενώ στην φυλακή βρίσκονται εκείνη την εποχή περίπου 2.000 φοιτητές, άλλοι εξορίζονται, άλλοι κρύβονται. «Επιβάλλεται από τα πράγματα μια ανακωχή που θα διαρκούσε ως το τέλος των Ολυμπιακών αγώνων». Το μεξικανικό κράτος βασανίζει άγρια τους συλληφθέντες, πολλοί απ’ αυτούς παραμορφώνονται από τα κτυπήματα, άλλοι υπόκεινται σε εικονικές εκτελέσεις με άσφαιρα πυρά, ενώ χαφιέδες και ρουφιάνοι εξαπολύονται παντού.

«Η Αντίσταση κράτησε ακόμα έναν μήνα. Εκατοντάδες συγκεντρώσεις, ομιλίες, συζητήσεις, μπριγάδες… Αλλά είχαμε περάσει στο στάδιο της μη επιστροφής. Έπρεπε να βρούμε νέες μορφές αγώνα και δεν τις βρίσκαμε. Τελικά στις 4 Δεκεμβρίου, οι τελευταίες σχολές δέχτηκαν να γυρίσουν στα μαθήματα. Εγώ ψήφισα υπέρ της λήξης της απεργίας, επειδή πίστευα ότι έπρεπε να σταματήσει η καταστολή και να μπορέσουμε να αναδιοργανωθούμε».

Τους επόμενους μήνες χιλιάδες νέοι από τους συμμετέχοντες άρχισαν να αναζητούν μέσα και έξω από το Πανεπιστήμιο έναν δρόμο:

«Οι πιο απελπισμένοι εντάχθηκαν σ’ έναν ανταρτοπόλεμο πόλης και αιμορραγούσαν για τα επόμενα πέντε χρόνια, σ’ έναν βρώμικο ανορθόδοξο πόλεμο. Μια μεγάλη ομάδα νέων έφυγαν για τις συνοικίες όπου ίδρυσαν τις οργανώσεις γειτονιάς οι οποίες για τα επόμενα είκοσι χρόνια θα πρόσφεραν ένα πρότυπο για τη λαϊκή αντίσταση. Άλλοι πήγαμε να βρούμε τα εργοστάσια, να βρούμε τα κλειδιά που θ’ απαντούσαν στο γιατί το φοιτητικό κίνημα έμεινε μόνο του. Άλλοι προσπάθησαν να μεταμορφώσουν το Πανεπιστήμιο, δημιούργησαν συνδικάτα, επέβαλλαν την εκπαιδευτική μεταρρύθμιση. Άλλοι πήγαν στην ύπαιθρο, έναν χώρο ακόμα πιο ξένο».

Κλείνουμε με τα εξής λόγια του Ιγνάσιο Τάμπο:

«Το μόνο που λειτουργεί είναι η μνήμη. Η συλλογική μνήμη. Επίσης η πιο μικρή και θλιβερή ατομική μνήμη. Έχω, όμως, και την υποψία πως δύσκολα επιβιώνει η μία δίχως την άλλη· ότι δεν μπορούν να πλαστούν θρύλοι χωρίς προσωπικές αφηγήσεις. Ότι τελικά δεν υπάρχουν χώρες δίχως παραμύθια με νεράιδες κάτω από την σκιά τους».

Συσπείρωση Αναρχικών

Από την ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φ. 192, Απρίλιος 2019



Πηγή: Anarchypress.wordpress.com